Αυτά που γράφτηκαν και ειπώθηκαν πριν και κυρίως μετά την εκλογή Τραμπ δεν νομίζω να έχουν προηγούμενο με κανέναν αμερικανό πρόεδρο.

Λογικό είναι, θα πουν κάποιοι, αφού ο Τραμπ δεν «μοιάζει» (δεν «φέρνει») με κανέναν προηγούμενο πρόεδρο.

Σε τι όμως δεν «μοιάζει»;

Από το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου, που βρίσκει τις ΗΠΑ υπερδύναμη και ηγέτιδα του καπιταλισμού, μεσολάβησαν 70 χρόνια στα οποία οι ΗΠΑ είχαν12 διαφορετικούς προέδρους.

Χωρίς να παραγνωρίζω το ρόλο της προσωπικότητας στο ιστορικό γίγνεσθαι ή να ισοπεδώνω τις πολιτικές επιλογές που είχαν σε επιμέρους ζητήματα, κυρίως εσωτερικής πολιτικής, από τον 32ο Ρούζβελτ (1945) μέχρι τον 44ο Ομπάμα (2016) στα καίρια πολιτικά ζητήματα (οικονομικά, γεωστρατηγικά κ.λπ.), οι 12 προηγούμενοι του Τραμπ δεν διέφεραν μεταξύ τους στις πολιτικές επιλογές τους.

Δηλαδή, στα ουσιώδη και καθοριστικά ζητήματα («υψηλής στρατηγικής» που λένε και οι διπλωμάτες), οι διαφορές στις ασκούμενες πολιτικές των ΗΠΑ είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες.

Και η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τον απερχόμενο Ομπάμα και δεν χρειάζεται να θυμίσω τι έγινε, εντός κι εκτός ΗΠΑ, στις δύο θητείες του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ταυτίζονται Ομπάμα και Τραμπ που ως πολιτικές σκέψεις είναι μέρα με νύχτα. Μόνο που οι βασικές γραμμές πλεύσης έχουν χαραχτεί τουλάχιστον μια 15ετία πριν αναλάβουν καθήκοντα.

Ο κάθε φορά πρόεδρος είναι σαν τον καπετάνιο ενός πλοίου που πλέει σε ένα κανάλι.

Έχει την ευχέρεια να κινηθεί δεξιότερα ή αριστερότερα (να κάνει ελιγμούς), αλλά πάντα μέσα στα όρια του καναλιού το οποίο έχει ήδη διανοιχτεί από κέντρα που προπορεύονται μια 15ετία.

Αυτά τα κέντρα είναι το βαθύ κράτος των ΗΠΑ. Σήμερα προετοιμάζουν τη γραμμή πλεύσης που θα ακολουθήσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ που θα εκλεγεί μετά από 15 χρόνια.

Οι απόψεις πως «έχει καθοριστική σημασία το ποιος είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και τι πολιτική ασκεί» είναι αφελείς και ουσιαστικά δεν διαφέρουν απ’ αυτές που το 1970 «φορούσαν φουστανέλα» στον Κάρτερ.

Είναι όμως και επικίνδυνες όταν υποστηρίζονται από πολιτικά πρόσωπα πρώτης γραμμής (πχ του ΣΥΡΙΖΑ).

Καθοριστική σημασία έχει ο Πρόεδρος ή ο Πρωθυπουργός (ανάλογα το πολίτευμα) όπως και ποια πολιτική ακολουθεί σε μικρές χώρες[1], όπως η Ελλάδα, που πρέπει να πορεύονται αξιοποιώντας τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων που πάντα υπάρχουν. Να υπερασπίζονται την ειρήνη, την διεθνή ασφάλεια και το διεθνές δίκαιο.

Να ενώνουν τη φωνή τους με άλλες που στοχεύουν σε πολιτικές υπεράσπισης και διεύρυνσης των λαϊκών συμφερόντων. Να ενδυναμώνουν το εσωτερικό τους μέτωπο ενδυναμώνοντας την κοινωνική συνοχή, εθνική και ταξική συνείδηση κ.λπ.

Οι ΗΠΑ όμως δεν είναι Ελλάδα και ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι γιατί «ο Τραμπ πέτυχε αυτό που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν αδιανόητο στο μυαλό εκατομμυρίων πολιτών παγκοσμίως, ιδιαίτερα των προοδευτικών.»

Ίσως δεν είμαι αρκετά προοδευτικός μιας και μόνο αδιανόητη δεν μου ήταν η εκλογή Τραμπ.

Δεν θεωρώ πως ο Τραμπ ήταν ένα «ατύχημα». Κάτι που προέκυψε κατά λάθος.

Όσοι πιστεύουν τέτοιες ανοησίες ας κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά στις τεράστιες αλλαγές που έχουν επέλθει στην αμερικάνικη κοινωνία.

Ας δουν τα δεκάδες εκατομμύρια που νιώθουν πως βρίσκονται στο περιθώριο. Ή το σχετικά πρόσφατο «επίτευγμα» του νεοφιλελευθερισμού (που για να μην ξεχνιόμαστε και ο Ομπάμα υπηρέτησε πιστά), δηλαδή, τα δεκάδες εκατομμύρια των μεσαίων στρωμάτων που βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξαϋλώνονται και τον τρόπο ζωής τους να χάνεται. Αυτή είναι η πραγματικότητα οπότε το «αδιανόητο στο μυαλό … ιδιαίτερα των προοδευτικών» είναι πως στο καλό δεν την έβλεπαν.

Τέλος, δεν θεωρώ πως τίθεται ως ζήτημα «ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξει ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ να ανακαθορίσει τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη συνολικά, την πολιτική που θα έχει στο επίπεδο της διεθνούς οικονομίας και της νομισματικής πολιτικής

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να δώσω μια άλλη οπτική μακριά από κραυγές όπως: «Τεράστιο σοκ», «Σοκαρισμένη η Γερμανία», «Φοβούνται τον Τραμπ οι Γερμανοί» κ.λπ. Δεν ισχυρίζομαι πως η προσέγγιση που ακολουθεί είναι η καλύτερη.

Είναι απλώς μια άλλη προσέγγιση που εδράζεται σε αυτό που προανέφερα. Δηλαδή, στις ΗΠΑ το «κανάλι πλεύσης» έχει ήδη διανοιχτεί πριν τουλάχιστον μια 15ετία και ο Τραμπ θέλει δεν θέλει εντός αυτού θα πορευτεί. Συνακόλουθα ΔΕΝ «θα επιλέξει ο νέος πρόεδρος» τα μεγάλα, τα καίρια, πολιτικά ζητήματα.

Η νέα «πρωταρχική συσσώρευση»

Η κρίση που ήρθε με πάταγο στην επιφάνεια το 2008, η οποία βέβαια είχε «ωριμάσει» τα προηγούμενα χρόνια, δεν είναι μια ακόμα κρίση από τις πολλές του καπιταλισμού. Άλλωστε ο καπιταλισμός δεν είναι ο ίδιος (βλέπε: Τι σόι καπιταλισμό έχουμε;) Είναι δομική και τραντάζει τους δύο βασικούς πυλώνες του μεταλλαγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Από τη μια την κερδοφορία του βιομηχανικού (παραγωγικού) αλλά και του χρηματικού κεφαλαίου, οικονομικός πυλώνας, και από την άλλη την κυριαρχία του, πολιτικός πυλώνας. Πρόκειται για κρίση που ακουμπά τον «σκληρό πυρήνα» των σχέσεων παραγωγής του καπιταλισμού αλλά και της αναπαραγωγής του συστήματος.

Οι διαπιστώσεις αυτές δεν είναι ξένες στις δυνάμεις του κεφαλαίου που εδώ και (τουλάχιστον) 20 χρόνια προωθούν μια άλλου τύπου «πρωταρχική συσσώρευση».

Την ενσωμάτωση όλων των επί μέρους εθνικών τμημάτων του κεφαλαίου σε ένα κέντρο με ενιαία καθοδήγηση. Πιστεύουν πως έτσι θα αποτραπούν οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί και θα περιοριστούν οι αντιθέσεις. Βασικός στόχος και επιδίωξη είναι η πλήρης καθυπόταξη των δυνάμεων της εργασίας, της επιστήμης, του πολιτισμού και των πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στις επιδιώξεις τους.

Το πρώτο «κάστρο» που έπρεπε να πέσει για την επίτευξη των στόχων του κεφαλαίου ήταν η δυνατότητα των κρατών να ρυθμίζουν κυρίαρχα τη λειτουργία των κοινωνιών τους και των οικονομιών τους.

Κι αυτή είναι ήδη από πολύ περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Φτάνει να σκεφτεί κανείς πως στην ασύδοτη κερδοσκοπία δεν μπορεί να στήσει ανάχωμα η ισχύς των κρατών, που αποδέχονται την ανταλλαγή κρατικής κυριαρχίας με τα «καλά λόγια» των αγορών.

Πρωταγωνιστής του σχεδίου της νέας «πρωταρχικής συσσώρευσης» είναι οι ΗΠΑ ενώ για την Ευρώπη πρωταγωνιστικός ρόλος έχει ανατεθεί στη Γερμανία. Ένα τέτοιο μακρόπνοο σχέδιο χρειάζεται και μια νέα πολιτική δομή και αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης. Με την ανοχή των ΗΠΑ λοιπόν αυτή έχει ήδη ανατεθεί στη Γερμανία την οποία οι ΗΠΑ δεν θεωρούν σοβαρό αντίπαλο δέος.

Όπως σωστά είχε πει ο Νουριέλ Ρουμπινί (συνέντευξη στη Bild Ιούνιος 2012): «Χωρίς το ευρώ, η Γερμανία θα ήταν οικονομικός και πολιτικός νάνος απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα».
Κίνα το αντίπαλο δέος.

Οι ΗΠΑ τα τελευταία (τουλάχιστον) 15 χρόνια αποδυναμώνονται οικονομικά και πολιτικά. Αντίθετα παραμένουν μακράν η πλέον ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Αυτή είναι μια μεγάλη αντίφαση και παραμένει ζητούμενο πως (και αν) θα λυθεί ειρηνικά. Οι ΗΠΑ δεν θα παραδώσουν οικειοθελώς τα κλειδιά της πρωτοκαθεδρίας τους, ούτε και θα τα μοιραστούν ισότιμα με τρίτους. Αντιλαμβάνονται πως σε 20 χρόνια η Κίνα θα τους έχει φτάσει οικονομικά και σε 30 και στρατιωτικά.

Αυτονόητο πως δεν κάθονται με «σταυρωμένα χέρια». Στις ΗΠΑ υπάρχει προ πολλού μια τεράστια μετατόπιση από την δυτική ακτή στην ανατολική. Κοντολογίς το κέντρο βάρους από τον Ατλαντικό μεταφέρεται στον Ειρηνικό. Το μικρό «κενό» στην Ευρώπη έρχεται να καλύψει η Γερμανία συμπληρώνοντας Γαλλία και Αγγλία.

Στην Ευρώπη οι θεμελιώδεις αλλαγές που συντελούνται στη γεωπολιτική της είναι ήδη ορατές. Σταδιακή αποδυνάμωση της νατοϊκής συμμαχίας, περιφερειοποίηση των συμμαχιών ασφαλείας και κυρίως η αναπτυσσόμενη ρωσογερμανική σχέση.

Η γερμανική Ευρώπη

Πριν από 25 χρόνια, μετά την επανένωση της Γερμανίας και πολύ περισσότερο μετά την καθιέρωση του κοινού νομίσματος, το ερώτημα της Ευρώπης ήταν αν θα έχουμε μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή μια Γερμανική Ευρώπη. Δεν αργήσαμε να πάρουμε μια γεύση της απάντησης.

Ειδικά τα τελευταία 15 χρόνια η γεύση έγινε κανονικό γεύμα που μας κάθεται όλο και πιο βαρύ. Η ρήση του Α. Τσίπρα πως «στην Ευρώπη δεν υπάρχουν ιδιοκτήτες κι ενοικιαστές»[2], είναι πολύ καλή ως στόχος που πρέπει να εκπληρωθεί και οφείλουμε να έχουμε όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες με αυτονόητο περιεχόμενο την ειρήνη, φιλία, συνεργασία κ.λπ. μεταξύ των λαών και προς όφελός τους.

Η αλήθεια όμως είναι πως σήμερα στην ΕΕ υπάρχει «ιδιοκτήτης» και αυτός είναι η Γερμανία. Μια Γερμανία που δεν είναι πλέον αυτή που ήταν πριν μόλις 25 χρόνια.

Η αυτοπεποίθησή της έχει επιστρέψει και μαζί ο εθνικισμός της και η επιδίωξή της για μια Ευρώπη με κράτη μέλη, κατ’ εικόνα και ομοίωση της ίδιας. Όπως έκαναν και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που ουσιαστικά ήταν copy και paste της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας.

Σε αυτή την Ευρώπη θέλει κράτη και λαούς οικονομικά εξαρτημένους σε μια ες αεί αιχμαλωσία. Σε αυτήν την Ευρώπη η ίδια θα έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο και φρόντισε από πολύ νωρίς γι’ αυτό.

Πρωτοστάτησε στην «κατασκευή» μια ευρωζώνης που στο DNA της είχε εξ’ αρχής ελλείμματα. Οργανωτικά, Πολιτικά, Δημοκρατικά, Οικονομικά ακόμα και Λογικά.

Έτσι ελαχιστοποιήθηκε η οποιαδήποτε παρέμβαση στην κατεύθυνση συνοχής και ομοιογένειας[3]. Οι συνακόλουθες παραμορφώσεις οδήγησαν στην παραγωγική αποδυνάμωση των ποιο αδύναμων χωρών και ανάλογη ενδυνάμωση της Γερμανίας.

Αυτή ήταν η μεγάλη ωφελημένη από την καταστροφή του παραγωγικού ιστού των αδύναμων μετά την άρση των εθνικών δασμών και την ανεμπόδιστη εισαγωγή των δικών της προϊόντων (αλλά και τρίτων χωρών) προς τις λιγότερο ισχυρές και φυσικά τις αδύναμες.

Το τελευταίο κομμάτι του πάζλ

Είναι αυτονόητο πως χωρίς την στήριξη των ΗΠΑ, η Γερμανία δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει ο οικονομικός ηγέτης της Ευρώπης. Στο σχεδιασμό των ΗΠΑ για μια νέα «πρωταρχική συσσώρευση», η Γερμανία ήταν ο κατάλληλος «παίκτης».

Αρκεί κανείς να την συγκρίνει με την Γαλλία η οποία: (i) Έχει μια σημαντική και πολυεπίπεδη παρουσία σε πολλά σημεία του πλανήτη (ii) Είναι πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος (με δικαίωμα βέτο) στο συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ (iii) Έχει μια ιστορική κληρονομιά (Διαφωτισμός, Γαλλική επανάσταση, συμμετοχή σε δύο παγκόσμιους πολέμους απέναντι στη Γερμανία) που ο απόηχος της παραμένει και σήμερα ζωντανός.

Αυτά τα τρία απουσιάζουν από την Γερμανία που ξέρει πως η οικονομική της δύναμη είναι απόλυτα εξαρτημένη. (i) Από την Γαλλία χωρίς την οποία δεν υπάρχει ευρωζώνη και συνακόλουθα η δική της οικονομική δύναμη. (ii) Από τις ΗΠΑ οι οποίες έχουν πολλές «μπρίζες» και κατά καιρούς φροντίζουν να τραβάνε κάποια για να το θυμίζουν στη Γερμανία. Πχ. το ασύλληπτο πρόστιμο στην Deutsche Bank.

Τι μένει λοιπόν για να συμπληρωθεί το πάζλ; Η επανένωση έγινε. Η οικονομική κυριαρχία επίσης. Τι λείπει; Μα φυσικά μια επανεξοπλισμένη Γερμανία.

Δηλαδή, αυτό που της απαγόρευσαν οι νικήτριες δυνάμεις του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Αυτό που ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στη Ευρώπη απαιτεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι θα φύγουν από την Ευρώπη. Άλλωστε από τότε που μπήκαν στην Ευρώπη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (επί προεδρίας Thomas Woodrow Wilson), ποτέ δεν έφυγαν και ούτε τώρα θα φύγουν.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι ζήτημα που ενδιαφέρει άμεσα τις ΗΠΑ. Αυτό που θα αλλάξει είναι η κατανομή των οικονομικών βαρών αλλά και του ανθρώπινου κεφαλαίου όπου και όποτε χρειαστούν επεμβάσεις προς αποκατάσταση της νέας τάξης που διαμορφώνεται. Σε άρθρο του ο Jens Stoltenberg, Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, δεν μπορούσε να το πει πιο ξεκάθαρα.

Το έδαφος λοιπόν για την άρση εξοπλισμού της Γερμανίας έχει ήδη καλλιεργηθεί και όπως λέει και ο λαός μας «Κυριακή κοντή γιορτή». Άλλωστε είναι κάτι που η Γερμανία δεν κρύβει. (Διαβάστε: «Το ξύπνημα του γερμανικού Imperium»).

Εν κατακλείδι η Γερμανία είναι μες στην καλή χαρά με την εκλογή του Τραμπ. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος, την κατάλληλη στιγμή, στην κατάλληλη θέση προκειμένου οι δυνάμεις του κεφαλαίου να προωθήσουν ακόμα περισσότερο τα σχέδιά τους για μια άλλου τύπου «πρωταρχική συσσώρευση». Τα περί «σοκ», «φόβου» κ.λπ. των Γερμανών από την εκλογή του Τραμπ, έχουν την ίδια αξία με τα παραμύθια της γιαγιά. Αποκοιμίζουν.
 
 Παραπομπές

[1] Χωρίς να επεκταθώ, μιας και το θέμα είναι πολύ μεγάλο, σημειώνω πως δεν είναι ειδικά και μόνο πληθυσμιακά τα κριτήρια που μια χώρα είναι μικρή ή μεγάλη.

[2] Π.χ. πέρυσι (4/2/2015) στη συνάντησή του με τον Ολάντ που επισκέφτηκε τη χώρα μας.  

[3] Πχ. Το οικονομικό πλεόνασμα δεν ανακυκλώνεται. Όμως η ιστορική κατασκευή όλων των νεοτερικών κρατών και κοινωνιών επέβαλε αλλά και προϋπέθετε ενεργές και συνεχείς παρεμβάσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα. Το σπουδαιότερο, τις συστηματικές και ηθελημένες μεταφορές πόρων από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες περιοχές γιατί μόνο έτσι κλείνει η ψαλίδα ανάμεσά τους. Έφτιαξαν κοινοτικό προϋπολογισμό μικρότερο του 1% του κοινοτικού ΑΕΠ!! Τα παντελώς ανεπαρκή κοινοτικά ταμεία είναι αδύνατο να πετύχουν την ευρωπαϊκή κοινωνική και κοινοτική ομοιογένεια. Αν υποθέσουμε πως την ήθελαν, που δεν την ήθελαν και δεν τη θέλουν.