Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο της ακτιβιστικής Έρευνας για την Κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη -από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι σήμερα- ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του πεζογράφου, ποιητή, κριτικού της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικού και ανθολόγου Περικλή Σφυρίδη.
 

Μου ζητήσατε να πω την άποψή μου για το «πώς φράσαμε ώς εδώ και τι πρέπει να κάνουμε». Για το «πώς φτάσαμε ώς εδώ» το καταλαβαίνω. Ο κάθε Έλληνας έχει την άποψή του πάνω σ’ αυτό το θέμα. Διάβασα αρκετές συνεντεύξεις που δημοσιεύσατε στο tvxs ∙ κάποιες θα τις προσυπέγραφα∙ άλλες μου φάνηκαν πρόχειρες ή μονομερείς. 

Για το τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα ειλικρινά δεν ξέρω, αφού κανείς δεν γνωρίζει πού οριστικά θα καταλήξουμε. Εδώ και τρία περίπου χρόνια μπάφιασα ν’ ακούω αναλύσεις για την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Ντόπιοι και ξένοι (πολιτικοί, οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι) μας βομβαρδίζουν συνεχώς λέγοντας ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. «Πρέπει να τιμωρηθούν οι Έλληνες για το σπάταλο κράτος που έχουν και την ανύπαρκτη δημόσια διοίκηση». «Όχι, πρέπει να τους σώσουμε», κάποιο άλλοι, «γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να καταρρεύσει το ευρώ και να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση». «Πρέπει να τηρήσουν τα όσα έχουν συμφωνήσει για να συνεχίσουμε να τους δανείζουμε», οι πρώτοι, «μέχρι να ηρεμήσουν οι “αγορές” που θύμωσαν και ν’ αρχίσουν πάλι τα δανεικά». «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό», λένε οι δικοί μας, «είναι όλων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. Δείτε τι γίνεται με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία».

Εγώ μέχρι τότε η μόνη αγορά που γνώριζα καλά ήταν η λαϊκή της γειτονιάς μου. Τώρα έμαθα για τις «άσπλαχνες» και «απρόσωπες» αυτές αγορές και για τους «τοκογλύφους» εταίρους μας της Ευρώπης, για το τρίτο Ράιχ της μαντάμ-Μέρκελ, όπως την αποκαλεί ο Τσίπρας, που ως σύγχρονος καλόγερος Σαμουήλ απειλεί να  ανατινάξει το Κούγκι για να αποδείξει για μια ακόμα φορά ότι οι Έλληνες προτιμούν τον θεληματικό θάνατο παρά τη σκλαβιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειλικρινά τα έχω χαμένα, κι ας έχω ανακατευθεί και με τα κοινά, ως ο επί δύο θητείες  πρώτος πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου  Θεσσαλονίκης (1975-1981) της μεταπολίτευσης. Φαντασθείτε τι αισθάνεται και τι καταλαβαίνει – ή, για την ακρίβεια, δεν καταλαβαίνει – ο μέσος πολίτης.

Αυτό που σίγουρα νιώθει στο πετσί του είναι η ελεύθερη πτώση του βιοτικού του επιπέδου με το οποίο είχε συνηθίσει – για την ακρίβεια πάλι, τον είχαν μάθει – να ζει τις τελευταίες δυο τρεις δεκαετίες, χωρίς να του έχουν πει –  οι πολιτικοί μας –  πως αυτή η φούσκα της πλαστής ευημερίας με δανεικά, που δανείζονταν οι άφρονες δικές μας κυβερνήσεις για λογαριασμό του, κάποτε θα έσκαγε και θα γέμιζε ο κόσμος με χρεοκοπημένους και ανέργους.

Και είναι αυτό το αίσθημα απόγνωσης και αγανάκτησης που κυριαρχεί σ’ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας που υποφέρει, το οποίο μετατρέπεται σε κοπρισμένο έδαφος που πάνω του θεριεύει ο επικίνδυνος αριστερός και δεξιός λαϊκισμός των άκρων.

            Δεν θα σας μιλήσω, επομένως, για το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Γιατί αν το επιχειρούσα όχι ως πολιτικός αναλυτής, ιστορικός ή οικονομολόγος – κάτι που δεν είμαι φυσικά – αλλά ως πολίτης που αγαπάει τον τόπο του αλλά βλέπει και τα ελαττώματα του λαού του, θα έπρεπε να ξετυλίξω το κουβάρι από πολύ μακριά.

Αν θέλετε από την εποχή της τουρκοκρατίας για να δούμε – και να μάθουμε όσοι δεν ξέρουμε – ποια ήταν η οθωμανική διοίκηση και πώς οι Γραικοί συναλλάσσονταν μαζί της.

Τότε θα διαπιστώναμε πως από τότε μέχρι σήμερα, στο νεοελληνικό πλέον κράτος δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Το μπαχτσίσι και το ρουσφέτι είναι λέξεις τουρκικές, χαρακτηριστικές για το πώς λειτουργούσε το χαώδες οθωμανικό κράτος. Σήμερα επί το ελληνικότερο το λέμε «λάδωμα», «διαφθορά», «συναλλαγή».

Βέβαια, την ίδια εποχή, η επανάσταση του 1821, γέννημα του ελληνικού Διαφωτισμού, που η Φιλική Εταιρεία ένωσε με τη δημιουργία της  σε κοινό αγώνα κατά των Τούρκων τους Κοτζαμπάσηδες, την Εκκλησία, τους Υδραίους και άλλους νησιώτες πλοιοκτήτες (οι περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν Αρβανίτες) και μαζί τα άτακτα ένοπλα σώματα των Αρματολών και Κλεφτών, η επανάσταση αυτή, λέω, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του 19ου αιώνα.

Ο ηρωικός αγώνας και οι θυσίες των αγωνιστών του 1821 επέφερε σημαντικό ρήγμα στην Ιερά Συμμαχία των Μεγάλων Δυνάμεων του 1815 με το κίνημα του Φιλελληνισμού που ανδρώθηκε στην Ευρώπη και την Αμερική και συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία του μικρού τότε νεοελληνικού κράτους.

Να μη ξεχνάμε όμως πως αυτές οι ηρωικές σελίδες της πρόσφατης ιστορίας μας αμαυρώθηκαν με τον σπαραγμό ανάμεσα σε φατρίες και είχε ως αποτέλεσμα τους δύο εμφυλίους πολέμους κατά τη διάρκεια της εξέγερσης.

Να μην ξεχνάμε πως αν δεν αποφάσιζαν οι Μεγάλες Δυνάμεις (Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία) να δημιουργηθεί το ελληνικό κράτος (κάθε μια για το δικό της συμφέρον, φυσικά), σήμερα δεν θα είμαστε εδώ να συζητάμε για την κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας και το πώς θα μπορέσουμε – αν μπορέσουμε – να την ξεπεράσουμε πάλι, όπως τόσες άλλες φορές στο πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν.

            Θα μου πείτε, «μα καλά, από τότε ώς τώρα δεν άλλαξε τίποτα στον τόπο μας;» Ασφαλώς και άλλαξαν πολλά, άλλαξε ο κόσμος όλος. Όταν ο Όθων αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, εκείνη ήταν ένα αρβανιτοχώρι επτά χιλιάδων κατοίκων και σήμερα είναι μια μεγαλούπολη τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων πατικωμένη στο τσιμέντο. 

Στον 20ό αιώνα η ανθρωπότητα γνώρισε δύο παγκόσμιους πόλεμους και μια επιστημονική / τεχνολογική εξέλιξη που κανείς όχι μόνο δεν μπορούσε να προβλέψει αλλά ούτε να τη φανταστεί. Και δεν θα άλλαζε η Ελλάδα;

Για τη νοοτροπία μιλώ του λαού μας, αυτή άλλαξε; Κι αν όχι, πώς μπορούμε να προσαρμοστούμε – και να επιβιώσουμε – ως χώρα στις νέες ραγδαίες εξελίξεις: επιστημονικές / πολιτικές / οικονομικές που φέρνει ο 21ος αιώνας με την παγκοσμιοποίηση;

            Ναι, δεν λέω, προσπάθειες να εκσυγχρονιστεί ο τόπος έγιναν. Και φωτισμένα μυαλά υπήρξαν και υπάρχουν – ελπίζω - ακόμα και άξιοι ηγέτες (για τους τωρινούς έχω σοβαρές επιφυλάξεις). Επειδή όμως – όπως εγώ τουλάχιστον πιστεύω – δεν άλλαξε η νοοτροπία του λαού μας, τα ιστορικά γεγονότα μιλούν από μόνα τους∙ τι να τα λέμε τώρα.

            Ο πρώτος που προσπάθησε να αλλάξει το χάος σε στοιχειώδη κρατική οντότητα (ας μη ξεχνάμε ότι τον κάλεσαν να κυβερνήσει, δεν ήρθε αυτόκλητος) υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ξέρουμε τη συνέχεια. Φατριασμοί, τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, των Φαναριωτών και των πλοιοκτητών, όλοι αυτοί που μέχρι την άφιξή του το 1827 τρώγονταν μεταξύ τους,  ενώθηκαν για να τον δολοφονήσουν στο Ναύπλιο στις 9 Οκτωβρίου του 1831.

            Να μιλήσουμε για τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον δεύτερο άξιο πολιτικό που προσπάθησε κι αυτός να φτιάξει κράτος; Να θυμηθούμε τα άρθρα του «Τις πταίει» στην εφημερίδα της εποχής Καιροί; Να πούμε το πόσες φορές από το 1875 ώς το 1894, που κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή του τόπου, τον έριξαν από την κυβέρνηση και το πόσες φορές τον ξαναφώναξαν για να σωθεί η Ελλάδα; Ή να θυμηθούμε ότι ελληνικά συμφέροντα έβαλαν τον βασιλιά Γεώργιο να αρνηθεί το νέο δάνειο που διαπραγματεύονταν η τελευταία κυβέρνηση Τρικούπη για να σταματήσει η Ελλάδα μονομερώς την καταβολή των δανείων που είχε συνάψει με τράπεζες του εξωτερικού και να πει το 1893 στη Βουλή ο Τρικούπης εκείνο το περίφημο: «Δυστυχώς επτωχεύσαμε» και λίγα χρόνια αργότερα (1896) να πεθάνει αυτοεξόριστος στις Κάνες;

            Δεν θα πω τίποτα για τον λαϊκισμό που επένδυσε πάνω στο από το 1844 ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας του Ιωάννη Κωλέτη, ο αρχηγός της τότε αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης για να ρίξει την κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη και ξεσήκωνε τον όχλο με την δική του έμπνευσης «Εθνική Εταιρεία». Με τον λαϊκισμό του οδήγησε την χώρα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και αν δεν υπήρχαν πάλι οι Μεγάλες Δυνάμεις (πέντε αυτή τη φορά – σχεδόν όλη η Ευρώπη) οι Τούρκοι θα μπορούσαν να είχαν φτάσει μέχρι την Αθήνα.

            Κι αλήθεια, τι να πούμε για τον Ελευθέριο Βενιζέλο; Τον άνθρωπο που διπλασίασε την ελληνική επικράτεια και όντως, αυτός, κατάφερε να μας κάνει σοβαρό και υπολογίσιμο κράτος; Να θυμηθούμε ότι τον αποκαλούσαν «όργανο ξένων δυνάμεων»; Ότι ο μητροπολίτης Ευθύμιος της Κρήτης τον χαρακτήρισε προδότη; Να κρύψουμε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αφόρισε τον Βενιζέλο; Ή να μη θυμηθούμε ότι δυο φορές επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν και μάλιστα στην πρώτη στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, όταν ερχόταν με την συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγ. 1820) στις αποσκευές του, που έκανε την Ελλάδα χώρα δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών;

Να μην αναρωτηθούμε πώς οι ένδοξοι και  νικηφόροι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι κατέληξαν με τον γνωστό, σαν χρόνια αρρώστια, διχασμό των Ελλήνων στη Μικρασιατική Καταστροφή;

            Ασφαλώς και νιώθουμε υπερήφανοι για το Αλβανικό Έπος του 1940 και για την Εθνική μας Αντίσταση εναντίον των κατακτητών της χώρας μας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Να αποσιωπήσουμε όμως ότι αυτή η μεγαλειώδης εθνική μας αντίσταση, που επαινέθηκε από συμμάχους και εχθρούς ακόμα, κατέληξε σε έναν αιματηρό Εμφύλιο πόλεμο, που δεν άρχισε το 1946, όπως γράφεται στα βιβλία της ιστορίας, αλλά το 1943 με την μια αντιστασιακή οργάνωση να πολεμά την άλλη;

Δεν σας θυμίζει κάτι αυτό; Εμένα μου μοιάζει καρμπόν της επανάστασης του 1821. Και ποιος ο λόγος αυτού του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού μετά τη λαίλαπα της Γερμανικής Κατοχής;

Το τι θα γινόταν στην Ελλάδα είχε καθοριστεί από τις Μεγάλες πάλι Δυνάμεις σε άλλο επίπεδο. Στη Γιάλτα που οι Τσώρτσιλ, Στάλιν και Ρούσβελτ μοίρασαν τον κόσμο ξανά και ταυτόχρονα υπονόμευαν υπόγεια οι ίδιοι τα όσα είχαν συμφωνήσει μέχρι που φτάσανε στον γνωστό «ψυχρό πόλεμο». Και εμείς, τα έξυπνα κορόιδα, με το γνωστό DNA του διχασμού μας σφαχτήκαμε πάλι. Αναρωτηθήκαμε γιατί;

Πιστεύω ότι ως λαός δεν διδασκόμαστε τίποτα από τα ιστορικά μας αμαρτήματα.

            Έτσι δεν διδαχτήκαμε τίποτα και από την επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών που ευτέλισαν κάθε έννοια εθνικής αξιοπρέπειας και σοβαρότητας και επέφεραν, πριν την πτώση τους, την εθνική τραγωδία της Κύπρου. 

Η μεταπολίτευση, που σε πολλά οφείλεται στη ηρωική εξέγερση των φοιτητών του πολυτεχνείου, διέψευσε τις ελπίδες ότι τα κόμματα και  πολιτικοί μας θα γίνονταν πιο συνετοί και θα έβαζαν το συμφέρον της χώρας πάνω από το συμφέρον των κομμάτων τους και της προσωπικής πολιτικής τους καριέρας.

Επέστρεψαν αδηφάγα να αλώσουν ξανά το κράτος, δηλαδή όλους εμάς τους νομοταγείς πολίτες που δεν κλέψαμε, που δεν λαδώσαμε κι ούτε λαδωθήκαμε, που δεν γίναμε αφισοκολλητές και κομματόσκυλα για μια – παράνομη – θέση στο δημόσιο ή αργομισθία σε κάποιο άλλο «φορέα», που συνεχώς δημιουργούσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του Πασόκ  για να τους παραδίνει ο ελληνικός λαός ξανά και ξανά ως λάφυρο την εξουσία.

Κι επειδή οι κρατικές δαπάνες γιγαντώθηκαν αρχίσαμε τα δανεικά και τώρα λέμε, ως έξυπνος λαός που είμαστε, να τα κάνουμε και αγύριστα, αφού «μαζί τα φάγαμε».

            Ο Κωσταντίνος Καραμανλής της μεταπολίτευσης γύρισε από το Παρίσι αρκετά αλλαγμένος. Έλυσε μια για πάντα – πιστεύω – το πολιτειακό ζήτημα και απαλλαχτήκαμε από το παλάτι που συχνά δίχαζε το λαό εξυπηρετώντας συμφέροντα άλλων. Ύστερα με εκείνο το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» μας έβαλε παρακαλετά στην Ευρωπαίκή Ένωση (τότε Ε.Ο.Κ.) μπας και γίνουμε σύγχρονο κράτος. Εσύ είσαι που το λες;

Την μεγάλη ευκαιρία να αλλάξει tη χώρα  την είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος κυριάρχησε πολιτικά, εκμεταλλευόμενος το αίσθημα αγανάκτησης του λαού μας που  δημιούργησε η απριλιανή χούντα.

Ευαγγελίστηκε την εθνική συμφιλίωση που θα έκλεινε το ζοφερό κεφάλαιο του Εμφυλίου. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, με εμένα που σας μιλώ να πρωτοστατώ, πιστέψαμε στον Αντρέα Παπανδρέου και τον αναδείξαμε πρωθυπουργό.

Αυτός όμως αντικατέστησε το κομματικό κράτος της δεξιάς με ένα δικής του έμπνευσης  που το στελέχωσε με νεαρούς κομματικούς προσήλυτους που έμειναν στην ιστορία ως «πρασινοφρουροί».

Δημιούργησε κομματικό στρατό συνδικαλιστών που και αυτοί νέμονταν το κράτος και τις επιχειρήσεις του. Εμπέδωσε την αντίληψη ότι κάθε παρανομία αποτελεί κεκτημένο δημοκρατικό δικαίωμα αν έχει ως αίτημα ακόμα και την πιο παράλογη και αντιδημοκρατική απαίτηση.

Σε μια από τις εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης, το Πασόκ κατέβηκε με το σύνθημα «Η ζωή είναι μαγκιά» (εμπνεύσεως Λαλιώτη). Το θυμάστε; Ε, αυτή τη «μαγκιά» δεν μπορούν πλέον να ανεχτούν οι κουτόφραγκοι εταίροι μας.

Από κοντά σ’ αυτό το ξεχαρβάλωμα του όποιου κράτους και τα κόμματα της αριστεράς για να μην μονοπωλήσει το  Πασόκ. την επιρροή του στα συνδικάτα. Η Ν. Δ., τις λίγες φορές που ο λαός, αγανακτισμένος από τα καμώματα του Αντρέα, της έδωσε την εξουσία, συνέχισε το ίδιο βιολί: αντέγραψε την πολιτική του Πασόκ που υποτίθεται πως ήθελε να την ανατρέψει.

Έτσι φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Με όλα αυτά τα γνωστά ασφαλώς και κοινότοπα, θέλω να πω ότι το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι μόνο πολιτικό και οικονομικό, που όντως είναι, αλλά κυρίως πολιτισμικό.

Πρόβλημα εμπεδωμένης νοοτροπίας από την εποχή της τουρκοκρατίας, που δεν ξέρω αν βίαια μπορεί ν’ αλλάξει με το πιστόλι στον κρόταφο που μας έχουν βάλει οι «απαίσιοι» εταίροι μας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την «απεχθή» τρόικά τους.

Επειδή ως πρακτικός άνθρωπος και ρεαλιστής, πιστεύω όχι μόνο στο γράψιμο αλλά και στη ζωή, δεν θέλω να κλείσω την μικρή αυτή πολιτολογική  περιδιάβαση στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, που οι περισσότεροι σήμερα νέοι μας –  έχω την εντύπωση –  είτε την αγνοούν είτε δεν την σκέπτονται, θα ολοκληρώσω την κουβέντα μας με δύο περιστατικά από την προσωπική μου εμπειρία.

Το δεύτερο μάλιστα, εντελώς πρόσφατο, θα μπορούσε να γίνει ένα ευτράπελο διήγημα, που φανερώνει όμως σε μια δεύτερη ανάγνωση το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία.
   
Ανακατεύθηκα, όπως σας είπα,  με τα κοινά πιστεύοντας ότι, μετά την τραυματική εμπειρία της απριλιανής δικτατορίας, τα πολιτικά κόμματα θα παρουσιάζονταν με άλλο πρόσωπο, πιο συνετό και εκσυγχρονισμένο. Εσύ είσαι που το λες ή μάλλον το πίστεψες;

Λέω του εαυτού μου. Λοιπόν, για να κατατοπιστούν οι αναγνώστες σας λίγα λόγια από την προσωπική μου «πολιτική / συνδικαλιστική» ζωή. Η χούντα με αποστράτευσε το 1968 δεκαπέντε μέρες πριν αποκτήσω το δικαίωμα για σύνταξη.

Όχι πως είχα κάνει κάποια ηρωική πράξη αντίστασης. Απλά, είχα εκδηλωθεί υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου στα Ιουλιανά γεγονότα του 1966.

Με στάμπαραν και από διευθυντή της Β΄ παθολογικής κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε. στη Θεσσαλονίκη φρόντισαν, λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα, να με στείλουν «εξορία» στη Σάμο και αμέσως μετά να με αποστρατεύσουν ευσχήμως για «λόγους υγείας».  

Το 1983 οι γιατροί του Ι.Κ.Α της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας με εξέλεξαν πρόεδρό τους για να ματαιώσουμε ένα φαύλο «εθνικό σύστημα υγείας» (εμπνευσμένο από έναν χουντικό καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που λεγόταν, αν θυμάμαι καλά, Πάτρας), το οποίο ήθελε να επιβάλει με τη βία ο δικτάτορας Παπαδόπουλος.

Συσπειρώθηκαν οι γιατροί γύρω μου, ξεσηκώσαμε και τους συναδέλφους της Αθήνας, καταφέραμε να το ματαιώσουμε. Τώρα, πώς γλίτωσα το κεφάλι μου είναι μια άλλη ιστορία (τα έχω πει όλα αυτά στο αυτοβιογραφικό μου μυθιστόρημα Ψυχή μπλε και κόκκινη). 

Ως υποψήφιος πρόεδρος πρέσβευα – αφελώς, όπως αποδείχτηκε – ότι ο συνδικαλισμός μετά την μεταπολίτευση έπρεπε να έχει πολιτικές θέσεις αλλά όχι κομματική εξάρτηση. Ξέρετε τι έκαναν τα κόμματα; Εννοώ όλα τα κόμματα: Ν.Δ. Ένωση Κέντρου Νέες Δυνάμεις, Πασόκ., ΚΚΕ εσωτ. και ΚΚΕ;

Κατέβασαν ενιαίο ψηφοδέλτιο όλα μαζί – ναι όλα μαζί! Χωρίς πρόγραμμα, με μόνο σύνθημα «να μην πέσει ο σύλλογος στα χέρια του χουντικού γιατρού!».

Βέβαια, καταποντίστηκαν. Δεν έβγαλαν ούτε ένα σύμβουλο στο διοικητικό συμβούλιο. Τότε ήταν που δουλέψαμε καλά. Εμείς πρώτοι εισηγηθήκαμε την καθιέρωση ενός δίκαιου και λειτουργικού εθνικού συστήματος υγείας που να βασίζεται σε  αξιοκρατία  κι όχι στην, προ της δικτατορίας, γνωστή  κομματοκρατία. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση εγώ κατέβηκα ξανά με ανεξάρτητους υποψήφιους.

Τα κόμματα αυτή τη φορά κατέβασαν δικά τους – το καθένα – «κομματικά» ψηφοδέλτια. Το σύνθημα άλλαξε: «Για να μην παραμείνει ο Σύλλογος στα χέρια του κομμουνιστή προέδρου!» Μέσα σε τρία χρόνια από χουντικός έγινα κομμουνιστής.

Πάλι την πάτησαν και δεν έβγαλαν ούτε έναν υποψήφιό τους για το διοικητικό συμβούλιο. Τότε έβαλαν στο στόχαστρο εμένα και τους ανεξάρτητους συμβούλους που είχα επιλέξει. Από το γραφείο μου πέρασαν όλα τα κόμματα, το καθένα με τις δικές τους προτάσεις, υποσχέσεις και προσφορές.

Από τους έντεκα μόνο τρεις αντισταθήκαμε. Όσοι ενέδωσαν έγιναν ευρωβουλευτές, πρόεδροι ασφαλιστικών οργανισμών, νοσοκομείων, αντιδήμαρχοι, κ. ά. Τον Τάσο Κουράκη, που ήταν τότε ο νεότερος σε ηλικία σύμβουλος, τον «στρατολόγησε» το Κ.Κ.Ε.

Τώρα τον βλέπω στην τηλεόραση να αγωνίζεται και αυτός για τη σωτηρία της χώρας μαζί με τον φίλο του, τον Τσίπρα. Όλοι γι’ αυτό αγωνίζονται, εντός ή εκτός ευρώ, δεν έχει σημασία. Το κόμμα να είναι καλά και για τη χώρα έχει ο Θεός...

Και αν νομίζετε ότι υπερβάλλω δεν έχετε παρά να αναζητήσετε τα πρακτικά των εκλογών του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης των ετών 1975 και 1978. Σας στέλνω απομαγνητοφωνημένη και την τελευταία ομιλία μου στη γενική συνέλευση του Συλλόγου στο Μακεδονία Παλάς, όπου από τον Μάρτη του 1982 είχα προειδοποιήσει το πού θα μας οδηγούσε αυτή η λυσσαλέα κομματικοποίηση των πάντων (ακόμα και των μαθητικών συμβουλίων στα γυμνάσια και λύκεια, το θυμάστε; Έλεγαν τα ποσοστά που πήρε κάθε κόμμα και στην τηλεόραση. Άσε τι έγινε και τι γίνεται με τα πανεπιστήμια. Κοινοτοπίες θα λέμε πάλι;).

Τα είπα κι έφυγα από την πολιτική αηδιασμένος. Ευτυχώς, γιατί με κέρδισε – βρήκα διέξοδο –  η λογοτεχνία.

Παραμένω όμως έντονα πολιτικοποιημένος, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Έλληνες – προσόν ή κουσούρι, δεν το ξέρω. Το να είναι κανείς έντονα πολιτικοποιημένος δεν σημαίνει ότι διαθέτει ταυτόχρονα και πολιτική κρίση. Καμιά φορά δεν διαθέτει ούτε κοινή λογική. Και τούτο είναι μειονέκτημα γιατί εκεί πάνω βασίζεται ο λαϊκισμός και φουντώνει.

Αυτός είναι ο λόγος που ενώ δεν ανήκω –δεν ήμουν ποτέ κομματικό στέλεχος – σε κανένα κόμμα, ψηφίζω όμως πάντα στις εκλογές. Γιατί, πώς να το κάνουμε. Αυτός ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί και εγώ θέλω να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι έριξα το ψηφουλάκι μου στο κόμμα που πίστευα κάθε φορά ότι θα πάει τη χώρα λίγο πιο μπροστά ή έστω δεν θα την γυρίσει πίσω.

Έτσι και φέτος. Παρόλα τα εβδομήντα εννιά μου χρόνια, πήρα το αυτοκίνητό μου από τη Θεσσαλονίκη και τράβηξα για τη Σκύρο, όπου έχω τα εκλογικά μου δικαιώματα. Ταξίδι μακρύ και κουραστικό.

Φτάνοντας ύστερα από πέντε ώρες οδήγηση στην Ερέτρια είπα να ξεγελάσω λίγο την πείνα μου. Εκεί, στο λιμάνι, γνωρίζω από χρόνια μια ψησταριά που κάνει ωραία σουβλάκια. Την δουλεύουν ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας. Η γυναίκα ψήνει τα σουβλάκια, ο άντρας – που έχει και τον ρόλο του αφεντικού – τα σερβίρει.

Εγώ τους ξέρω, εκείνοι όχι. Πού να με θυμούνται. Παράγγειλα τέσσερα σουβλάκια και μια μπίρα. Απέναντί μου κρεμασμένη σε τοίχο μια τεράστια αφίσα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων». Δέσποζε το παχουλό πρόσωπο του Καμένου, που φιγουράρει πλέον ως αρχηγός.

Αναπεπταμένη δίπλα του η ελληνική σημαία, υποδηλώνοντας την εθνικοφροσύνη του αρχηγού και του κόμματος. Τέλος με μεγάλα γράμματα η εξής λεζάντα: «Σώζουμε την ελληνική οικογένεια».

Όταν το αφεντικό ήρθε να μου σερβίρει τα σουβλάκια, τον ρώτησα: «Ποιος είναι αυτός:». «Ο Καμένος», απόρησε, «δεν τον ξέρεις;». «Όχι», του λέω, «είμαι μετανάστης στη Σουηδία, κι έχω χρόνια να έρθω στην πατρίδα μου. Τι είναι αυτός;», συνεχίζω να παριστάνω τον ανήξερο. «Αρχηγός κόμματος», μου λέει.

«Μια και ήρθα, λέω να ψηφίσω κιόλας», συνεχίζω. «Ξέρεις, χρόνια τώρα δεν τα πάω καλά με τη γυναίκα μου και κοντεύουμε να το διαλύσουμε. Τι λες, μπορεί να σώσει την οικογένειά  μου αν εκλεγεί;». Με κοιτάζει πονηρά. «Το ’πιασα, μεγάλε, το σχόλιό σου, καλό».

Εξακολουθώ να παριστάνω τον αφελή. «Δεν μου λες», τον ρωτάω πάλι, «κατεβαίνουν πολλά κόμματα στις εκλογές;». «Πολλά», απαντά, «επτά ή οκτώ θα μπούνε και στη Βουλή».

«Κι όλα αυτά θέλουν να σώσουν την Ελλάδα; Το καθένα με τον δικό του τρόπο που τον θεωρεί ως τη μοναδική σωτηρία; Γιατί δεν κάθισαν κάτω να δούνε ποια είναι η κατάσταση, τι και ποιοι έφταιξαν που φτάσαμε ως εδώ, και τι μπορεί να γίνει από δω και πέρα;».

«Σοβαρολογείς;» γελάει, «αυτά δεν γίνονται εδώ». «Έ, τότε», του απαντώ, «έχουν δίκιο που στη Σουηδία πιστεύουν όλοι πως οι Έλληνες θα χρεοκοπήσουν και θα επιστέψουν στη δραχμή».

Βλέπω ότι σοβαρεύεται. «Μήπως θα ήταν έτσι καλύτερα, κύριε» μου τα ρίχνει και φεύγει.

Ωχ, σκέφτομαι, έπεσα στο άλλο άκρο. Καθώς τον έβλεπα να χώνεται πίσω από τον πάγκο για να παραλάβει μια νέα παραγγελία, αναρωτιόμουν τι άραγε να σκέφτονταν για μένα.

Έπρεπε όμως να φύγω γρήγορα για να μην χάσω το φεριμπότ. Πήγα στην τουαλέτα να πλύνω τα χέρια μου. Σ’ ένα πλαστικό μπουκαλάκι βρήκα κάποιο υπόλοιπο απορρυπαντικού. Χαρτοπετσέτες όμως για  να τα σκουπίσω, πουθενά.

Τον είδα που στέκονταν πίσω από την ταμειακή μηχανή του μαγαζιού. «Τι σου χρωστάω, φίλε;» τον ρωτώ. «Εννιά ευρώ», μου λέει. Του δίνω δέκα ευρώ σκοπεύοντας το ένα να του το αφήσω φιλοδώρημα.

Παίρνει τα χρήματα, τα βάζει στο συρτάρι, και με κοιτάζει περίεργα που περιμένω. «Θέλετε τίποτα άλλο;» με ρωτάει. «Ναι απαντώ, την απόδειξη». «Με συγχωρείτε», δικαιολογείται, «την ξέχασα». «Ξέρω, ξέρω», του απαντώ, «όσες μέρες βρίσκομαι εδώ, οι μισοί Έλληνες επιχειρηματίες πάσχουν από αμνησία όταν πρόκειται να δώσουν αποδείξεις».

Σκυθρωπιάζει. «Τι να κάνουμε, κύριε», μου λέει θυμωμένα, «έτσι είναι εδώ!». «Εγώ όμως», του μπαίνω, «είμαι από τη Σουηδία, γι’ αυτό κόψε την απόδειξη και δώσε μου ρέστα ένα ευρώ!»

Έρχομαι τώρα και στο τελευταίο σας ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνουμε απ’ εδώ και πέρα;». Ειλικρινά δεν ξέρω.

Ποιοι; Εμείς; Οι άλλοι; Ο κόσμος όλος διανύει μια από τις πιο ρευστές (πολιτικά / κοινωνικά / οικονομικά) περιόδους. Θα μείνουμε μαζί με τους άλλους Ευρωπαίους μέσα στις εξελίξεις ή η ιστορία θα μας πετάξει έξω; Πάλι δεν γνωρίζω.

Παρηγορούμαι μόνο με αυτό που έγραψε ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του: «Αυτός ο τόπος ούτε χαλιέται κι ούτε γίνεται».

Περικλής Σφυρίδης
Σκύρος, Αύγουστος 2012

---
Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981.

Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό "Διαγώνιος". Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης "Παραφυάδα".

Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού "Το τραμ".

Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο "Παραμυθία Θεσσαλονίκης" για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997).

Στο διήγημα του "Το μυστικό" βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά "Η άλλη όψη" (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): "Καρτέλα ασθενούς" και "Το μπλέξιμο".

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας.

Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της "Εστίας" κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, "Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του" (2011).