Ο Αρχιμουσικός Ανδρέας Πυλαρινός- συμμετέχοντας στην διημερίδα της Εταιρείας Δικαιοφιλοσοφικής Ερεύνης, με θέμα «Ενέργημα, τυχαιότης και δίκαιο»- έκανε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρέμβαση, σχετικά με την λεγόμενη αλεατορική μουσική. Η μουσική αυτή εδράζεται πάνω στην έννοια του τυχαίου, όπως δηλώνεται και από τη λατινική ρίζα alea που σημαίνει ζάρι ή κύβος. Είναι δηλαδή η μουσική του τυχαίου.

Το μουσικό αυτό ρεύμα κάνει την εμφάνισή του μεταπολεμικά, κατά την εποχή δηλαδή που αρχίζει να αμφισβητείται συστηματικά το πνευματικό κλίμα της νεωτερικής εποχής και να αναζητούνται νέες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Η αλεατορική μουσική συνιστά αντίδραση στον « προκαθορισμό και πλήρη έλεγχο της μουσικής δημιουργίας», όπως λέει ο Πυλαρινός. Μπορεί ο συνθέτης να καθορίζει δηλαδή τα βασικά χαρακτηριστικά της σύνθεσής του, ωστόσο ο εκάστοτε ερμηνευτής προσθέτει νέα στοιχεία στο ρυθμό, την τονικότητα κλπ έτσι ώστε το αποτέλεσμα να διαφέρει από εκτέλεση σε εκτέλεση.

Ο συνθέτης επίσης αλεατορικής μουσικής βασίζεται στην τύχη, χρησιμοποιώντας τυχαίους αριθμούς στον υπολογιστή για να καθορίσει την τονικότητα. Ο Πυλαρινός τονίζει πως «ο αντισυμβατικός αυτός τρόπος μουσικής δημιουργίας και εκτέλεσης δίνει προβάδισμα στα ανορθολογικά στοιχεία στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας (τύχη, συναίσθημα, αίσθηση, έμπνευση) ενώ περιορίζει την επιρροή του ορθολογισμού που διέπει κάθε προκαθορισμένη μουσική φόρμα.

Έχουμε μπροστά μας εν προκειμένω μια πλευρά της φιλοσοφικής συζήτησης  περί δυνατοτήτων του ορθού λόγου στη διαδικασία της γνώσης του κόσμου. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον ορθό λόγο και την εμπειρία αναπαράγεται εδώ, στο χώρο της μουσικής, με την αντιπαράθεση της προκαθορισμένης φόρμας με την αλεατορική μουσική, η οποία δίνει προτεραιότητα στην εμπειρία.

Παρόλα αυτά, ο Πυλαρινός διευκρινίζει πως «οι απόψεις αυτές δεν αποκλείονται αμοιβαία, με αποτέλεσμα η φιλοσοφία της αλεατορικής μουσικής να είναι και ορθολογιστική και εμπειρική. Αν τραβηχτεί όμως στα άκρα ο εμπειρισμός, θεωρεί ότι όλες οι ιδέες προέρχονται από την εμπειρία είτε μέσω των πέντε εξωτερικών αισθήσεων, είτε μέσω των εσωτερικών αισθήσεων, όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση και επομένως η γνώση για την σύνθεση και την εκτέλεση του μουσικού έργου αλεατορικής μουσικής βασίζεται ουσιαστικά στην εμπειρία».

Μια κλασική τέτοια σύνθεση αλεατορικής μουσικής είναι η «Fontana Mix» του Τζών Κέητζ (1958), που αποτελείται από 10 σελίδες με έξι χαραγμένες γραμμές η καθεμιά και 10 σελίδες από διαφανές φιλμ, καλυμμένο με σημάδια σε τυχαία σημεία. Χρησιμοποιώντας τα επικαλυπτόμενα σημεία μιας περιοχής προβολής, οι δύο σελίδες (μία από τις χαραγμένες με γραμμές και μία με τα τυχαία σημεία) παράγουν συνδεόμενες γραμμές και μετρήσεις που μπορούν να αφορούν ιδιότητες του ήχου όπως, τονικό ύψος, ένταση, κ.ά. Ο εκτελεστής πλέον δε συναντά μια παρτιτούρα με την κοινή έννοια αλλά ένα μοντέλο που μπορεί να διαχειριστεί με το δικό του ελεύθερο τρόπο.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως η free jazz είναι κοντά στη λογική της αλεατορικής μουσικής, ακόμη και η bebop, που δίνει την έμφαση στον αυτοσχεδιασμό κατά την εκτέλεση ενός κομματιού, αλλά είναι γεγονός πως η αλεατορική μουσική είναι πλευρά της σύγχρονης μουσικής, μια ακραία της έκφανση, μετά από την ελεγχόμενη πρωτοπορία των ρώσων συνθετών του 20ου αιώνα.