Ενδιαφέρουσες προτάσεις κατέθεσε ο ηγέτης του SPD στην πρώτη φάση των συζητήσεων με τους Χριστιανοδημοκράτες: Να ξεκινήσει η συζήτηση για τη δημιουργία Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης με κατάληξη το 2025, να ενισχυθούν με πόρους οι χώρες της Νότιας Ευρώπης που έχουν υποστεί τα σοβαρότερα πλήγματα από την οικονομική κρίση, να θεσπιστεί θέση υπουργού Οικονομικών στην Ε.Ε., να αυξηθούν οι δαπάνες για την Υγεία, την Παιδεία και την κοινωνική ασφάλιση στη Γερμανία.

Η αντίδραση των δύο κομμάτων της Δεξιάς ήταν ακαριαία και όπως αναμενόταν αρνητική. Ο Πέτερ Αλτμάιερ, προσωπάρχης της καγκελαρίου Αν. Μέρκελ, δήλωσε ότι αντί να συζητάμε για μη ρεαλιστικά πράγματα (Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης), με τα οποία ασχολούνται οι ακαδημαϊκοί και οι δημοσιογράφοι, καλό είναι να επικεντρωθούμε στα θέματα της ανεργίας, της προστασίας των εξωτερικών συνόρων και του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής.

Και πρόσθεσε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα μετέφεραν την κυριαρχία των κρατών-μελών στις Βρυξέλλες και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η πλειονότητα των πολιτών δεν πρόκειται να στηρίξει κάτι τέτοιο».

Θα μπορούσε κάποιος να του αντιτείνει ότι το πρόβλημα σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι η σύγκλιση των οικονομικών πολιτικών -αυτή έχει επιβληθεί με το γερμανικής έμπνευσης Σύμφωνο Σταθερότητας- αλλά η σύγκλιση των οικονομιών ώστε να μειωθεί κάπως η απόσταση που χωρίζει τον Βορρά από τον Νότο. Επίσης ο προσωπάρχης της κ. Μέρκελ εκ της θέσεώς του οφείλει να γνωρίζει ότι σε πολλές χώρες της Ευρώπης υπάρχει αντιγερμανικό κλίμα.

Οι πολίτες -αυτοί που κατά τον κ. Αλτμάιερ θα αντιδράσουν στην εκχώρηση κυριαρχίας- είναι εδώ και καιρό εξοργισμένοι επειδή το Βερολίνο κάνει κουμάντο στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη και συμπεριφέρεται στις υπόλοιπες χώρες όπως ο ηγεμόνας στους υποτελείς του.

Συνειδητοποιούν πως η τάση δεν είναι προς μια ευρωπαϊκή Γερμανία, αλλά προς μια γερμανική Ευρώπη. Προοπτική που δεν αρέσει καθόλου στους πολίτες και γι’ αυτό σε κάθε χώρα υπάρχει εν υπνώσει (για την ώρα) ένα «Brexit» (αλλού μειοψηφικό, αλλού τείνει να γίνει πλειοψηφικό).

Η κατάσταση όμως βολεύει τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ της Γερμανίας, οι οποίες δεν δείχνουν πρόθυμες να διαπραγματευτούν τα κεκτημένα τους και όποτε πέφτουν στο τραπέζι ιδέες για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης και τη χαλάρωση της λιτότητας, τις απορρίπτουν μετά πολλών επαίνων, επικαλούμενες την ιερότητα των συμφωνιών.

Τη συγκεκριμένη ισορροπία έρχεται να αμφισβητήσει με τις προτάσεις του ο Μάρτιν Σουλτς, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μακρόν. Βεβαίως προκύπτει το ερώτημα: Εχουμε να κάνουμε με ολοκληρωμένο σχέδιο -προετοιμασμένο από καιρό- το οποίο η ηγεσία του SPD, έχοντας αποφασίσει τούτη τη φορά να πουλήσει πολύ ακριβά το τομάρι της για να δεχθεί να μπει στον μεγάλο συνασπισμό, θα το θέσει ως προαπαιτούμενο ή πρόκειται απλώς για ένα πυροτέχνημα που δεν θα έχει διάρκεια;

Οι παλινωδίες του Σουλτς το προηγούμενο διάστημα («μένουμε στην αντιπολίτευση», «ξανά εκλογές», «συζητάμε για μεγάλο συνασπισμό»), όπως και το γεγονός ότι η γραφειοκρατία του κόμματος δεν θέλει να χάσει τα προνόμια που απορρέουν από την άσκηση της εξουσίας, ακόμη κι αν περιοριστεί σε βοηθητικό ρόλο, δεν συνηγορούν υπέρ της πρώτης εκδοχής.

Ανάγωγα

Από τη συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία, Κιλιτσντάρογλου: «Θέλω να ρωτήσω τον κ. Ερντογάν: Γιατί εκεί δεν είπες τίποτα για τα 18 νησιά; Γιατί δεν ανέφερε τίποτα για τα 18 νησιά που βρίσκονται υπό κατάληψη; Αντί να ζητάει πίσω τα 18 νησιά του Αιγαίου, που έχει παράνομα καταλάβει η Ελλάδα, έκανε δηλώσεις για επικαιροποίηση της Συνθήκης της Λωζάννης». Μπροστά του ο Ερντογάν μοιάζει με περιστέρι της ειρήνης. Μήπως να ζητούσαμε κι εμείς πίσω την Πόλη και τη Σμύρνη; Βάλτε τώρα που γυρίζει η ρόδα της εθνικιστικής ανοησίας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών