Η φοροδιαφυγή είναι ένα μεγάλο πρόβλημα σε οποιαδήποτε χώρα, ειδικά όταν έχει σημαντικό ποσοστό ως προς το ΑΕΠ. Σε προηγούμενα άρθρα έχουμε αναφερθεί διεξοδικά για τα αρνητικά αποτελέσματα της φοροδιαφυγής, τα κίνητρα εμφάνισής της, τους μηχανισμούς καταπολέμησης και τα οφέλη από τη συρρίκνωσή της.

Ποιοι όμως είναι αυτοί που φοροδιαφεύγουν; Πρακτικά, δυνατότητα έχουν όλα τα νομικά και φυσικά πρόσωπα με οποιαδήποτε μορφής επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα ή όσοι έχουν ευκαιρίες αύξησης περιουσίας που υπόκειται σε φορολόγηση μέσω διαφόρων πηγών. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση ενός μεγάλου ποσοστού φοροδιαφυγής, ενδεχόμενα «αγκαλιάζει» πολλά κοινωνικά στρώματα ·όχι κατ’ ανάγκη, με κοινά συμφέροντα και επιδιώξεις. Επιπρόσθετα, η φοροδιαφυγή γίνεται αντιληπτή και ερμηνεύεται από τις διάφορες οντότητες, με σαφή υποκειμενικά κριτήρια. Για παράδειγμα, ιδιοκτήτης συνοικιακού καφέ, εκφράζει τη δυσαρέσκειά του γιατί ελέγχεται ως προς την έκδοση αποδείξεων, ενώ κατά την αντίληψή του δεν ελέγχεται ο μεγαλοεπιχειρηματίας. Την ίδια στιγμή, διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας που έχει έδρα και εγκαταστάσεις σε μεγάλη βιομηχανική περιοχή, διαμαρτύρεται στους ελεγκτές γιατί δέχεται έλεγχο ενώ «οι μεγάλοι μένουν στο απυρόβλητο!»

Αν προχωρήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος, τότε διαπιστώνουμε ότι βάσει στατιστικών στοιχείων, θύλακες της φοροδιαφυγής είναι οι -κατά γενική ομολογία- μικροί και οι μικρομεσαίοι επιτηδευματίες, ειδικά στις, μεταπρατικού χαρακτήρα και δίχως μεγάλη προστιθέμενη αξία, επιχειρηματικές δράσεις του τριτογενή τομέα, καθώς και η πλειοψηφία των ελευθέρων επαγγελματιών. Στους τελευταίους, πρωτεύουσα θέση στα φοροδιαφεύγοντα επαγγέλματα έχουν εκείνα που είναι απολύτως απαραίτητα για τους πολίτες και η εξάρτησή τους είναι μεγάλη (βλέπε γιατροί, δικηγόροι, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, συντηρητές, μηχανικοί αυτοκινήτων, κ.ά.).

Σε αυτό το σημείο, είναι καλό να σημειωθεί ότι η φοροδιαφυγή των «μεγάλων» έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Εστιάζεται κύρια στη φοροαποφυγή και εμφανίζεται με «νόμιμο μανδύα». Για την αποκάλυψή της απαιτούνται διαφορετικού προσανατολισμού και εξειδίκευσης ελεγκτικοί μηχανισμοί και μεθοδολογίες ελέγχου. Οπότε, η συνήθης εστίαση των κλασικών φορολογικών ελέγχων είναι στους μικρούς και στους μικρομεσαίους, όπου η δυνατότητα αποκάλυψης είναι μεγαλύτερη και η πιθανότητα συμμόρφωσης ισχυρότερη.

Από την άλλη πλευρά, εκείνη των ελεγκτικών μηχανισμών και του ανθρώπινου δυναμικού τους, διαπιστώνεται ότι η ανυπαρξία φορολογικής συνείδησης στα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα σε συνδυασμό με το ότι η φορολογική αυτοσυμμόρφωση βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο (κύριοι παράγοντες γι’ αυτά είναι: η χρόνια παθογένεια με τον φορολογικό νομικό γιγαντισμό και τις αλληλοαναιρέσεις, η απουσία -ουσιαστικού και ευρέως αντιλαμβανόμενου από τους πολίτες- κράτους δικαίου, οι πλείστες πολιτικές και εξωθεσμικές παρεμβάσεις, η πίστη του πολίτη ότι ο πολιτικός θα παρέμβει και ότι θα του λύσει το πρόβλημα, τα πολλαπλά φαινόμενα διαφθοράς στον φορολογικό μηχανισμό και η έντονα αρνητική άποψη των πολιτών για τους φορολογικούς ελεγκτές, η κουλτούρα προσωπικών σχέσεων, δημιουργίας κύκλων γνωριμιών και προσωποποίησης του ελέγχου και η υπέρμετρη γραφειοκρατία στην επιβολή και στην εφαρμογή του νόμου), δημιουργούν ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες στις προσπάθειες για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Είναι χαρακτηριστικές οι ατάκες ελεγχόμενων επιτηδευματιών: «τώρα που μ’ έγραψαν, θα κλείσω την ταμειακή μια και καλή!», «δεν πάτε και παρακάτω να ελέγξετε;», «ξέρετε ποιος είμαι εγώ που ήρθατε να ελέγξετε;», «τώρα θα πάρω τηλέφωνο και θα δείτε τι θα πάθετε!», «μόλις θα την έκοβα την απόδειξη και με προλάβατε!», «το όνομά σας… να τώρα το σημειώνω!»).

Η λύση δεν είναι να υπάρχει σε κάθε επιχειρηματία και ένας φορολογικός ελεγκτής, ούτε υπάρχει η δυνατότητα για συνεχείς, καθημερινούς και καθολικούς ελέγχους. Εν τοιαύτη περιπτώσει, σε ένα κράτος που βρίσκεται στον «εσωτερικό κύκλο» της Ε.Ε., η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής πρέπει να συγχρονίζεται με τις αντίστοιχες βέλτιστες πρακτικές που υπάρχουν σε άλλα κράτη-μέλη. Αυτές έχουν να κάνουν με έμμεσες τεχνικές ελέγχου, με έρευνες σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, με επικεντρώσεις σε θύλακες φοροδιαφυγής και με την τάχιστη επίλυση των φορολογικών υποθέσεων, ώστε να αρχίσει να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον όπου ο υπαίτιος τιμωρείται και ο φορολογικά συμμορφωμένος επιβραβεύεται.

Η κοινωνία δεν είναι ουδέτερη έννοια, ούτε όλοι είμαστε μέλη της, έχοντας ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες. Όλοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, αλλά είναι «στο χέρι» της φορολογικής διοίκησης και της πολιτείας να αποδείξουν ότι, ως προς τη φοροδιαφυγή, ουδείς διακρίνεται και κανείς δεν εξαιρείται. Αυτό δεν είναι τεχνικό ζήτημα, είναι πολιτική επιλογή. Πολιτική επιλογή που υλοποιείται έμπρακτα, συστηματικά και ανυποχώρητα.