Ποιοι όλοι δηλαδή; Πρώτα - πρώτα, τρώει το κανάλι που προβάλλει το πρόγραμμα. Με τόσο υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, η διαφήμιση που παίρνει, θυμίζει εποχές  προ κρίσης. Πίσω από το ίδιο το survivor, ακολουθούν μικρότερες εκπομπές του ίδιου καναλιού που τσιμπολογούν κι αυτές τα απομεινάρια [σαν τα πουλιά που καθαρίζουν τα δόντια του κροκόδειλου]. Μια συνέντευξη με τον παίκτη που αποχώρησε, ένα αγώνισμα, μια ψηφοφορία...

Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, άλλα, μικρότερα κανάλια τσιμπάνε κι αυτά μερικές μονάδες σε τηλεθέαση. Με συνεντεύξεις αλλοτινών παικτών ή με γνώμες ειδικών για τις επιπτώσεις της ασιτίας στην υγεία, με ό,τι μπορεί ο καθένας. Μετά την τηλεόραση, τσιμπολογούν - εννοείται -  τα υπόλοιπα Μέσα: ηλεκτρονικά και μη. Τα περιοδικά με συνεντεύξεις και εξώφυλλα αλλά ιδιαίτερα, τα sites που έχουν ξεσαλώσει με αληθινές και πλαστές ειδήσεις για κάθε ημι - διάσημο ή άσημο παίκτη.

Επιπλέον, σε αυτό το survivor, πολύ δυναμική είναι και η παρουσία των χορηγών. Παστέλια, μακαρόνια, φέτα, κοτόπουλα... Αγαπημένα ελληνικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας, αναλαμβάνουν να θρέψουν τους θεονήστικους παίκτες και να μασουλήσουν κι αυτά ένα καλό κομμάτι από την πίτα της τηλεθέασης, ένα γερό μερίδιο από την τεράστια επιτυχία του προγράμματος.  

Οι μόνοι που δεν τρώνε είναι οι παίκτες. Αυτοί ελπίζουν να φάνε στο τέλος.

Όσο κι αν το καταγγέλλουν οι φιλότιμοι καθηγητές από τη Θεσσαλονίκη ως τηλεσκουπίδι... το survivor [που παιχνίδι δεν είναι, ας μην γελιόμαστε], σαρώνει! Πού οφείλεται όμως η τόσο μεγάλη επιτυχία ενός παλιού concept; Στο κάτω - κάτω, δεν είναι η πρώτη φορά που προβάλλεται. Θα μπορούσε να το πει κανείς και ξαναζεσταμένο φαϊ [αν δεν πρωταγωνιστούσε η πείνα].

Στοιχείο ένα: Το αχόρταγο μάτι. Ένα από τα πρώτα άρθρα - αναλύσεις σε ηλεκτρονικό Μέσο, απέδιδε την επιτυχία στο θέαμα που προσφέρει: όμορφοι, καλογυμνασμένοι άνθρωποι [όπως θα θέλαμε να είμαστε] σε εξωτικά τοπία [όπου θα θέλαμε να βρεθούμε] επιδίδονται σχεδόν γυμνοί σε αθλητικές δραστηριότητες [που θα θέλαμε να κάναμε αν δεν υπήρχε ο κρυφός μαγνήτης που μας κρατά βυθισμένους  στον καναπέ].

Ισχύει - ίσως - για το πρώτο διάστημα. Καθώς όμως περνά ο καιρός, τα σώματα αδυνατίζουν, σχεδόν καταρρέουν, οι δοκιμασίες επαναλαμβάνονται, δεν είναι πια πρωτότυπες. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι όμορφοι και επιθυμητοί πλέον... Βρώμικοι, αξύριστοι οι άντρες, με ταλαιπωρημένα ρούχα και ακόμη πιο ταλαιπωρημένα σώματα. Το τοπίο δεν είναι πάντα παραδεισένιο, ιδιαίτερα όταν βρέχει με το τουλούμι και η καλύβα μπάζει νερό από παντού κι όλα βουλιάζουν στη λάσπη. Η τηλεθέαση όμως, συνεχίζει να ανεβαίνει. Τι στην ευχή βλέπουμε;

Τίποτα περισσότερο από την αγωνιώδη προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων να εξασφαλίζουν με όποιο κόστος ένα πιάτο φαγητό. Το μάτι του τηλεθεατή δεν χορταίνει να καταναλώνει... την πείνα, την εξαθλίωση και την κατάντια των παικτών. Τον πάτο της άδειας κατσαρόλας. Κυριολεκτικό και μεταφορικό.

Στοιχείο δύο: Η κλειδαρότρυπα. Δυνατό χαρτί σε κάθε reality εγκλεισμού. Ο συχρωτισμός με τόσους άγνωστους ανθρώπους, ο ασφυκτικός περιορισμός ζωτικού χώρου, η έλλειψη ιδιωτικότητας,  ο ανταγωνισμός, η διαδικασία κατάδοσης ενός συμπαίκτη σε κάθε ήττα, πάντα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για κλίκες, σπιουνιές, πισώπλατα μαχαιρώματα, μπηχτές, κόντρες, μαλλιοτραβήγματα, κι άλλες «ανώτερες» συμπεριφορές. Πόσω μάλλον όταν οι παίκτες πεινάνε κιόλας.

Στοιχείο τρία: Ο διχασμός. Βγαίνεις σε μια παρέα και η ερώτηση είναι: «Με ποιους είσαι; Εγώ είμαι με τους Μαχητές». Με τους Μαχητές ή με τους Διάσημους;  Το χουμε τελικά στο dna μας τον διχασμό. Πρέπει να είμαστε είτε από δω, είτε από κει. Με το Γαύρο ή με τον Βάζελο. Με τα μπουζούκια ή με το έντεχνο. Με τους αριστερούς ή με τους δεξιούς. Με το Ναι ή με το Όχι. Με την ίδια παθιασμένη διάθεση φέτος είμαστε με τους Μαχητές ή με τους Διάσημους. Απλό.

Εντάξει, αλλά το αχόρταγο μάτι, η κλειδαρότρυπα και ο διχασμός υπήρχαν πάντα. Γιατί τέτοια τεράστια επιτυχία τώρα; Μέσα στην κρίση;

Ακριβώς γι αυτό. Ακριβώς τώρα, μέσα στην κρίση, που έχουμε πτωχεύσει από χρήματα, ποιότητα ζωής και αξίες, τώρα περισσότερο από ποτέ, έχουμε - ως φαίνεται - την ανάγκη να βλέπουμε κάποιους που περνούν πιο δύσκολα από μας. Τώρα θέλουμε να βλέπουμε τους άλλους να ξύνουν τον πάτο της μαυρισμένης κατσαρόλας. Οι παίκτες του survivor είναι οι άστεγοι της τηλεόρασης. Μπορούμε να χαζεύουμε ώρες την κατάντια τους  χωρίς ενοχές [«τι φταίμε εμείς; αφού οι ίδιοι αποφάσισαν να εκτεθούν»] κι αυτό να μας καθησυχάζει. Οι συνθήκες του survivor: πείνα, βρώμα κι εξαθλίωση είναι το «υπάρχουν και χειρότερα» που λένε κι οι Κατσιμιχαίοι... Που τα περνούν οι άλλοι, όχι εμείς.

Έτσι, όσο αυτοί πεινάνε, τόσο μπουκωνόμαστε εμείς οι τηλεθεατές. Τόσο καταβροχθίζουμε ταλαιπωρία, κατάντια, ρουφιανιά, αναξιοπρέπεια. Και για επιδόρπιο, μπαίνουμε στα social media να γράψουμε ή να διαβάσουμε και κάποιο σχόλιο... Να καταπιούμε άφθονη διαδικτυακή χολή, για τη χώνεψη.

Να λοιπόν που όλοι τρώνε απ’ το survivor. Το ’παμε από την αρχή. Από τον τούρκο παραγωγό, τους συντελεστές, το κανάλι, τα άλλα Media, τους χορηγούς μέχρι εμάς τους τηλεθεατές. Τι τρέφουμε εμείς; Τι άλλο; Τα κατώτερα ένστικτά μας. Που με την κρίση, έχουν βγει πιο πεινασμένα στην επιφάνεια και θέλουν να καταβροχθίσουν τα πάντα, δεν χορταίνουν με τίποτα.

Φωτογραφία από την αρχή του παιχνιδιού όταν οι άντρες είχαν ακόμη κοιλιακούς ή κοιλίτσα και οι γυναίκες στήθος... Μπροστά με τα μαύρα, ο Τούρκος παραγωγός του Survivor που διεκδικούσε και ελληνικό κανάλι...