Αντέχουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους; Αν ναι, θα αντέξουμε να βρούμε ένα όνομα και για τα Σκόπια.

Γιατί, τα τελευταία χρόνια συστηματικά, διπλωματικά και διεθνώς η πολιτική τάξη της γειτονικής χώρας φρόντισε να αναγνωριστεί το μικρό της κρατίδιο με ένα βαρύ όνομα: «Macedonia». Φρόντισε, όταν η δική μας πολιτική τάξη αδρανούσε, φοβόταν το μικροπολιτικό κόστος ή δείλιαζε, να παρίσταται στα διεθνή fora, να διαφημίζεται στα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά δίκτυα του πλανήτη, να ντιλάρει σε διπλωματικούς διαδρόμους τη δική της οπτική. Γιατί, εμείς ήμασταν εκτός κάδρου.

Ερήμην μας, όσο και αν μας πειράζει, όσο και αν απέχει η εκδοχή τους από την αλήθεια του Δίου, της Βεργίνας, της Πέλλας, της Πύδνας, της Μίεζας, από τα ιερά και όσια των Μακεδόνων, εν πολλοίς τα κατάφεραν. Κατάφεραν να επιβάλουν την εκδοχή τους σε περίπου 140 χώρες.

Τώρα, 25 χρόνια μετά, είναι η ώρα για τη δική μας εκδοχή. Είναι η ευκαιρία να μπει ένας τίτλος, διεθνής και αδιαμφισβήτητος. Σεβαστός από όλους, για όλες τις χρήσεις, μοναδικός στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών. Ένα διπλωματικό ανάχωμα στον αλυτρωτισμό και την παραποίηση. Δεν είναι εύκολο. Δεν έχει, ωστόσο, εφευρεθεί ακόμη η μηχανή του χρόνου για να γυρίσουμε το χρόνο πίσω.

Στην εξέδρα του συλλαλητηρίου του 1992, που αποδείχθηκε εφαλτήριο για τα βουλευτικά έδρανα, το δημαρχιακό θώκο, για κάθε λογής οφίκια, παράσημα και τοπικά αξιώματα. Τα λάφυρα της «μακεδονομαχίας» είναι ακριβά, όσες φορές κι αν μοιράστηκαν ή εξαργυρώθηκαν. Και λάμπουν και πάλι, σαν τον ατόφιο χρυσάφι των αρχαίων Μακεδόνων, έλκοντας νέους, επίδοξους «μακεδονομάχους». Και ας μην έχουν ακουμπήσει ποτέ οι ίδιοι τα δάχτυλά τους στα βράχια της Πύδνας και ας δεν έχουν περάσει ποτέ μέσα από τα καλάμια στα ρυάκια του Δίου. 

Από το 1992 μέχρι σήμερα μεσολάβησαν πολλά: ένα εμπάργκο που γονάτισε οικονομικά την εμπορική καρδιά της Θεσσαλονίκης από την Εγνατία μέχρι το Βαρδάρη, ο πόλεμος στη Σερβία που έδωσε τη χαριστική βολή, στερώντας βασική εισροή εισοδήματος στο λιανεμπόριο και τον τουρισμό της περιοχής και η οικονομική κρίση ως κερασάκι στην τούρτα, σπέρνοντας χιλιάδες λουκέτα και εκτοξεύοντας στο  62% την τοπική ανεργία. Μόνο που τότε δεν στήθηκαν εξέδρες, ούτε βρέθηκαν ένθερμοι «μακεδονομάχοι» για να ανασχέσουν την παρακμή.

Αντέχουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους; Αν ναι, θα αντέξουμε να βρούμε ένα όνομα και για τα Σκόπια. Γιατί, όταν μας ξεχάσουν και πάλι οι «μακεδονομάχοι», εμείς θα μοιραζόμαστε με τους γείτονές μας την ίδια ξαπλώστρα στη Χαλκιδική.