Τα πρόσφατα παραδείγματα του πολιτικού “διαλόγου” αποδεικνύουν πως η κινητοποίηση πρωτόγονων αμυνών, όπως η διχοτόμηση, η προβολή, η προβλητική ταύτιση, η άρνηση και η ενδοβολή διατρέχουν, αυταρχικά, σχεδόν όλες τις τάσεις του πολιτικού φάσματος.

Οι πυρκαγιές έγιναν αφορμή για μια εξοντωτική αντιπαράθεση συμψηφισμού των ευθυνών (πόσα στρέμματα κάηκαν τώρα και παλαιότερα). Οι προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρατικής δυσλειτουργίας και της άναρχης οικοπεδοποίησης έμειναν ξανά στη λήθη και στο περιθώριο κάθε δημόσιου προβληματισμού.

Η άρνηση της κυβέρνησης για συμμετοχή στο αντικομμουνιστικό συνέδριο της Εσθονίας προκάλεσε την αναζωπύρωση εμφυλιοπολεμικών απωθημένων και του ακατέργαστου στη συλλογική μνήμη τραύματος του διχασμού ακυρώνοντας κάθε νηφάλια σκέψη κατανόησης και κριτικής της πραγματικότητας των βαλτικών χωρών σε σχέση με την ΕΕ αλλά και της ΕΕ σε σχέση με την ιστορία της.

Κατανοώ τον Αλλο σημαίνει ότι μέσω της ενσυναίσθησης έχω μια αναπαράσταση αυτού του Αλλου, ακόμη και αν είναι ξένος. Ωστόσο, η ενσυναίσθηση στους πολιτικούς, όσοι την διαθέτουν, χρησιμοποιείται κυρίως σαν εργαλείο ψηφοθηρικης σαγήνης.

Η πόλωση μπορεί να ερμηνευθεί, εντελώς σχηματικά, σε δύο άξονες:

  • Η κατάρρευση του κοινωνικού μεταπλαισίου.
  • Η ανυπαρξία ενός ενδιάμεσου χώρου, ψυχικού και κοινωνικού, που θα επέτρεπε τον αναστοχασμό και την ανοχή απέναντι στη διαφορετικότητα.

Αυτό που ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ρενέ Καές ονομάζει “κατάρρευση του μεταπλαισίου” των σύγχρονων δυτικών κοινωνικών, δηλαδή των ιστορικών σημείων αναφοράς τους, αναφέρεται στη διάλυση του κοινωνικού δεσμού, στην ανικανότητα νοηματοδότησης και υποκειμενοποίησης (δηλαδή να αναλογιζόμαστε τη θέση μας ως υποκείμενα απέναντι στα εξωτερικά γεγονότα), στην εξαφάνιση των μεγάλων αφηγήσεων αλλαγής του κόσμου, στο έλλειμμα και το κενό στην καθημερινή ζωή.

Οταν το μεταπλαίσιο είναι τόσο ρευστό και αβέβαιο, η ικανότητα να κρατάμε τα αντίθετα ενωμένα περιορίζεται δραματικά και επιταχύνεται η καταφυγή στους πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας και καταστροφής του Αλλου.

Ο Αγγλος παιδίατρος και ψυχαναλυτής Ντ. Βίνικοτ είχε κάνει μια συγκλονιστική ανακάλυψη ήδη από το 1951, γι αυτό που ονόμασε “ενδιάμεσο χώρο” ή “περιοχή”, που τοποθετείται από την βρεφική ηλικία ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα, στο μέσα και στο έξω. Το μικρό παιδί, αν το περιβάλλον είναι υποστηρικτικό, έχει την ικανότητα να κάνει ένα διαρκές πέρασμα ανάμεσα στο “εγώ” και στο “μη εγώ” κάτι που του επιτρέπει να παίζει, να ονειροπολεί, να έχει έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις πρωταρχικές του ανάγκες (πείνα, δίψα, χάδια) και στην αναμέτρησή του με την εξωτερική πραγματικότητα. Οταν λειτουργεί με επάρκεια αυτός ο μεταβατικός χώρος, ενεργοποιείται η ψυχική ικανότητά για αναπαράσταση του ξένου, του Αλλου, όχι σαν κάτι τρομακτικό και απειλητικό, αλλά και την απουσία των οικείων σαν δυνατότητα δημουργικής φαντασίωσής τους. Οταν αυτός ο ενδιάμεσος χώρος, μεταξύ του μέσα και του έξω, δεν λειτουργεί, οδηγεί το άτομο σε τάσεις αντικοινωνικές αλλά και στην προσφυγή στους πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας που αναφέραμε ήδη.

Η καταστροφικότητα, η πόλωση και ο φανατισμός που εκφράζονται μέσα από την ανεπιτυχή επεξεργασία των ελλειμμάτων, δηλαδή την απουσία του ενδιάμεσου χώρου, είναι κατά τη γνώμη μου αυτό που δομικά καθορίζει την ήττα της σκέψης, του ορθολογισμού και της δημιουργικότητας. Η κατάργηση αυτής της συνθήκης δεν συνδέεται απαραίτητα με την πολιτική συγκρότηση του ενδιάμεσου χώρου, γιατί ο φανατισμός υπάρχει και σε αυτόν τον χώρο αφού το ψυχικό έλλειμμα πίσω από τον φανατισμό διατρέχει οριζόντια το  σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Η δημιουργία του απαραίτητου αυτού ενδιάμεσου ψυχικού χώρου για την επανανοηματοδότηση του ισχνού πολιτικού διαλόγου οφείλει να ξεκινήσει από την ουτοπική επανεκπαίδευση του συνόλου των συντελεστών του.

Oι κίνδυνοι που απειλούν σήμερα τις δημοκρατίες δεν προέρχονται πλέον από τους εξωτερικούς εχθρούς οι οποίοι θέλουν να τις καταστρέψουν, αλλά εκ των έσω, από τις ίδιες τις δημοκρατίες και τις «εκπτώσεις» στις αρχές τους. Όπως υπογραμμίζει ο Γάλλος διανοητής Αλαίν Μπαντιού, πρέπει να βρούμε μορφές παρέμβασης που, όντας συνεκτικές και αποτελεσματικές, να παραμένουν στενά συνδεδεμένες με το κοινωνικό γίγνεσθαι και να υπερβαίνουν τα στενά όρια των κομματικών διαδικασιών. Η έννοια-κλειδί εδώ είναι η κατεύθυνση, ο προσανατολισμός και όχι η διεύθυνση, η καθοδήγηση.

Τέτοιες μορφές μπορεί να είναι μόνιμα think tanks των κομμάτων και κοινωνικών φορέων, ανεξάρτητων γνωμοδοτικών αρχών, η συμμετοχή των οποίων σε ένα διάλογο με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον να εμπεδώνει σταδιακά μια νέα κουλτούρα συναινετικού διαλόγου, όπου οι συγκρούσεις και διαφωνίες να επιτρέπουν μια δυνατότητα σύνθεσης, ενάντια στην πόλωση.

Η πρόκληση αυτής της συγκεκριμένης ουτοπίας είναι μπροστά μας. Έχουμε άραγε ως κοινωνία την  ωριμότητα να την πραγματώσουμε εν μέσω κρίσης;

* Ο Στ. Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής.

Από την εφημερίδα "Νέα Σελλίδα"