Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δυόμισι ώρες ημερησίως είναι ο μέσος χρόνος που δαπανούν οι Έλληνες στο Ίντερνετ, ενώ από αυτόν τον χρόνο περίπου μιάμιση ώρα την αφιερώνουν σε περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα.

Οσοι/ες ασχολούνται με το υπόλοιπο κομμάτι του διαδικτύου (sites, ενημερωτικά πόρταλς, blogs, κλπ) ξέρουν πολύ καλά, ότι μια «είδηση» δεν μπορεί να υπάρξει ως τέτοια, αν πρώτα δεν υπάρξει ως «είδηση» στα κοινωνικά δίκτυα, κάτι που μοιραία οδηγεί και στην «παραγωγή ειδήσεων» που θα «παίξουν» τα κοινωνικά δίκτυα.

Ομως, η αναπαραγωγή αυτών των πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, έχει μια δομική αδυναμία: Αυτά τα τελευταία δεν μπορούν να την αναπαράγουν ολόκληρη, παρά μόνο ένα μικρό μέρος της, συγκεκριμένα την φωτογραφία (που συνοδεύει την πληροφορία) και τον τίτλο.

Αυτό μοιραία οδηγεί στην «αυτονόμηση» πολλές φορές του τίτλου και της φωτογραφίας από την πληροφορία.  Εφόσον ο στόχος είναι η προσέλκυση επισκεπτών και εφόσον η μέση παραμονή ενός επισκέπτη σε μια ιστοσελίδα, είναι συνήθως κάτω του ενός λεπτού, αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην ¨εκπαίδευση των χρηστών» στο να ενημερώνονται από τον… τίτλο και την φωτογραφία και όχι από την είδηση ή την πληροφορία πάνω στην οποία στηρίζονται τόσο ο τίτλος και η φωτογραφία.

Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα εδράζεται η επικοινωνιακή τακτική των αντιπάλων της κυβέρνησης προκειμένου να την αποδομήσουν :

Ξεκινάει πάντα με έναν τίτλο, που πολλές φορές δεν έχει σχέση με την «είδηση» ή έχει πολύ μικρή σχέση με αυτή, τόσο μικρή που στην ουσία να την παραμορφώνει. Το γεγονός ότι συνήθως φορέας τέτοιων «ειδήσεων» είναι το «πρώτο φλέμα» ή άλλα αντίστοιχης ποιότητας παπαγαλάκια, δεν προβληματίζει καθόλου, από τη στιγμή που η πλειοψηφία των χρηστών, δεν δίνει σημασία στην πηγή της είδησης.

Στον βαθμό που αυτή η είδηση (μέσω του τίτλου της) γίνεται «viral» αναλαμβάνουν τα συστημικά ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ να την αναπαράγουν στα βραδινά δελτία τους, με αυτό τον τρόπο κατοχυρώνεται η σοβαρότητα της «είδησης», ενώ στο ενδιάμεσο έχουν αναλάβει να την στηρίξουν, βουλευτές και στελέχη των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Δείτε για παράδειγμα τι έγινε στην περίπτωση των λεγόμενων «πλαστών πτυχίων»: Γεννήθηκε στο ¨πρώτο ψέμα», αναπαράχθηκε στα κοινωνικά δίκτυα, στηρίχθηκε από βουλευτές και στελέχη της ΝΔ, έπαιξε στα συστημικα ΜΜΕ. Το ίδιο γίνεται και με την υπόθεση  «offshore» ο ίδιος «κύκλος» ακολουθείται και εδώ, όπως και σε μια σειρά από αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν.

Εφόσον ο μέσος πολίτης έχει εκπαιδευτεί να ενημερώνεται από «τίτλους» και εφόσον ο τίτλος έχει κατακτήσει την αυτονομία του από την είδηση, τίποτα από εκεί και πέρα δεν τους σταματά. Εξάλλου το ψέμα, ειδικότερα το ψέμα της «μιας γραμμής» όσο μεγαλύτερο είναι, τόσο το καλύτερο: Κανένας δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένα μεγάλο ψέμα, που διαδίδεται μέσα από «επίσημα» κανάλια, δεν είναι ψέμα.

Η αποδόμηση ενός μεγάλου (ή ακόμα και μικρού ψέματος) έχει, τώρα πια, μια δυσκολία: Θα πρέπει να ακολουθήσει τους ίδιους ακριβώς δρόμους που ακολουθεί η ψεύτικη είδηση, αλλά αυτό πρακτικά δεν μπορεί να γίνει, γιατί η αποδόμηση του ψέματος δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός τίτλου, αλλά υπόθεση ενός ολόκληρου κειμένου. Η σύγκρουση ανάμεσα στο ψέμα της μιας γραμμής και την αλήθεια των πολλών γραμμών είναι απείρως συντριπτική υπέρ του ψέματος.

Είναι λοιπόν η κυβέρνηση, αλλά και ο κόσμος της αριστεράς γενικότερα, με δεμένα τα χέρια και χωρίς καμιά δυνατότητα να απαντήσουν στα επικοινωνιακά πυρά ενός αδίστακτου αντιπάλου;

Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση είναι «ναι» αν η κυβέρνηση και ο κόσμος της αριστεράς γενικότερα επιχειρήσει να απαντήσει με τα ίδια όπλα, δηλαδή μέσω μια αντίστοιχης επικοινωνιακής τακτικής. Αυτό για τον απλό λόγο, ότι η αλήθεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί ποτέ με «μια γραμμή» ή αν γίνει αυτό εφικτό, δεν μπορεί να έχει την ίδια «ελκυστικότητα» που έχει το ψέμα «της μιας γραμμής».

Ο πιο βασικός λόγος, όμως είναι ότι η «αλήθεια» είναι κάτι που πρέπει κάποιος/α να την βιώσει, σε αντίθεση με το «ψέμα», που δεν χρειάζεται κάποιος/α να το βιώσει, γιατί όταν συμβεί αυτό (οπότε και αποδεικνύεται ο ψεύτικος χαρακτήρας του) έχει ήδη εμφανιστεί ένα άλλο εξίσου μεγάλο ψέμα.

Η απάντηση όμως γίνεται «όχι», αν η κυβέρνηση και ο κόσμος της αριστεράς γενικότερα, αλλάξουν την «πίστα» παραγωγής ειδήσεων και ενημέρωσης και καταφέρουν να κάνουν την κοινωνία, τους πολίτες και ειδικότερα τους πολίτες εκείνους που τα συμφέροντα τους θέλουν να υπηρετούν, από «καταναλωτές ειδήσεων και πληροφοριών», «παραγωγούς ειδήσεων και πληροφοριών». Με άλλα λόγια αν καταφέρουν και εντάξουν όλον αυτό τον κόσμο που σήμερα απλά παρακολουθεί τις, όποιες, εξελίξεις, μέσα στην όλη διαδικασία «δημιουργίας των εξελίξεων».

Δύσκολο; Ναι, ακατόρθωτο όμως όχι!

Πηγή: mplokia.gr