Σταθερό μοτίβο για τη νομιμοποίηση της αυτοκτονικής βαρβαρότητας που μαστίζει τη χώρα, και μόνιμος στυλοβάτης της συστημικής προπαγάνδας, αποτελεί η διαβόητη «ευρωπαϊκή προοπτική»: μια κενολογία που, στην περίπτωση του προσφυγικού, έχει προσλάβει διαστάσεις τραγικές.

Το μέγεθος του ανθρώπινου δράματος είναι πλέον συντριπτικά γνωστό –πρόκειται για καθημερινό εφιάλτη, τέτοιας έκτασης, που η συγχρονική παρατήρηση δύσκολα καταφέρνει να αποτυπώσει. Με μόνο ουσιαστικό μέλημα τον αποκλεισμό και την καταστολή όσων οι πολιτικές της ξεριζώνουν από τις εστίες τους, η Ευρώπη-φρούριο, η Ευρώπη του ΝΑΤΟ και της FRONTEX δολοφονεί. Σε αυτό το εγχείρημα σύρεται και –ανεξάρτητα από τις προθέσεις της– με αυτό εμπράγματα συνεργάζεται, η ελληνική κυβέρνηση.

Οι επτά σύνοδοι κορυφής που έχουν διεξαχθεί από το Σεπτέμβρη (συν την «επιτυχημένη» τελευταία –περί της οποίας, αναφορά στοτέλος αυτού του κειμένου), ένας τραγέλαφος φαύλης αναποτελεσματικότητας, πιστοποιούν περίτρανα αυτή την πραγματικότητα. Τις πρώιμες υποκριτικές εξαγγελίες ακολούθησε το κλείσιμο των συνόρων στην Αυστρία και σε 9 Βαλκανικές χώρες και η υιοθέτηση απερίφραστα ρατσιστικών μέτρων όπως η κατάσχεση των τιμαλφών (Δανία) ή η απλήρωτη εργασία (Φινλανδία) σε μια σειρά άλλες. Παγιδευμένη στο «ευρωπαϊκό όραμα» της αδιέξοδης λιτότητας και της καταστολής, η κυβέρνηση παρακολουθεί ενοχικά αμήχανη. Όμως το να παρακαλεί κανείς γονυπετής την ΕΕ να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που σε μεγάλο βαθμό η ίδια δημιούργησε, είναι σαν να ζητάει από έναν πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που μόλις έβαλε. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση πέταξε στα σκουπίδια τις προεκλογικές της υποσχέσεις περί της κατάργησης του φράχτη του Έβρου, διατήρησε και αναβάθμισε το νομοθετικό πλαίσιο που θέτει το πολεμικό ναυτικό σε ρόλο διώκτη-καταστολέα των ροών, αποδέχτηκε πλήρως το σκεπτικό περί «παράτυπων μεταναστών» και ετοιμάζει νέα στρατόπεδα κράτησης.

Πρόσφατα αντιμέτωπη με τις δραματικές επιπτώσεις της στάσης αυτής (την πορεία εξόδου από την Ειδομένη), έφτασε στο σημείο –αντί να συγκλονιστεί ή τουλάχιστον να σωπάσει από τη φύση του ανθρώπινου δράματος που σπρώχνει ανθρώπους κάθε ηλικίας να θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους προκειμένου να ξεφύγουν από την κόλαση που τους έχει επιβληθεί– να δηλώνει κυνική νομιμοφροσύνη στο στάτους κβο, να προσδοκά επίλυση του προβλήματος μέσα από τον εγκλεισμό των προσφύγων στην ημι-δικτατορική Τουρκία και να υιοθετεί την άποψη περί «υποκίνησης». Πρόκειται για έναν απίστευτο κατήφορο (αντίστοιχο ή και χειρότερο του Μνημονιακού) που, όπως κι αυτός, όχι μόνο το πρόβλημα δεν πρόκειται να απαλύνει, αλλά αναπόφευκτα θα το επιδεινώσει.

Στα παραπάνω όμως υφέρπει και ένα ακόμη φαύλο εγχείρημα που, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, εξυφαίνεται ακόμη υπόρρητα και «δια μέσου των γραμμών»: η συλλήβδην ποινικοποίηση των αλληλέγγυων δράσεων που καταθέτουν ένα πολιτικό σκεπτικό στην αντιμετώπιση της προσφυγικής τραγωδίας, θέτοντας τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων –αναλαμβάνοντας δηλαδή να κάνουν αυτό που πρώτιστα η κυβέρνηση όφειλε να κάνει αν ήταν πράγματι Αριστερή: να αναδείξουν τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος (το απόλυτο συστημικό αδιέξοδο), να το πολιτικοποιήσουν, και να προβούν στην κινηματική διεθνοποίησή του κόντρα στον εθνοαπομονωτισμό που από τα πράγματα επέρχεται και έχει ήδη αρχίσει να μολύνει το δημόσιο λόγο. Στους νάνους της πολιτικής ηγεσίας, το τελευταίο –το ότι ο «ευρωπαϊσμός» τους εξυφαίνει τον εθνοαπομονωτισμό– ίσως να φαίνεται παράδοξο, όμως πρόκειται για την ίδια ακριβώς διαδικασία που εξαέρωσε τις λεκτικές τους κορώνες ενάντια στη λιτότητα (όμως χωρίς πρόθεση και σοβαρή προετοιμασία συστημικής ρήξης) στο πλαίσιο του 3ου Μνημονίου. Έτσι και τώρα: η απόλυτη υποταγή στο σκεπτικό της καπιταλιστικής βαρβαρότητας που εκπροσωπεί η εσωτερικά σπαρασσόμενη ΕΕ (και μάλιστα με την Τουρκία σε ρόλο αναβαθμισμένου διαμεσολαβητή), προετοιμάζει με περίπου μαθηματική ακρίβεια την επανάκαμψη του πιο λυσσαλέου εθνικισμού. Εναπόκειται στην Αριστερά που παραμένει Αριστερά να αποκαλύψει και να τονίσει με κάθε δυνατό τρόπο ότι η θεολογική πρόσδεση στο άρμα της ΕΕ δεν συνιστά «άνοιγμα της χώρας στη διεθνή κοινότητα», αλλά την οδηγεί στην απόλυτη απομόνωση επιβάλλοντάς της το ρόλο μιας στρατιωτικοποιημένης αποθήκης ψυχών. Όπως το ΤΙΝΑ του ευρώ οδήγησε και οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική καταστροφή, έτσι και το ΤΙΝΑ της συνθήκης Σένγκεν θα οδηγήσει σε μια χώρα κολαστήριο τόσο για τους πρόσφυγες όσο και για τους Έλληνες.

Απέναντι σ’ αυτήν την προοπτική της εξακολουθητικής αθλιότητας και την προκλητική μυωπία των κυβερνώντων, υπάρχει βέβαια το μεγαλειώδες κίνημα συμπαράστασης –το κίνημα που, καλύτερα απ’ τον καθένα, κατανοεί πως όσους φράχτες κι αν υψώσει κανείς, όσα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι αν φτιάξει, ή όσο κι αν στρατιωτικοποιήσει τα σύνορα, το ανθρώπινο πάθος για ζωή, ελευθερία και αξιοπρέπεια δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να ανακοπεί. Χάρη στο τεράστιο κύμα αλληλεγγύης που έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα και σε μια σειρά χώρες (και όχι βέβαια χάρη στην ελληνική ή, πολύ περισσότερο, την «Ευρωπαϊκή» πολιτική) είναι που οι εκατοντάδες χιλιάδες που ως σήμερα πέρασαν από τη χώρα ή εξακολουθούν να παραμένουν στην επικράτειά της κατάφεραν να επιζήσουν. Έχει σημασία να επισημανθεί εδώ ότι, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που είδε το φως της δημοσιότητας, πάνω από 5 εκατομμύρια Έλληνες έχουν συνδράμει τους πρόσφυγες, ενώ 66% πιστεύουν πως τα σύνορα της Ελλάδας πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά ακόμα κι όλα αν τα Ευρωπαϊκά κλείσουν.

Είναι εξαιρετικής σημασίας, λοιπόν, το κίνημα αυτό να συνεχιστεί, να ενταθεί και βαθύτερα ακόμη να πολιτικοποιηθεί –πιέζοντας, μεταξύ άλλων, για
·      διασφάλιση του ασφαλούς περάσματος των προσφύγων στην Ευρώπη –με γκρέμισμα των φραχτών και ασφαλή μεταφορά τους, ώστε να σταματήσουν επιτέλους οι πνιγμοί στο Αιγαίο∙
·      δημιουργία ανοιχτών –και στην επικράτεια κατανεμημένων– κέντρων υποδοχής με ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και παροχή υγειονομικής και νομικής υποστήριξης∙ και
·      αναλογικό μοίρασμα των προσφύγων στις Ευρωπαϊκές χώρες με βάση το ΑΕΠ και το πληθυσμό της κάθε μιας. Οι πρόσφυγες/μετανάστες δεν αποτελούν πάνω από το 1% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ενώ τη στιγμή αυτή έχει υπολογιστεί ότι στις χώρες της ΕΕ υπάρχουν πάνω από 10 εκατομμύρια κενά οικήματα.

Όλα όμως τα παραπάνω –που, όπως είναι φανερό, δεν πρόκειται ποτέ να υιοθετηθούν από καμιά σύνοδο κορυφής– δεν είναι παρά η αιχμή του δόρατος σε μια διεθνή εκστρατεία ρήξης που στόχο θα έχει την αποκάλυψη της υποκρισίας και της βαρβαρότητας της ΕΕ, παράλληλα με την ανάδειξη του κόκκινου νήματος που συνδέει την προσφυγική τραγωδία με την οικονομική και κοινωνική καταστροφή που σήμερα αντιμετωπίζει η Ελλάδα εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών: το αδιέξοδο σύστημα του καπιταλισμού της καταστροφής.

Η 21η Μάρτη, Παγκόσμια ημέρα κατά του Ρατσισμού, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για επίταση και συντονισμό όλων των κινηματικών πρωτοβουλιών που εκδηλώνονται προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός δρόμος.
 
Υστερόγραφο για τη συμφωνία της 18ης Μαρτίου
Ενώ η κυβέρνηση απελπισμένα προσπαθεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως επιτυχία, η Διεθνής Αμνηστία την χαρακτηρίζει «μαύρη μέρα για την ανθρωπότητα», μνημείο «διγλωσσίας» και φύλο συκής που «δεν καταφέρνει να κρύψει την επίμονη αποφασιστικότητα τη ΕΕ να γυρίσει την πλάτη της σε μια προσφυγική κρίση που είναι παγκόσμια». Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, από την πλευρά τους, την καταδικάζουν τονίζοντας ότι έχει ως «κύριο στόχο να αποτρέψει ανθρώπους να αναζητήσουν την προστασία και την ασφάλεια που δικαιούνται».

Η συμφωνία όχι μόνο δεν δίνει λύση, αλλά επισημοποιεί και παγιώνει το σφράγισμα των συνόρων, αναδεικνύοντας την Τουρκία σε ρόλο ρυθμιστή –μια χώρα που διώκει ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους, με καθεστώς χορήγησης ασύλου που δεν συνάδει με τη Συνθήκη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, και που δεν αναγνωρίζει ως πρόσφυγες Ιρακινούς και Αφγανούς (δηλαδή το 40% των προσφυγικών ροών). Εκτός από τα 6 δις βοήθεια, της δίνει επίσης (στο άκρως παραγνωρισμένο σημείο 9 της Συμφωνίας) ελεύθερο χέρι για δράσεις εντός της Συρίας (και ο καθένας κατανοεί πόσο αυτό θα επιβαρύνει το κουρδικό πρόβλημα). Αυτό που δραματικό τρόπο εντείνεται είναι η στρατιωτικοποίηση με αναβαθμισμένο το ρόλο του NATO και της FRONTEX –αυτοί καλούνται τοις πράγμασι να ελέγξουν τις ροές.

Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Είτε πως το πρόβλημα ξαφνικά θα πάψει να υπάρχει, είτε ότι οι πρόσφυγες θα φοβηθούν την αποτρεπτική ισχύ των κατασταλτικών μηχανισμών και θα μείνουν στην κόλαση που τους επιβλήθηκε. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς την έννοια της «εγκληματικής αδιαφορίας» (κι αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων). Κορυφαίο όμως σημείο που αποδεικνύει το πόσο υποκριτική είναι η στάση της ΕΕ, αποτελεί το γεγονός ότι οι περίφημες 1 προς 1 ανταλλαγές του σημείου 3 («για κάθε Σύρο που επιστρέφει στην Τουρκία από τα ελληνικά νησιά, ένας άλλος Σύρος θα μετεγκαθίσταται απ’ ευθείας από την Τουρκία στην Ευρώπη»), αφορούν μόνο 72.000 ανθρώπους, ενώ οι ροές υπολογίζονται στα 4 εκατομμύρια.

Όμως και αυτός ο αριθμός περικόπτεται στις 54.000, καθώς πρέπει να του αφαιρεθούν οι 18.000 μετεγκαταστάσεις που ρυθμίζονται από τη συμφωνία του Ιουλίου. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι μετεγκαταστάσεις επαφίενται στην προαίρεση των χωρών, στην καλή τους διάθεση. Αξίζει στο σημείο αυτό να υπενθυμιστεί ότι ενώ είχε αποφασιστεί να μετεγκατασταθούν 160.000 πρόσφυγες στις Ευρωπαϊκές χώρες, με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, έχουν ως σήμερα μετακινηθεί μόνο 325. Συναινώντας σ’ αυτό το όνειδος, αρνούμενη να προβεί στην κινηματική διεθνοποίηση του προβλήματος και για άλλη μια φορά διαστρέφοντας την πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση σύρεται σε ένα ακόμη αδιέξοδο.
 
* Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge