Ακριβή πρόβλεψη για τον χρόνο των εκλογών δεν μπορεί να γίνει, διότι κανείς θνητός δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον.  Εάν μπορούσε να το προβλέψει θα είχε μετακομίσει στους Δελφούς και θα έβγαζε χρησμούς. Επομένως, όταν μιλάμε για τις εκλογές δεν κάνουμε πρόβλεψη, αλλά διατυπώνουμε  απλώς λογικούς συλλογισμούς. Ωστόσο τις εκλογές τις αποφασίζει ο Τσίπρας και ό,τι συλλογισμούς και να κάνουμε εμείς, τα συμπεράσματά τους εξαρτώνται από αυτόν τον υποκειμενικό παράγοντα. Μπορεί να μοιάζει λογικότερη η προσφυγή στις κάλπες, πλήν όμως κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον πρωθυπουργό να κάνει αυτό που νομίζει.

Η κοινή λογική λέει πως ο πρωθυπουργός δεν είχε συμφέρον να αποδεχθεί άνευ όρων όλες τις απαιτήσεις των δανειστών, διότι αυτό θα τον οδηγούσε σε βαριά εκλογική ήττα.  Και πως θα έκανε πρόωρες εκλογές, ώστε να σταματήσει τη φθορά του κόμματός του και να διατηρήσει επίσης το πολιτικό του κεφάλαιο. Ομως ο Τσίπρας τους απεδέχθη όλους τους όρους, πάτησε τις κόκκινες γραμμές που είχε ο ίδιος θέσει,  υπέγραψε τις τεράστιες αυξήσεις των φόρων και την μείωση των συντάξεων και οδήγησε σε απόγνωση τη μεσαία τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Δέχθηκε δηλαδή την βέβαιη συρρίκνωση των ποσοστών του προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία. Για ποιο λόγο επέλεξε αυτή την οδό και όχι τις εκλογές; Διότι νομίζει πως μεταλλασσόμενος σε σοσιαλδημοκράτη, σε καλό συνεργάτη των Βρυξελλών, θα κυριαρχήσει στον χώρο της κεντροαριστεράς και εν τέλει, ακόμη και αν χάσει τις εκλογές, θα έχει όλες τις προϋποθέσεις να επανέλθει σύντομα, ειδικά εάν στο μεταξύ έχει βγάλει τη χώρα και από την εποχή των μνημονίων.

Πρόκειται για έναν μάλλον αφελή συλλογισμό. Πρώτον, διότι το κόστος αυτής της  άνευ όρων παράδοσης στους δανειστές είναι τεράστιο και δεν είναι πολιτικά διαχειρίσιμο. Ειδικώς το ζήτημα της βαριάς φορολογίας έχει ήδη προδικάσει το αποτέλεσμα των εκλογών, ακόμη και έρθει ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας, διότι ενώ οι πολιτικές επιπτώσεις της βαριάς φορολογίας είναι άμεσες, οι επιπτώσεις της ανάπτυξης απαιτούν ένα μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα για να προκαλέσουν αλλαγή της πολιτικής συμπεριφοράς. Οταν στο παρόν σε έχουν γονατίσει οι υποχρεώσεις δεν πρόκειται καθόλου να ενθουσιαστείς με το ωραίο μέλλον που ανοίγεται στη χώρα από την ανάπτυξη, Θα ψηφίσεις αυτόν που θα σου μείωσε ιτους φόρους. Δεύτερον, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, για τον απλούστατο λόγο ότι ήδη την έχει βάλει για άλλα 5 χρόνια τουλάχιστον, ενώ έρχεται φυσικά και νέο μνημόνιο, ειδικώς εάν αποφασιστεί ρύθμιση του δημοσίου χρέους. Αρα, τέτοιο ζήτημα δεν πρόκειται να τεθεί και ούτε οι πολίτες πρόκειται να αντιληφθούν κάτι παρόμοιο και εάν η κυβέρνηση το ισχυριστεί κανείς δεν θα την πιστέψει. Τρίτον, ακολουθώντας  ο κ. Τσίπρας τυφλά τις απαιτήσεις των δανειστών έχει καταγραφεί στην κοινή γνώμη ως υποχωρητικός, αδύναμος και ανακόλουθος  ως προς τις εξαγγελίες του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί στο εξής να γίνει πειστικός. Ανοιξε έτσι και τον δρόμο για την ανασύνταξη της παραδοσιακής κεντροαριστεράς, η οποία απλώς αρκείται στο να υπενθυμίζει τις πολιτικές ανακολουθίες της κυβέρνησης και σταδιακά να επαναπατρίζει ψηφοφόρους.

Οταν ο Συριζα βρεθεί στην αντιπολίτευση, ανεξαρτήτως ποσοστού, θα αρχίσει να φυλλορροεί με γρήγορους ρυθμούς, καθώς θα υφίσταται τις συνέπειες της εκλογικής ήττας. Επομένως, ο κ. Τσίπρας κακώς επέλεξε το δρόμο της εξάντλησης της τετραετίας, διότι δεν έχει ασφαλή δρόμο μπροστά του και το μόνο που βλέπει είναι την παγίωση της διαφοράς του με τη ΝΔ, μια διαφορά που το μέγεθός της έχει προδικάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Μπορεί λοιπόν να μην μπορούμε να προβλέψουμε τον χρόνο των εκλογών, μπορούμε όμως από τώρα να μιλήσουμε για κάτι που έχει ήδη συντελεστεί, για ένα γεγονός δηλαδή: ο Συριζα έχει χάσει σημαντικές δυνάμεις και η ΝΔ είναι σχετικά πλειοψηφική. Δηλαδή, ένα είναι σίγουρο. Πως θα χάσει τις εκλογές. Και αυτό δεν είναι καν πρόβλεψη. Είναι, όπως λέμε στο σκάκι, μια κίνηση των πραγμάτων φορσέ.