Ως νίκη της «δημοκρατικής ομαλότητας» αλλά και της «κανονικότητας του κράτους» είδε ο Κυριάκος Μητσοτάκης τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συμβουλίου αναμένεται να κρίνει αντισυνταγματικές τις παρατάσεις των συμβάσεων χιλιάδων συμβασιούχων.

Δε θα σταθώ στο γεγονός ότι ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, που αφορά τις ζωές και την τύχη τόσων ανθρώπων, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία του κράτους, γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης μεταξύ κυβερνητικών κι αντιπολιτευόμενων κομμάτων. Κι αυτό προφανώς δεν αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία, η οποία συνειδητά επενδύει πολιτικά στο «μέτωπο» μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, αλλά και το ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επέλεξε να δώσει συνέχεια σε πρακτικές ομηρείας, όπως αυτές των οκτάμηνων συμβάσεων. Μακάρι όμως, και σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα να είχε να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την νοοτροπία των πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας.

Κι αυτό γιατί η αλήθεια είναι πως η δικαιοσύνη κινήθηκε για μια ακόμη φορά στη λογική του «εύκολου δρόμου». Ποιος ήταν αυτός στη συγκεκριμένη συγκυρία; Να ακολουθήσει πιστά τις επιταγές του κοινωνικού αυτοματισμού, ο οποίος υπαγορεύει να ριχτεί στην πυρά όποιος διεκδικεί (δικαίως ή αδίκως) μονιμοποίηση στο Δημόσιο. Δεν εξετάζεται κατά πόσο οι συγκεκριμένοι συμβασιούχοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν ασχολείται με την ποιότητα της εργασίας τους, δε ζητάει καν γνωμοδότηση εκ μέρους των φορέων στους οποίους εργάζονταν αυτοί. Αντιθέτως, προχωρώντας σε μια ακόμη «άκρως ενδιαφέρουσα» συνταγματική ερμηνεία, ζητάει από τους ίδιους ακόμη και την επιστροφή των χρημάτων τα οποία, σύμφωνα με την απόφαση, «παρανόμως έλαβαν».

Δεν είναι δυνατό βέβαια να μην παρατηρήσει κανείς την επιλεκτική ευαισθησία που επιδεικνύεται από διάφορες μεριές όσον αφορά στην τήρηση του Συντάγματος. Δε θεώρησε άραγε κανείς από τους αξιότιμους εκπροσώπους της Δικαιοσύνης ότι αυτό παραβιάστηκε κατάφωρα από τις αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και συντάξεων, όπως αυτές επιβλήθηκαν από τους εκπροσώπους των δανειστών; Δεν υπάρχει συνταγματικό κώλυμα σε ό,τι αφορά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας; Ποια είναι η συνταγματική ερμηνεία σε ό,τι αφορά την επικείμενη πλήρη απελευθέρωση των (ηλεκτρονικών πλέον) πλειστηριασμών; Πόσο βολικό είναι να εξαντλείται η «νομιμότητα» στην περίπτωση των συμβασιούχων;

Πολύ αμφιβάλλω λοιπόν κατά πόσο (και σε αυτή την συγκυρία) έπιασε ο πόνος τους δικαστές σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωση με τις συνταγματικές επιταγές. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε εκπρόσωπους της δικαιοσύνης να επιδεικνύουν σαφή διάθεση να κάνουν «ασκήσεις δημοσίων σχέσεων» με τις αποφάσεις τους. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίσταση φαίνεται πως κάποιοι από αυτούς θα αναζητήσουν και τα κατάλληλα προσχήματα. Και το παραμύθι του «κακού, υπερτροφικού δημόσιου τομέα», ο οποίος ευθύνεται για όλα τα δεινά της χώρας (κυρίως δε για την ανεργία των νέων) φαντάζει ως το πλέον κατάλληλο.

Όπως κι αν το δει κανείς πάντως, γινόμαστε εκ νέου μάρτυρες μιας υπόθεσης που έχουμε παρακολουθήσει πολλές φορές τόσο στο απώτερο όσο και στο πιο πρόσφατο παρελθόν. Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που οι ζωές χιλιάδων συμβασιούχων όχι μόνο έγιναν μπαλάκι μικροπολιτικής εκμετάλλευσης κι άγονης αντιπαράθεσης, αλλά επιπλέον μετατράπηκαν στα εύκολα θύματα από τα ΜΜΕ. Το τελευταίο, όμως, που περίμεναν να βρουν απέναντί τους ήταν μια δικαιοσύνη που μπαίνει τόσο στυγνά στη λογική του κοινωνικού αυτοματισμού.