Καθώς στις μέρες μας βλέπουν το φως πλείστες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και ανηλίκων, αν και στη σκιά του «καθεστώτος» της παιδικής πορνείας, και ενώ η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ανακαλύπτει όλο και περισσότερους χρήστες παιδικής πορνογραφίας, ο ψυχαναλυτής Νίκος Παπαχριστόπουλος, ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών, μιλά στην σύμβουλο ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφο, Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs, για την πιο εγκληματική διαστροφή, με θύματα παιδιά - επιζώντες της βίας, για τα οποία «δεν θα βρούμε κανένα μνημείο στον κόσμο, στο όνομά τους!»*. 

Αρχικά, τι θα έλεγες για την πρόσφατη απόφαση γαλλικού δικαστηρίου, το οποίο αθώωσε 28χρονο που βίασε 11χρονη, με το σκεπτικό πως η 11χρονη συναίνεσε;

Συναίνεσε πού ακριβώς; Στον βιασμό της; Μήπως αποπλάνησε τελικά αυτή τον ενήλικο; Η υπέρτατη μορφή κοινωνικής υποκρισίας. Με βάση ένα τέτοιο σκεπτικό το παιδί έχει πλήρη ευθύνη των πράξεών του, δεν δύναται να αποπλανηθεί αλλά να συμμετάσχει συνειδητά σε μία πράξη η οποία θα αποδιαρθρώσει παντελώς την ψυχική του ισορροπία. Τότε γιατί δεν αποποινικοποιούν και την παιδική εργασία, γιατί τα υποχρεώνουν να πάνε στο σχολείο ή, σε τελική ανάλυση, γιατί δεν απομακρύνουν τα παιδιά και από την κηδεμονία των γονέων τους;
 
Γενικά, τί είναι η διαστροφή και πώς δημιουργείται;

Η διαστροφή γενικά, είναι μία μορφή σεξουαλικής παρέκκλισης. Ο διαστροφικός επιτυγχάνει σεξουαλική ικανοποίηση με μέσα και στόχους που διαφέρουν από τους θεωρούμενους ως φυσιολογικούς, ξεπερνώντας όμως σε πολλές περιπτώσεις το όριο του ποινικού αδικήματος ή της κακουργηματικής πράξης. Και συνεπώς, η διαστροφική του συμπεριφορά δεν είναι μόνο σεξουαλικής φύσεως αλλά συνδέεται με ευρύτερο σύστημα σκέψης, συνειδητό ή όχι, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό ή και αντανακλά την ευρύτερη κοινωνική του συμπεριφορά.
 
Ο Φρόυντ αναζήτησε τη γένεση των διαστροφών στην περίοδο της λανθάνουσας παιδικής σεξουαλικότητας, υιοθετώντας μια τριμερή ταξινόμηση(νεύρωση, μετουσίωση, διαστροφή) ως προς τον χειρισμό της ενορμητικής προδιάθεσης της παιδικής ηλικίας: Στην διαστροφή το υποκείμενο (σε αντίθεση με την νεύρωση, όπου απωθεί την ενορμητική του σύγκρουση, ή την μετουσίωση, όπου την ενορμητική σύγκρουση την ανάγει σε πολιτισμική δημιουργία) διατηρεί το ενορμητικό του αίτημα ακέραιο, και το αναπαράγει αυτούσιο στην ενήλικη ζωή, ανεξάρτητα από την δυνατότητα την οποία του προσφέρει η κοινωνία.
 
Ο διαστροφικός, δηλαδή, δεν προβαίνει σε κανέναν συμβιβασμό, σε καμία υποχώρηση σε σχέση με το παιδικό του ενορμητικό αίτημα και την διοχέτευση της σεξουαλικότητάς του, πράγμα που σημαίνει πως ως ενήλικος εκφράζεται μέσω μιας σεξουαλικής παρέκκλισης: μαζοχισμός, σαδισμός, φετιχισμός, ηδονοβλεψία, εφαψιομανία, επιδειξιομανία, κ.λπ. Αυτό το αίτημα, όμως, δεν έχει μονάχα έναν αποδέκτη σε σεξουαλικό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό. Και με όρους κοινωνικούς, διαστροφή σημαίνει ένα διαρκές παιχνίδι με τα όρια, με τα όρια του Άλλου, όχι όμως σε επίπεδο κοινωνικής αμφισβήτησης ―πράγμα που θα ήταν και ευκταίο― αλλά σε επίπεδο καθυπόταξης και κυριαρχικής επιβολής. Κυρίαρχος παράγων διαμόρφωσης της διαστροφικής πρακτικής σε κοινωνικό επίπεδο είναι η έννοια της συναίνεσης ή της μη συναίνεσης του Άλλου: όταν σε μια διαστροφική πράξη υπάρχει συναίνεση του Άλλου πρόκειται μεν περί διαστροφής, δεν υφίσταται ωστόσο έγκλημα.  

Και ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της παιδεραστίας (η λέξη «παιδοφιλία»μάλλον είναι πιο διαστροφική και από την ίδια τη διαστροφή που δηλώνει) ως διαστροφής;  

Η παιδεραστία είναι η κατ’ εξοχήν μορφή διαστροφικής συμπεριφοράς, η πιο εγκληματική και κατακριτέα, καθώς προϋποθέτει την παντελή έλλειψη συναίνεσης του Άλλου, και μάλιστα με άκρως τραυματικό τρόπο. Στην παιδεραστία το παιδί γίνεται όργανο της διαστροφικής επιθυμίας. Ο διαστροφικός απολαμβάνει ακριβώς αυτήν την αδυναμία αντίδρασης: είτε από φόβο είτε από ενοχή είτε και από μια λανθάνουσα ενεργοποίηση ενός αδιαμόρφωτου παιδικού αισθησιασμού, το παιδί προσφέρει στον διαστροφικό την αίσθηση της πλήρους κατακυρίευσής του. Τα ίχνη δε μιας τέτοιας πράξης ενάντια στο παιδί και τον μετέπειτα ενήλικο μένουν ανεξίτηλα, τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης μιας υγιούς σεξουαλικής συμπεριφοράς όσο και στο επίπεδο της εν γένει ψυχικής του εξισορρόπησης, με κυρίαρχο αίσθημα την ενοχή: για ό,τι συνέβη, επειδή δεν το αποκάλυψε στους οικείους, για την υπόνοια πως το ίδιο προκάλεσε τον βιαστή του ή και πως απόλαυσε την διαστροφική πράξη.
 
Πώς μπορεί κάποιος να αντιληφθεί αν κάποιο παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά;
 
Οι περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά του παιδιού κινεί υποψίες έχουν αναφερθεί σε πολλά σχετικά κείμενα: απότομη αλλαγή στην συμπεριφορά, άρνηση συναναστροφής με ανθρώπους για τους οποίους προηγουμένως εξέφραζε επιθυμία, άρνηση να επισκεφθεί συγκεκριμένα μέρη, υιοθέτηση απρόσμενης σεξουαλικής συμπεριφοράς για την ηλικία του ή και χρήση ενός υπέρμετρου σεξουαλικού λόγου.
 
Μπορούμε να αντιληφθούμε έναν διεστραμμένο (αν και οι έρευνες λένε πως επιφανειακά δείχνει φυσιολογικός, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο Η βία, της Judith Lewis Herman: Από τη σκοπιά των νομικών θεσμών μας και των ηθικών κρίσεών μας, αυτή η φαινομενική ίσως φυσιολογικότητα είναι πιο απειλητική από όλες μαζί τις φρικαλεότητες.

Εν γένει, τους διαστροφικούς, ως κλινικά υποκείμενα, δεν τους συναντούμε ποτέ. Ένας διαστροφικός δεν θα προστρέξει ποτέ στον ψυχαναλυτή, δεν θα θέσει δηλαδή ποτέ εντός του σε αμφισβήτηση τον κυρίαρχο τρόπο απόλαυσής του. Τούς γνωρίζουμε μονάχα από τις αφηγήσεις εκείνων οι οποίοι έχουν υποστεί την διαστροφική τους συμπεριφορά και κυρίως έχουν βιώσει τα τραυματικά της αποτελέσματα.

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι αναλυόμενοι να περιγράφουν την εμπειρία της συνάντησής τους με ένα διαστροφικό υποκείμενο, άλλοτε σε επίπεδο νευρωτικής συνδιαλλαγής από την πλευρά του αναλυόμενου και άλλοτε σε επίπεδο βίαιης επιβολής. Οι διαστροφικοί, δηλαδή, υποστασιοποιούνται ως διαστροφικοί μονάχα από εκείνους οι οποίοι έτυχε να συναντηθούν μαζί τους, ή στις περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύπτεται η σεξουαλική τους συμπεριφορά. Και σε επίπεδο πληροφορίας, η γνώση μας για τους διαστροφικούς προέρχεται μονάχα από τα καταγεγραμμένα περιστατικά, δηλαδή είναι απειροελάχιστη, εφόσον συντριπτική πλειονότητα διαστροφικών περιπτώσεων, ιδίως σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, δεν έχει αποκαλυφθεί.
 
Θα μπορούσε να υπάρξει πρόληψη ως προς τις διαστροφές κάθε είδους, και κυρίως της παιδεραστίας;

Θα μπορούσε, όχι όμως στον άξονα διαμόρφωσης της σεξουαλικής επιθυμίας, αλλά, στο επίπεδο της σχέσης του παιδιού με την ίδια του την οικογένεια. Η διαστροφική επιθυμία είναι ατομική υπόθεση, δεν είναι συλλογική. Ενδέχεται να διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον το οποίο, σε συλλογικό επίπεδο, επιτρέπει ή και ευνοεί μορφές διαστροφικής συμπεριφοράς, ενέχει ωστόσο και μία ενορμητική επιτακτικότητα, μία διάσταση η οποία διέρχεται από τις οιδιπόδειες ταυτίσεις και την ανάγει σε υπόθεση του καθενός. Το αίνιγμα της σεξουαλικότητας, όπως και το αντίστοιχο της επιθετικότητας παραμένει άλυτο ως προς τις συνθήκες προέλευσής του, καθότι το ίδιο το ασυνείδητο δεν ενέχει καμμία ασφάλεια ως προς την ερμηνεία του. Εκείνο το οποίο θα μπορούσε να προληφθεί είναι η εν γένει κακοποίηση του παιδιού, ιδίως ως προς την διαμόρφωση του συναισθηματικού του κόσμου, και ως εκ τούτου να αποδυναμωθεί και οποιαδήποτε άλλη ενδεχόμενη μορφή κακοποίησής του. Δηλαδή, ξεκάθαροι οικογενειακοί ρόλοι, υποστηρικτικό περιβάλλον, δυνατότητα έκφρασης και ομαλής ψυχικής ανάπτυξης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αφ’ ενός μεν προλαμβάνεται η όποια κακοποίηση, αφ’ ετέρου, δε, ενδυναμώνεται ένα παιδί ώστε να μην είναι ευάλωτο σε οποιονδήποτε σχετικό κίνδυνο και να τον εξουδετερώνει εν τη γενέσει του.
 
Πως θα σχολίαζες ότι για να καταδικαστεί για παιδεραστία π.χ. ο πρόεδρος του ιδρύματος ανηλίκων του Πειραιά, πέρασαν 50 ολόκληρα χρόνια; 

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει γίνει αντιληπτή κάποια έκφανση της συμπεριφοράς του, η οποία επαναλαμβανόταν για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δοθείσης και της ίδιας της κανονικότητας της διαστροφικής επιθυμίας. Ο διαστροφικός, ο οποίος βρίσκεται σε ένα διαρκές παιχνίδι πρόκλησης των ορίων του Άλλου, πολλές φορές, λόγω υπερεκτίμησης της δικής του επιθυμίας και ικανότητας ή, σε τελική ανάλυση, αψηφώντας την επιθυμία αλλά και εν γένει την ικανότητα του Άλλου, διέπεται και από μία λογική επίδειξης του «κατορθώματός» του, από αλαζονεία ή και μεγαλομανία.
 
Όπως επίσης, η ίδια η φύση της διαστροφικής συμπεριφοράς δεν ενέχει μονάχα στοιχεία εκφοβισμού ή και απειλής του Άλλου αλλά και στοιχεία σαγήνης και γητείας, καθιστώντας ως εκ τούτου ανενεργό μια δυνητική αντίδραση. Ενδέχεται δηλαδή στο ίδρυμα αυτό να δημιουργήθηκε μία μορφή συλλογικής παραίτησης, μία μορφή συλλογικής αδρανοποίησης η οποία, σε επίπεδο ασυνειδήτου, μπορεί να ερμηνευθεί από την ικανότητα του διαστροφικού προέδρου να επιβάλλεται όχι μόνο στα θύματά του αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον του ιδρύματος, να δημιουργεί δηλαδή μία συνθήκη κατά την οποία ενώ μεν οι υπόλοιποι αντιλαμβάνονταν πως κάτι δεν πάει καλά, συγχρόνως αντιστέκονταν ως προς την συνειδητοποίηση της συνθήκης αυτής.
 
Εδώ χρειάζεται να τεθεί και ένα μεγάλο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η κοινωνία νοηματοδοτεί τις ατομικές πράξεις βάσει των παγιοποιημένων κοινωνικών ρόλων. Επισημαίνω ενδεικτικά, ότι στην εν λόγω περίπτωση ο παιδεραστής ήταν επιμελητής ανηλίκων και θεολόγος, και μάρτυρας υπεράσπισής του ήταν προβεβλημένος ψυχίατρος, ο οποίος προσπάθησε να αποδείξει την πλάνη των κακοποιημένων παιδιών και την αδυναμία αντίληψης εκ μέρους τους, τού τι ακριβώς τούς συνέβαινε, ενώ ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του θεσμού του Συνηγόρου του Παιδιού παραδέχτηκε πως ενώ είχε προφορικές καταγγελίες για την δράση του παιδεραστή, δεν προέβη στην διερεύνηση του θέματος επειδή ήταν προσωπικός του γνωστός και δεν πήρε τις καταγγελίες στα σοβαρά.
 
Θα βοηθούσε για την πρόληψη τέτοιων περιστατικών, η αλλαγή του τρόπου επιλογής των υπευθύνων σε ιδρύματα, και η συνεχής εποπτεία από ειδικούς ψυχολόγους - ψυχοθεραπευτές και κοινωνικούς λειτουργούς, όπως και η εναλλαγή προέδρων και διευθυντών ανάλογων ιδρυμάτων;
 
Θα βοηθούσε, αλλά το ζήτημα είναι πως δεν μπορείς να διαγνώσεις ή να προβλέψεις μία διαστροφική συμπεριφορά και ακόμη πιο πολύ μία διαστροφική πρόθεση. Μία λύση θα ήταν η πλαισίωση της λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών από ειδικούς της ψυχικής υγείας, οι οποίοι θα ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή του ιδρύματος, θα αναπτύξουν ένα επικοινωνιακό σύστημα με τα παιδιά, θα έχουν άμεση πρόσβαση στις ατομικές τους ιστορίες, καλλιεργώντας το κατάλληλο κλινικό πλαίσιο ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση ως προς την συναισθηματική ισορροπία των παιδιών, είτε θα την παρατηρούσαν οι ίδιοι, είτε θα τους πληροφορούσαν σχετικά τα ίδια τα παιδιά.
 
Στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα δεν είναι μόνο να αναχαιτισθεί ο διαστροφικός αλλά να θωρακισθούν τα θύματά του, διότι ο μεταξύ τους αγώνας είναι άνισος. Σε επίπεδο πρόληψης, θα βοηθούσε η ενημέρωση των παιδιών για τα κίνητρα του άλλου, γεγονός το οποίο σαφώς προϋποθέτει μία ευρύτερη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Και βέβαια, απομάκρυνση από τον εφησυχασμό τον οποίο εξασφαλίζει η κοινωνική θέση του υπευθύνου, η οποία πολλές φορές, πίσω από το λαμπερό της κοινωνικό πέπλο, κρύβει μία σκοτεινή διαστροφική πρόθεση. Εν γένει, θα βοηθούσαν στην πρόληψη τα ανοιχτά ιδρύματα, οι ανοιχτές διαδικασίες, η συχνή εναλλαγή προσώπων σε όλες τις θέσεις και όλους τους ρόλους στις διοικήσεις των ιδρυμάτων αυτών, ώστε κανένας να μην εκλαμβάνει τον ρόλο του ως ατομική και ανεξέλεγκτη υπόθεση.
 
Το ότι η διαστροφή ενάντια σε παιδιά και ανήλικους είναι κακούργημα και ενέχει την κακοποίηση σε βαθμό ακραίας σύνθλιψης της υπόστασης ενός παιδιού ή ανήλικου, ή κάποιες φορές και την απώλεια της ζωή του, δεν θα έπρεπε να μας προβληματίζει σε σχέση με το τι ανθρώπους βγάζουμε στην κοινωνία; Πώς είναι δυνατόν κάποιος που ως παιδί δεν τον είχαν κακοποιήσει, δεν τον είχαν συνθλίψει, να μπορεί να φτάνει σε τέτοια εγκλήματα ως ενήλικας;
 
Όπως ήδη αναφέραμε είναι σαφές πως ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον περιορίζει την οποιαδήποτε μετέπειτα απόκλιση σε όλους τους τομείς της ψυχικής ισορροπίας του παιδιού. Το κακούργημα της παιδεραστίας κρύβει μεταξύ άλλων και βία, την βία της επιβολής στην βούληση του Άλλου, η οποία σαφώς ενέχει σύνθλιψη της παιδικότητας. Σε ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον το παιδί χάνει την παιδικότητά του, την αφέλεια της παιδικής του ηλικίας, και ως εκ τούτου αδυνατεί στην ενήλικη ζωή του να την αναγνωρίσει ως αξία σε οποιονδήποτε άλλο.
 
Συχνά και σε εκπαιδευτικό περιβάλλον παρατηρούνται κρούσματα παιδεραστίας, όπως αυτό που μάθαμε τον τελευταίο καιρό, πως ένας καθηγητής μουσικής κακοποιούσε σεξουαλικά ανήλικες μαθήτριές του.
 
Το σημαντικό είναι να «μαθευτούν» και άλλες περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να παρατηρούνται ανάλογες μορφές συμπεριφοράς. Επισημαίνω, επίσης, την ανάγκη οριοθέτησης της σχέσης καθηγητή προς μαθητή, σαφώς βέβαια από την πλευρά του καθηγητή: απαλοιφή οποιασδήποτε μορφής συμπεριφοράς η οποία ανάγει την διαντίδραση σε πλαίσιο το οποίο υπερβαίνει την κανονικότητα των ρόλων. Αναφέρω ενδεικτικά, από αφηγήσεις καθηγητών, περιπτώσεις στις οποίες ο καθηγητής δεν έχει καμμία διαστροφική πρόθεση, η συμπεριφορά του όμως τοποθετείται εντός ενός συγκεχυμένου συναισθηματικού συγκειμένου: Καθηγήτρια διηγείται πως βγήκε ραντεβού με μαθητή προκειμένου να τον παρηγορήσει για την απώλεια συγγενικού του προσώπου, καθηγητής διηγείται πως προκειμένου να ενισχύσει συναισθηματικά μαθήτρια, η οποία ξεσπούσε σε κλάματα στο σχολείο, την κρατούσε αρκετές φορές στην αγκαλιά του.

Πέρα από την σύγχυση ως προς τους ρόλους, το λανθάνον αίτημα μιας τέτοιας συμπεριφοράς ενδέχεται να οδηγήσει σε περιπέτειες αμφότερα τα μέρη. Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες καταγγελίες και ΕΔΕ προκύπτουν ύστερα από τέτοια αντιφατικά μηνύματα. Σε αυτήν την βάση χρειάζεται να ερμηνευθεί και η χρήση facebook από καθηγητές στα σχολεία, οι οποίοι δέχονται και στέλνουν αιτήματα φιλίας από και προς τους μαθητές τους. Η πρόθεση του ενηλίκου ενδέχεται να μην εμπεριέχει τίποτε το μεμπτό, η αμφισημία όμως ως προς τα σημαίνονται της εν λόγω επικοινωνιακής πρακτικής τροφοδοτεί ποικιλοτρόπως την φαντασίωση.
 
Πώς θα σχολίαζες και τη διαστροφή εκείνων που πηγαίνουν σε πορνεία με ανήλικα άτομα (εκτός από το γεγονός της ύπαρξης ανάλογων πορνείων);
 
Είναι η υπέρτατη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού, καθότι προϋποθέτει την θεσμοθέτηση μιας πρακτικής σε κοινωνικό επίπεδο. Για να επισκεφθεί ένα ενήλικος πορνείο με ανήλικα άτομα δεν σημαίνει απλώς πως ο ίδιος διαπράττει την πλέον εγκληματική πράξη αλλά και πως τα παιδιά εντός του χώρου αυτού έχουν εξαναγκαστεί σε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Συνεπώς μιλάμε για πολλαπλή κακοποίηση: από αυτούς που τα παραχωρούν ή τα εκθέτουν, από αυτούς που τα εκμεταλλεύονται οικονομικά, από αυτούς που τα βιάζουν, και από την κοινωνία όλη, η οποία δεν κάνει τίποτα για να σταματήσει τον βιασμό τους.
 
Και για τους γονείς που κακοποιούν σεξουαλικά τα παιδιά τους; 
 
Είναι ακραία μορφή παραβίασης όχι μονάχα του σεξουαλικού κόσμου του παιδιού αλλά πρωτίστως της συναισθηματικής και κυρίως της ψυχικής του ισορροπίας. Λανθάνουσες φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας, εδραιωμένες σε ένα καθαρά φαντασιακό επίπεδο οιδιπόδειας προέλευσης, ξεπερνούν το φαντασιακό τους φράγμα, αποδιαρθρώνουν παντελώς τις ταυτίσεις και συνθλίβουν άπαξ δια παντός το ακλόνητο της σχέσης γονέα και παιδιού. Είναι το απόγειο του φαντασιακού εγκλεισμού στην εξέλιξη του παιδιού, ένα ερμηνευτικό παραλήρημα ως προς τον διαχωρισμό των ρόλων, η απόλυτη ανατροπή της ομαλής σεξουαλικής ωρίμανσης. Και γενικά, είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης.
 
Όλα τα παραπάνω φαινόμενα, πόσο έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό μας;
 
Διαστροφές υπήρχαν πάντοτε, και μάλιστα σε παλιότερες εποχές η διαστροφική συμπεριφορά και ο διαστροφικός ήταν πολύ πιο εύκολα εντοπίσιμοι από την κοινότητα. Για παράδειγμα, στην εποχή των θανάτων και των πολέμων τα ψυχιατρικά εγχειρίδια είχαν σε περίοπτη θέση τη νεκροφιλία, σε κλειστές και απομονωμένες κοινωνίες η κτηνοβασία ήταν αναγνωρίσιμη πρακτική, η αιμομιξία αναφέρεται δε σε πλείστες περιπτώσεις. Εκείνο το οποίο αλλάζει, είναι η συγκρότηση του πεδίου εντός του οποίου διατυπώνεται το σεξουαλικό αίτημα καθώς και η μορφή της διαστροφικής συμπεριφοράς.
 
Στην σημερινή εποχή, η κατ’ εξοχήν διαστροφική συμπεριφορά είναι η παιδική πορνογραφία, η χρήση και η διάδοση πορνογραφικού υλικού στο ίντερνετ, η οποία σηματοδοτεί μία ευρύτερη ανακατάταξη ως προς τους ρόλους θύτη και θύματος, ως προς τον διαχωρισμό ατομικού και συλλογικού υποκειμένου, ενίοτε και ως προς τον διαχωρισμό μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας. Η μετάβαση από την εποχή της αυστηρής απαγόρευσης στην σημερινή εποχή, στην οποία τα πάντα επιτρέπονται και μάλιστα εν αφθονία, το διαστροφικό αίτημα αλλάζει μεν μορφές διοχέτευσης στην πραγματικότητα, παραμένει ωστόσο το ίδιο ως προς τα δομικά του χαρακτηριστικά: Μία αποκλίνουσα από την κοινώς αποδεκτή σεξουαλικότητα, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις αποτελεί εγκληματική συμπεριφορά.
 
Ως προς την παιδεραστία, το έγκλημα σήμερα διαπράττεται με πολλούς και διάφορους τρόπους: παιδική πορνογραφία, παιδική πορνεία, εξώθηση του παιδιού στην πορνεία. Εν γένει, μέσα από έναν διαστροφικό ενήλικο ο οποίος συνθλίβει είτε έμμεσα είτε άμεσα την παιδική αθωότητα, είτε ως ενεργητικός τελεστής είτε ως παθητικός δέκτης και καταναλωτής των πράξεων κακοποίησης του παιδιού, και μάλιστα καθώς διαθέτει άπειρα  μέσα.
 
Επιπλέον, έχουμε δει να κακοποιούν σεξουαλικά, ανήλικοι, άλλους ανήλικους.
 
Σύνθετη η απάντηση. Σύνηθες φαινόμενο στην ψυχαναλυτική πρακτική, ενήλικοι να διηγούνται περιστατικά αποπλάνησης στην παιδική τους ηλικία από μεγαλύτερο παιδί. Αλλά και ενήλικοι να διηγούνται ανάλογα περιστατικά, από την πλευρά ωστόσο εκείνου ο οποίος κατηύθυνε την όλη αυτήν διεργασία, ερμηνεύοντάς της εκ των υστέρων ως απότοκη της αφύπνισης της σεξουαλικότητάς τους και της αναγκαστικής της διοχέτευσης προς τα άτομα του οικείου του περιβάλλοντος (αδέλφια, ξαδέλφια, φίλοι, συγγενείς). Τραυματική εμπειρία και για τις δύο πλευρές, καθώς την ανακατασκευάζουν ως ενήλικοι. Λιγότερο σύνηθες αλλά πραγματικότητα, διηγήσεις παιδιών τα οποία εξιστορούν την συμμετοχή τους σε σεξουαλικές πρακτικές (ακόμα και ομαδικές) με άλλους ανηλίκους, στην σημερινή εποχή του facebook και του internet, της άχρηστης γνώσης και πληροφορίας και της άμεσης πρόσβασης ακόμη και στις πιο μύχιες πλευρές της υπόστασης του Άλλου. Είτε στην πρώτη είτε στην δεύτερη περίπτωση, το ερώτημα περιπλέκεται: πρόκειται περί διαστροφικής πρακτικής ή περί σύγχυσης ως προς την έκφραση της παιδικής και εφηβικής σεξουαλικότητας, λανθάνουσας ή και εμφανούς;

Οπότε, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η θωράκιση της κοινωνίας πίσω από το υποτιθέμενο παιχνίδι αναζήτησης του διαστροφικού ο οποίος αποπλανά παιδιά. Διότι στο παιχνίδι αυτό η κοινωνία δεν αντιλαμβάνεται ή κάνει πως δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει πίσω από την πλάτη της, αφού οι περιπτώσεις οι οποίες αποκαλύπτονται είναι απειροελάχιστες σε σχέση με εκείνες που πραγματικά συμβαίνουν, και όταν αποκαλυφθούν συνήθως κουκουλώνονται. Το ζητούμενο είναι η προστασία του παιδιού σε επίπεδο πρόληψης, η θωράκισή του ως υποκειμένου σε σχέση με το ανεξέλεγκτο πλέον της διοχέτευσης της σεξουαλικής επιθυμίας των πάντων προς τους πάντες, υπό διαστροφική ή όχι εκδοχή. Ήτοι, η απενοχοποίησή του σε σχέση με την σεξουαλικότητα, η απόκτηση μιας γνώσης επ’ αυτής η οποία ασφαλώς θα ταιριάζει με την ηλικία του, ώστε να απομυθοποιήσει το ίδιο οποιαδήποτε διαστροφικό αίτημα του απευθύνεται ή σκοπεύει το ίδιο να απευθύνει προς κάποιον άλλον. Εν κατακλείδι, αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αναγνωρίζει την ίδια την υπόσταση του παιδιού: ένα παιδί το οποίο, όπως λέγεται στην ψυχανάλυση, αφ’ ενός μεν το προστατεύουμε ως υποκείμενο, ωστόσο το καταναλώνουμε ως αντικείμενο.-

«Για τα κακοποιημένα παιδιά δεν θα βρούμε κανένα μνημείο στον κόσμο, στο όνομά τους! Οταν το θύμα δεν έχει τόσο εκτίμηση όση έχουν οι ήρωες, όταν είναι ένα παιδί, τότε διαπιστώνει ότι τα τραυματικά γεγονότα της ζωής του δεν γίνονται αποδεκτά από την κοινωνία. Τότε η εμπειρία του γίνεται ανομολόγητη»  Από το βιβλίο Η βία, της Judith Lewis Herman, Εκδ. Θετίλη(Περισσότερα: Οι επιζώντες της βίας)


Ο Νίκος Παπαχριστόπουλος είναι ψυχολόγος-ψυχαναλυτής. Σπούδασε ψυχολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Φιλοσοφία (Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών), Κοινωνιολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση (Paris VIII-Saint Denis), στην ψυχοπαθολογία (Paris VII-Denis Diderot), στη σημειολογία και τη λογοτεχνική θεωρία (Paris VII-Denis Diderot), στην ιστορία (Paris I-Pantheon-Sorbonne). Έχει συγγράψει, μεταφράσει και επιμεληθεί συγγράμματα για την ψυχανάλυση. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Εργάζεται ως ψυχαναλυτής στην Πάτρα και στην Αθήνα.
Για την εργογραφία του πατήστε: εδώ

Διαβάστε επισης: