Με αφορμή το «αντιρατσιστικό» ν/σ, αλλά όχι μόνον αυτό, παρακολουθώ αμήχανος τους απανταχού προοδευτικούς – περιλαμβανομένων και των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ – να υιοθετούν συχνά πυκνά μια ατζέντα που μεταθέτει το κέντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης από το μνημόνιο και την καταστροφή της χώρας (εκεί δηλαδή όπου το πολιτικό σύστημα και οι κυρίαρχες ελίτ είναι χαμένες από χέρι) στην κλασική αντίθεση προοδευτισμού-συντηρητισμού (όπου τα πράγματα μοιράζονται φίφτι-φίφτι, και όλα πλέον ξαναγίνονται θέμα γούστου και άποψης).

Και αναρωτιέμαι: Αυτοί οι προοδευτικοί που το κάνουν αυτό είναι ηλίθιοι ή βαλτοί; Τί μπορεί να εξυπηρετεί μια τέτοια εμμονή; Γιατί δεν τους αρκεί τούτη την τόσο κρίσιμη ώρα η αντιμνημονιακή συσπείρωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων; Φοβούνται μήπως έχουμε μια πολιτική ανατροπή που δεν είναι ολοκληρωμένη και πλήρης; Δεν μπορούν να κάνουν λίγο υπομονή να γίνει το πρώτο βήμα – να φύγουν δηλαδή «αυτοί» – και μετά ας κάνουν επαναστατική αντιπολίτευση, ή συμπολίτευση, ή ό,τι άλλο νομίζουν στη μεταμνημονιακή κυβέρνηση; Είναι ανάγκη ντε και καλά να τεθούν όλα τώρα; Την ώρα π.χ. που η ελληνική κοινωνία σπαράζεται από τον ΕΝΦΙΑ και η κυβέρνηση είναι έτοιμη να καταρρεύσει απ’ την πάνδημη οργή, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η χώρα θα προσαρμοστεί ή όχι στις διεθνείς προδιαγραφές της πολιτικής ορθότητας;
 
Αν δηλαδή οι ομοφυλόφιλοι περιμένουν μερικά ακόμα χρόνια χωρίς να μπορούν να κάνουν μήνυση σ’ αυτούς που τους λοιδορούν θα πάθουν πολύ μεγάλη ζημιά; Μεγαλύτερη από το να τους έχουν πάρει το σπίτι οι τράπεζες; Κι αν δεν ξεμπερδέψουμε εδώ και τώρα με τους χριστιανοταλιμπάν δεσποτάδες, και δεν αποδοθεί άμεσα στο ελληνικό κράτος η εκκλησιαστική περιουσία, και δεν δουν για μερικά ακόμα χρόνια οι Έλληνες το απελευθερωτικό φως της αθεΐας, και υποχρεούται ο εκάστοτε Τσίπρας ή άλλος αριστερός πρωθυπουργός να υποβάλλει τα σέβη του στο Άγιον Όρος, τί θα συμβεί δηλαδή; Θα είναι μεγάλη οπισθοδρόμηση σε σχέση με αυτά που ζούμε εδώ και τόσα χρόνια; Μεγαλύτερη από το να προσκυνάμε εσαεί το χρήμα και την ισχύ των ιμπεριαλιστών; Και δεν βλέπει η αριστερά ότι το μεταναστευτικό είναι η αχίλλειος πτέρνα της; Ότι η μονόπαντη ιδεολογική εμμονή της στα δικαιώματα των μεταναστών χωρίς έναν εξίσου φιλάνθρωπο συνυπολογισμό των πραγματικών συνεπειών της μετανάστευσης στην κοινωνική συνοχή και στην ασφάλεια των Ελλήνων – ναι, αυτών των ξενοφοβικών, έστω, μικροαστών Ελλήνων – την αποκόπτει από το μοναδικό της θεμέλιο: τη σχέση με τον λαό;
 
Διακόσια χρόνια νεοελληνικού κράτους με όλα αυτά ήμασταν εντάξει; Τώρα που ο λαός φαίνεται να αποφασίζει να υποστηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ – όχι βέβαια γιατί οι Έλληνες έγιναν ξαφνικά αριστεροί ή προοδευτικοί, αλλά γιατί βλέπουν ότι οι «άλλοι» τούς οδηγούν στην καταστροφή – τώρα θα βάλουμε όρους και περιορισμούς σ’ αυτή την επιλογή τους; Είναι σαν να βλέπω τα πιτσιρίκια με τις πετρούλες και τις παρ’ ολίγον μολότοφ στο Σύνταγμα τον Ιούνιο του 2011· που δεν άντεχαν τους εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκύρηδες και νοικοκυρές που διαδήλωναν με τον δικό τους μικροαστικό τρόπο (άλλοι κάνοντας περατζάδα, άλλοι ρίχνοντας μούντζες, κι άλλοι φορώντας ελληνικές σημαίες κλπ)· και ήθελαν ντε και καλά να τα κάνουν μπάχαλο· γιατί ένιωθαν προφανώς ότι άνευ αυτού τίποτα δεν είχε αξία. Απολίτικη και ανιστόρητη εφηβική ανυπομονησία· πολιτικός παρασιτισμός· και τότε και τώρα.
 
***
 
Τί να πω; Ίσως κάνω λάθος. Αλλά στα δικά μου μάτια είναι προφανές ότι αυτή η μετατόπιση της ατζέντας από το μνημόνιο στα γενικότερα κοινωνικά κλπ ζητήματα και στην προσπάθεια να αναδειχθεί ένα δίλημμα του τύπου πρόοδος-οπισθοδρόμηση, αν εξυπηρετεί κάποιους, αυτοί δεν είναι άλλοι από τη συγκυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα· που δεν έχουν πουθενά αλλού να ελπίζουν παρά μόνο σε κάτι τέτοιο. Στο να προταχθούν, δηλαδή, άλλα ζητήματα που θα ανακατέψουν τη δημόσια τράπουλα. Κι αν έχει και η συγκυβέρνηση τις δικές της αγκυλώσεις, που τη δυσχεραίνουν ακόμα και σ’ αυτό το παιχνίδι μη αφήνοντάς την να πάρει σαφή θέση υπέρ της προόδου ή της συντήρησης (εξ ου και τα πίσω-μπρος με το αντιρατσιστικό ν/σ), αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να χάνουμε την ουσία· τον αποπροσανατολισμό από το κύριο ζήτημα: που είναι το ποιος κυβερνά αυτή τη χώρα.
 
Α! Ξέχασα. Υπάρχει και η κεντροαριστερά, που επίσης δεν έχει άλλη λύση επιβίωσης, παρά μόνον αυτή· την επιστροφή στο δίλημμα πρόοδος-οπισθοδρόμηση. Είναι και γι’ αυτήν η μόνη δυνατότητα να μπει στη σκιά η συνενοχή της στο μνημόνιο και να επανέλθει στο τρέχον πολιτικό παιχνίδι αναβαπτιζόμενη στην κολυμπήθρα τής εν γένει προόδου.
 
***
 
Κι εδώ μπορούμε πλέον να δούμε καθαρά την ουσία των πραγμάτων. Διότι, όπως καταλαβαίνω, ένα μέρος του αριστερού κόσμου που επιμένει στα ιδεολογικά ζητήματα, απαιτώντας καθαρότητα και συνέπεια εφ’ όλης της ύλης, είναι επειδή, βλέποντας τις εδώ κι εκεί ταλαντεύσεις και τη γενικότερη πολιτική αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, φοβάται έναν πιθανό επικείμενο συμβιβασμό του. Και στο πλαίσιο αυτό βλέπει τις ιδεολογικές υποχωρήσεις και τις αντίστοιχες συμβολικές ενέργειες (π.χ. κινήσεις συναλλαγής με την Εκκλησία) σαν απόδειξη της γενικότερης ενδοτικότητάς του. Γνώμη μου είναι ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αταλάντευτος στη γραμμή της σύγκρουσης με το πολιτικό σύστημα θα τού ήταν πολύ πιο εύκολο να ορίσει με μεγαλύτερη ευελιξία τις άλλες προτεραιότητές του: σε τί μπορεί να υποχωρήσει προς ώρας και σε τί όχι.
 
Αυτή όμως τη διάκριση είναι δύσκολο να την κάνει ένας νορμάλ μέσος αριστερός, όπως είναι δύσκολο να την κάνει και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Διότι θα όφειλε να ξαναδεί αυτοκριτικά την ιδεολογική του ταυτότητα των τριών τελευταίων δεκαετιών· όταν η εγκατάλειψη της σοσιαλιστικής ιδέας συνοδεύτηκε με την πρόσδεση στην εξ Αμερικής κεντροαριστερή ιδεολογία της πολιτικής ορθότητας και του πολιτικού φιλελευθερισμού· έκφραση ριζικού αφοπλισμού και στρατηγικής παραίτησής από την ιδέα της πολιτικής και κοινωνικής επανάστασης.
 
Κι αν αυτό ήταν πρόβλημα μόνο της αριστεράς θα ήταν ίσως μικρό το κακό. Σήμερα όμως, που η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ξεκάθαρα μπροστά στο δίλημμα καταστροφή ή πολιτική ανατροπή, και περιμένει από την αριστερά να ηγηθεί σ’ αυτήν ακριβώς την ανατροπή – που δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από μια ειρηνική, δημοκρατική επανάσταση – σ’ αυτήν λοιπόν την κατάσταση, η πρόταξη των ατομικών δικαιωμάτων, της εκκοσμίκευσης και του χωρισμού εκκλησίας-κράτους (να πάψουμε επιτέλους να είμαστε Ιράν των Βαλκανίων, όπως χαρακτηριστικά λέγεται από πολλές μεριές) και γενικότερα της ιδεολογικής ατζέντας του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής ορθότητας οδηγεί στη συσκότιση του ιστορικού πεδίου της σύγκρουσης και στην εγκατάλειψη της πραγματικής μάχης.