Φοβάμαι ότι ο τίτλος του ενημερωτικού άρθρου του tvxs «Επιστροφή στον Μεσαίωνα ζητούν οι θεολόγοι» είναι παραπλανητικός – όχι, υποθέτω, από πρόθεση, αλλά από έλλειψη πληροφόρησης. Το «παραπλανητικό» συνίσταται στο εξής. Φαίνεται σαν να υπάρχει σύγκρουση όλων των θεολόγων γενικώς με κάποιους άλλους αντίθετους και ενδεχομένως αντίθεους, ενώ η αλήθεια είναι άλλη. Πως το νέο πρόγραμμα σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) που καταγγέλλει η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων είναι δημιούργημα επίσης θεολόγων. Κι όχι ενός και δύο, αλλά ενός μεγάλου αριθμού· που εκπροσωπούν αν όχι το μεγαλύτερο, πάντως ένα πολύ μεγάλο μέρος του κλάδου. Κι είναι εναντίον αυτών που βάλλει κατά κύριο λόγο η ΠΕΘ.

 
Προφανώς δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια ο θεολογικός χώρος βρίσκεται σε έντονη εσωτερική διαμάχη για το περιεχόμενο και τον τρόπο διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η σύσταση το 2010 του Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης», που, σε σαφή αντίθεση προς την ΠΕΘ, υποστήριξε την ανάγκη ριζικής αλλαγής του μαθήματος· όχι σαν έξωθεν ή άνωθεν επιβουλή, αλλά σαν αυτοκριτική επανατοποθέτηση των ίδιων των ελλήνων θεολόγων έναντι των πραγματικών δεδομένων της ελληνικής κοινωνίας και των πνευματικών και διδακτικών αναγκών των μαθητών του σημερινού ελληνικού σχολείου. Ο ΚΑΙΡΟΣ ήταν ο πρώτος θεσμικός φορέας που μίλησε με πολύ σαφή και συστηματικό τρόπο για ένα ΜτΘ που θα ξεπεράσει τον παλιότερο ομολογιακό και κατηχητικό χαρακτήρα και θα αφορά όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή άλλων εθνικών, πολιτιστικών κλπ καταβολών και αντιλήψεων. (Βλ. Διακήρυξη Αρχών).
 
Στη συνέχεια ήρθε το Υπ. Παιδείας, που στο πλαίσιο του λεγόμενου «Νέου Σχολείου» συνέστησε Ομάδες Εργασίας για την επεξεργασία νέων προγραμμάτων σπουδών για όλα τα μαθήματα στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο· μεταξύ αυτών και για τα θρησκευτικά. Έχω την εντύπωση πως η δουλειά που έγινε για το νέο πρόγραμμα σπουδών του ΜτΘ είναι μοναδική. Δεν έχουμε να κάνουμε με τη στεγνή γραφειοκρατική διεκπεραίωση των κυβερνητικών κατευθύνσεων, ούτε με την εφαρμογή των ιδιαίτερων παιδαγωγικών ιδεών μιας στενής ομάδας, όπως συνήθως. Στην περίπτωση του ΜτΘ η «άνωθεν» πρωτοβουλία του Υπ. Παιδείας πλαισιώθηκε από τα «κάτω», από ένα μεγάλο μέρος του θεολογικού κόσμου – όσους εν πάση περιπτώσει συμμερίζονταν τις απόψεις του ΚΑΙΡΟΥ – δίνοντας με τον τρόπο αυτό στο όλο εγχείρημα μια εντελώς διαφορετική και πολύ πιο ουσιαστική διάσταση απ’ αυτήν που πήρε η επεξεργασία των νέων προγραμμάτων σε άλλα μαθήματα. (Δεν θέλω να είμαι απόλυτος, και ίσως να αδικώ τη δουλειά που έγινε αλλού, αλλά αυτή είναι, ξαναλέω, η εντύπωσή μου).
 
Θα μπορούσε στο σημείο αυτό να εγείρει κανείς μια άλλου είδους ένσταση. Ήταν ορθό εκ μέρους των θεολόγων να συνδράμουν το κυβερνητικό εγχείρημα των νέων προγραμμάτων σπουδών, παρακάμπτοντας το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο των μνημονίων κλπ, ή τις γενικότερες στοχεύσεις του Υπ. Παιδείας για το «Νέο Σχολείο»; Το ερώτημα είναι εύλογο, αλλά η συζήτησή του θα μας έβγαζε εκτός θέματος. Αν είναι κάτι σχετικό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μέσα σ’ αυτές ακριβώς τις συνθήκες και υπό το βάρος αυτών των διλημμάτων το τμήμα του θεολογικού κλάδου που συνέβαλε στο νέο πρόγραμμα σπουδών έκρινε σωστό να βάλει σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα, θεωρώντας ότι του δινόταν μια ευκαιρία για την αλλαγή του ΜτΘ που δεν έπρεπε να χαθεί. Γνώμη μου είναι ότι η επιλογή αυτή ήταν σωστή.
 
Από την κατάρτιση του αρχικού σχεδίου του νέου προγράμματος για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο έχουν ήδη περάσει δυο χρόνια. Και έχει ήδη ολοκληρωθεί ένας κύκλος πειραματικής εφαρμογής του. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός και ένας συλλογικός τόμος με τίτλο «ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ – Ο διάλογος και η κριτική για το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», όπου δημοσιεύονται κείμενα διαφορετικών απόψεων για το θέμα. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί το εξής παράδοξο. Ότι τόσο αυτοί που υπερασπίζονται το μάθημα ως έχει σήμερα, όσο και αυτοί εκτός του θεολογικού κόσμου που είναι αντίθετοι αποδέχονται ότι το δίλημμα είναι μεταξύ «κατηχητικού» και «θρησκειολογικού» μαθήματος. Όπως όμως σημειώνεται στον συλλογικό τόμο, επιδίωξη του νέου προγράμματος σπουδών είναι «η υπέρβαση της διελκυστίνδας μεταξύ του κατηχητικού και του θρησκειολογικού προτύπου». Το κέντρο βάρους πέφτει όχι τόσο στο περιεχόμενο, αλλά στη μέθοδο, όπου προτάσσεται η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία με ενεργητική συμμετοχή των παιδιών, ενώ όσον αφορά το περιεχόμενο επιχειρείται η σύνθεση ανάμεσα σε διαφορετικές σύγχρονες προσεγγίσεις. Στόχος του νέου μαθήματος είναι η «γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και ιδιαίτερα η Ορθόδοξη Παράδοση», ενώ διδάσκονται «στοιχεία από τις δύο άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης», καθώς και «στοιχεία για ορισμένες από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία». Τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου «προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία».
 
Παρά ταύτα, η εκτός τόπου και χρόνου ηγεσία της ΠΕΘ, που εκτός από τον εαυτό της εκφράζει και διάφορους άλλους σκληροπυρηνικούς θρησκευτικούς κύκλους, όχι μόνο είναι αντίθετη, αλλά αποδύεται εδώ και καιρό σε κακόβουλες προσωπικές επιθέσεις εναντίον των θεολόγων που εκ της υπηρεσιακής τους θέσεως είναι υπεύθυνοι του νέου προγράμματος. Καλώς ή κακώς αυτό είναι φυσικό και αναμενόμενο. Και κατά τη γνώμη μου οι φωνασκίες τους μπορούν ίσως να καθυστερήσουν, αλλά δεν μπορούν να εμποδίσουν την εφαρμογή του νέου προγράμματος. Άλλο είναι το κακό που οι κύκλοι αυτοί μπορούν να κάνουν. Μπορούν, φερ’ ειπείν, καθορίζοντας το πεδίο της συζήτησης και δίνοντας τον τόνο της αντιπαράθεσης, να καταστήσουν αδύνατη κάθε ουσιαστική παιδαγωγική συζήτηση γύρω από το νέο πρόγραμμα, εμποδίζοντας τη νηφάλια κριτική και διόρθωσή του, χωρίς την οποία το όλο εγχείρημα δεν θα είναι βιώσιμο. Αυτό όμως δεν μπορούν να το κάνουν από μόνοι τους. Θα το πετύχουν αν καταφέρουν να επικρατήσει στον δημόσιο χώρο η εύκολη ιδεολογική πόλωση μεταξύ «συντηρητικών» και «προοδευτικών» ή μεταξύ «υπερασπιστών» και «αρνητών» της πίστεως. Και χρειάζονται σ’ αυτό τους κατάλληλους συμπαίκτες. Δεν υπάρχουν λοιπόν, όπως καταλαβαίνετε, καλύτεροι υποστηρικτές τους σ’ αυτό το παιχνίδι απ’ αυτούς (τους προοδευτικούς) που θα τους αναδείκνυαν σε προνομιακούς αντιπάλους (αντιδραστικούς), απλουστεύοντας έτσι και διαστρέφοντας τον δημόσιο λόγο.
 
Ο Βασίλης Ξυδιάς είναι εκπαιδευτικός θεολόγος, μέλος του ΔΣ του Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ», μέλος της Οργάνωσης Εκπαιδευτικών του ΣΥΡΙΖΑ.