Ας υποθέσουμε ότι κάποιος υψηλόβαθμος Ελληνας κρατικός λειτουργός δήλωνε δημόσια πως η χώρα μας δικαιούται να καταλάβει στρατιωτικά και να ανακηρύξει σαν πρωτεύουσά της την Κωνσταντινούπολη, επειδή αυτή υπήρξε πρωτεύουσα του Βυζαντίου πριν από χίλια χρόνια. Είναι προφανές πώς ακριβώς θα τον χαρακτηρίζαμε.

Ας υποθέσουμε, πάλι, πως ο ίδιος αξιωματούχος, αναφερόμενος στις πρόσφατες εξεγέρσεις προσφύγων στα κέντρα «φιλοξενίας», στις αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις μεταναστών ή στις παλιότερες διαδηλώσεις μουσουλμάνων της Αθήνας για ένα σχισμένο Κοράνι, ισχυριζόταν πως «είναι γνωστό» ότι όλοι αυτοί πληρώνονται από «ανθελληνικά κέντρα» για να μας δημιουργούν προβλήματα. Πάλι ξέρουμε πώς ακριβώς θα τον χαρακτηρίζαμε.

Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι ο ίδιος πάντα κρατικός λειτουργός, απαντώντας σε ερώτηση για τον φόνο του Γρηγορόπουλου και για κάποιον (υποθετικό) τραυματισμό δημοσιογράφου από αστυνομικά πυρά κατά τη διάρκεια της βίαιης διάλυσης μιας άοπλης διαδήλωσης, απαντούσε με το αποστομωτικό επιχείρημα ότι «δεν ξέρουμε αν [τα θύματα] είχαν πληρωθεί από κάποια εχθρική χώρα για να βρίσκονται εκεί» − και, συνεπώς, πήγαν γυρεύοντας πάνω στις αστυνομικές σφαίρες. Πώς ακριβώς θα τον χαρακτηρίζαμε; Για μιαν ακόμη φορά, είναι προφανές.

Ολα τα παραπάνω, σε μεσανατολικό και όχι ελληνικό περίβλημα, τα διαβάσαμε στην «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου ως περιεχόμενο της συνέντευξης που η πρέσβης του Ισραήλ, Ιρίτ Μπεν-Αμπα, παραχώρησε στη συνάδελφο Μαργαρίτα Βεργολιά: η Ιερουσαλήμ, μολονότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιήλθε στο Ισραήλ ως αποτέλεσμα μιας «προληπτικής» επίθεσής του στα γειτονικά κράτη το 1967, δικαίως έχει ανακηρυχθεί πρωτεύουσά του, αφού «ήταν πρωτεύουσα των Εβραίων προ 3.000 ετών»· οι παραμεθόριοι διαδηλωτές της Γάζας «πληρώνονται από τη Χαμάς» για να διαδηλώσουν, λες και δεν έχουν κανέναν άλλο λόγο να θυμίσουν στον έξω κόσμο πως είναι από γεννησιμιού τους έγκλειστοι στη μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή του πλανήτη· ακόμη και τα παιδιά ή οι δημοσιογράφοι που χτυπήθηκαν από τις ισραηλινές σφαίρες σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις «δεν ξέρουμε εάν είχαν πληρωθεί από τη Χαμάς για να είναι εκεί».

Ρίχνοντας μια ματιά στον ιστότοπο της ισραηλινής πρεσβείας, διαπιστώνουμε επίσης πως όσα η κυρία Μπεν-Αμπα είπε στην προχθεσινή συνέντευξή της διατυπώνονται εκεί με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια. Η κατοχή της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη νομιμοποιείται λ.χ. με καθαρά ιστορικούς τίτλους (ως «η αρχαία Ιουδαία και Σαμάρεια») αλλά και σαν λεία «ενός πολέμου αυτοάμυνας».

Οι σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ για τον παράνομο χαρακτήρα της κατοχής και του εποικισμού φυσικά αγνοούνται, διατυπώνεται δε ρητά το σκεπτικό πως επρόκειτο για αδέσποτα εδάφη, δίχως «νόμιμο κυρίαρχο», που όποιος τα αισθανόταν δικά του δικαιούνταν να τα αρπάξει. Φως φανάρι πού μπορεί να μας οδηγήσει μια τέτοια συλλογιστική − και, από τη στιγμή ιδίως που τα υποστηρίζει μια στρατιωτική σύμμαχός μας, καλό είναι να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους.

Μικρή αλλά εύγλωττη λεπτομέρεια: το βιογραφικό της κυρίας Μπεν-Αμπα, στον επίσημο ιστότοπο της πρεσβείας, ξεκινά όχι με τη γέννηση ή τις σπουδές της, αλλά με τη στρατιωτική της θητεία!

Ολα τα παραπάνω, αν διατυπώνονταν από κάποιον Ελληνα πολιτικό, δεν θα διστάζαμε ούτε στιγμή, και πολύ σωστά, όσοι είμαστε αντιρατσιστές και δημοκράτες, να τα στηλιτεύσουμε ως ακροδεξιά − ή ακόμη και φασιστικά, σύμφωνα με την τρέχουσα (μη επιστημονική) χρήση του όρου. Στοιχειώδης συνέπεια επιβάλλει την ίδια ακριβώς στάση απέναντι στην κυρία Μπεν-Αμπα και την πολιτική οντότητα στο όνομα της οποίας αυτή μιλάει.

Τα παραπάνω δεν θα υπήρχε ίσως λόγος να επισημανθούν, αν δεν είχε προηγηθεί σε τούτη την εφημερίδα ο γνωστός διάλογος περί αντισημιτισμού, με αφορμή τα εξίσου γνωστά σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη.

Προσωπικά, θεωρώ την εύκολη ταύτιση κάθε μορφής κρατικής βίας με τον ναζισμό αρκετά προβληματική, επειδή μια τέτοια ισοπεδωτική εξίσωση αμβλύνει αντικειμενικά την επαγρύπνησή μας απέναντι σ’ αυτόν τον τελευταίο − όπως ακριβώς η ταύτιση κάθε επέλασης των ΜΑΤ με «χούντα» ισοδυναμεί με άτυπο συγχωροχάρτι στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, την προληπτική λογοκρισία και την απαγόρευση συναθροίσεων άνω των τριών ατόμων.

Δεν τη θεωρώ όμως καθόλου αντισημιτική: ούτε στρέφεται κατά των Εβραίων ως τέτοιων, ούτε αναπαράγει τα ιστορικά εκείνα σχήματα που επένδυσαν ιδεολογικά τα αντισημιτικά πογκρόμ, από τη «συκοφαντία του αίματος» μέχρι τα «πρωτόκολλα» και την «παγκόσμια διακυβέρνηση» − σχήματα που συναντάμε συχνά σε συγκεκριμένο φάσμα του σύγχρονου πολιτικού λόγου, ενίοτε και στην Αριστερά.

Η διεύρυνση της έννοιας του αντισημιτισμού ώστε να περιλαμβάνει κάθε (οξύτατη, έστω) πολεμική κατά του Ισραήλ θα σήμαινε την αναγνώριση μιας ιδιάζουσας κληρονομικής πολιτικής ασυλίας, τρεις γενιές μετά το Ολοκαύτωμα, σε ανθρώπους η συντριπτική πλειονότητα των οποίων στην καλύτερη περίπτωση γενεαλογική μόνο σχέση έχει με τα θύματα της χιτλερικής «Τελικής Λύσης».

Οπως όμως η τραγωδία των Ποντίων δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για κανέναν Κασιδιάρη ή Φραγκούλη Φράγκο, έτσι και το Αουσβιτς είναι ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιείται ως ηθική προστασία των ελεύθερων σκοπευτών της Γάζας και των πολιτικών προϊσταμένων τους.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών