Τον τελευταίο καιρό έχει ενταθεί η συζήτηση για τη χορήγηση ή μη φαρμακευτικών σκευασμάτων και προϊόντων κάνναβης. Η συζήτηση πολλές φορές οξύνεται, διευρύνεται και σε άλλα ζητήματα πέρα από την ιατρική χρήση της κάνναβης και καταλήγουμε να συζητάμε για πολλά άλλα πράγματα σε σχέση με τη συγκεκριμένη ουσία, αλλά όχι το προκείμενο που αφορά στην ιατρική της χρήση. Σε αυτό το πλαίσιο επιθυμώ να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις:

- Η αναγκαιότητα της χρήσης προϊόντων της κάνναβης για ιατρικούς λόγους για διάφορες ασθένειες υποστηρίζεται από την επιστημονική έρευνα και την κλινική εμπειρία. Για αυτόν άλλωστε τον λόγο πολλές χώρες του πλανήτη αξιοποιούν ανάλογα σκευάσματα. Σε αυτό το σκεπτικό κατέληξε και η επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συγκρότησε το Υπουργείο Υγείας την προηγούμενη περίοδο. Εφόσον τα πράγματα είναι έτσι, δεν θα έπρεπε να γίνεται συζήτηση, για το αν θα πρέπει να νομοθετηθεί η δυνατότητα χορήγησης ανάλογων φαρμακευτικών προϊόντων. Η μόνη συζήτηση που είναι απαραίτητη, αφορά στους όρους παραγωγής και διάθεσης αυτών των προϊόντων, ώστε να αποφευχθούν τυχόν προβληματικές καταστάσεις από τη στιγμή που η χρήση της κάνναβης για ψυχαγωγικούς λόγους δεν είναι νόμιμη. Η διεθνής εμπειρία μπορεί να είναι χρήσιμη σε αυτό το σημείο.
Κατά τα λοιπά θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που αφορά οποιοδήποτε νέο φάρμακο, το οποίο εισέρχεται στο σύστημα υγείας. Έχουμε άλλωστε ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα χρήσης φαρμάκου για περισσότερο από έναν αιώνα,  που σε χημικό επίπεδο έχει σχεδόν ταυτόσημη δράση με την ηρωίνη: της μορφίνης. Για να καταλάβουμε τον παραλογισμό στη δημόσια συζήτηση είναι σαν να  επιχειρηματολογούσαμε υπέρ ή κατά της χορήγησης μορφίνης σε ασθενείς που την έχουν ανάγκη. Θα ήμασταν διατεθειμένοι να το κάνουμε αυτό;

- Η επίκληση πιθανών κινδύνων για ένα κομμάτι του πληθυσμού που αντιμετωπίζει προβλήματα εξάρτησης από ουσίες ή κινδυνεύει να αναπτύξει ανάλογα προβλήματα, δεν μπορεί να αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για τη μη νομιμοποίηση της χορήγησης ανάλογων σκευασμάτων για ιατρικούς λόγους. Μια κοινωνία, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να στερεί ένα χρήσιμο φάρμακο από έναν  μεγάλο αριθμό πολιτών με διάφορες ασθένειες, προς πιθανή προφύλαξη ενός άλλου μέρους της κοινωνίας. Με άλλα λόγια γιατί είναι πιο σημαντικό να μη λάβει μια ουσία που θα κατευνάσει τα συμπτώματά του ένας άνθρωπος που για παράδειγμα πάσχει από νευρολογικές ασθένειες, ώστε να προφυλαχθεί δυνητικά ένας άνθρωπος που ίσως αποφασίσει να κάνει χρήση κάνναβης και ίσως εξαρτηθεί από αυτή; Σε ποια βάση παίρνεται μια τέτοια απόφαση;

- Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να θέσω ένα θέμα, που είναι στα όρια της παρούσας συζήτησης, το οποίο όμως αντανακλά την επικρατούσα αλλοτρίωση, η οποία αποτυπώνεται σε ανάλογα παραδείγματα. Η προοπτική και μόνο νομιμοποίησης της ιατρικής κάνναβης προκάλεσε μεγάλη συζήτηση (η οποία προβλέπω ότι θα ενταθεί με ακρότητες και γελοιότητες, όσο θα εξειδικεύονται τα νομοθετικά / διοικητικά μέτρα που θα ορίζουν επιμέρους διαστάσεις του ζητήματος). Την ίδια στιγμή η νομιμοποίηση και διεύρυνση σε μεγάλο βαθμό του τζόγου (με τα νέα καταστήματα του ΟΠΑΠ, με «κουλοχέρηδες» κ.λ.π.) πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τον δημόσιο διάλογο. Και αυτό ενώ γνωρίζουμε από την έρευνα ότι η ύπαρξη πολλών επιλογών για τυχερά παιχνίδια σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας πλήττει τον πληθυσμό και ιδιαίτερα αυτούς/ες που αντιμετωπίζουν τα σοβαρότερα προβλήματα. Παρόλα αυτά ούτε σημαντικός δημόσιος διάλογος υπήρξε, ούτε κοινωνική ή  επιστημονική απαίτηση για πραγματικό έλεγχο των δυνατοτήτων για τζόγο. Δεχθήκαμε σχεδόν αδιαμαρτύρητα τη μεγέθυνση αυτών των επιλογών εν μία νυκτί. Ως λαός έχουμε μια ωραία παροιμία που περιγράφει το μέγεθος της υποκρισίας που μας χαρακτηρίζει όλους: Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι.

Δεν είναι καθόλου παραγωγικό να μπλέκουμε τα θέματα προς συζήτηση: είναι άλλο θέμα η νομιμοποίηση της χορήγησης κάνναβης για ιατρικούς λόγους και άλλο θέμα η νομιμοποίηση της χρήσης της κάνναβης ή των ουσιών γενικώς. Όσοι και όσες συγχέουν τα δύο θέματα (παίρνοντας τη μία ή την άλλη θέση) το κάνουν είτε από άγνοια, είτε εκ του πονηρού. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, εγκλωβίζουν τους ανθρώπους που πράγματι έχουν ανάγκη τα σκευάσματα αυτά. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά ενός ανθρώπου με σοβαρό πρόβλημα υγείας να μπορεί να λάβει ένα σκεύασμα που τον ανακουφίζει και να μη χρειάζεται να παραβιάζει το νόμο, αλλά και να είναι σίγουρος για την ποιότητα του φαρμάκου αυτού. Οπότε όσοι/ες θέλουν να συζητήσουν το θέμα της νομιμοποίησης της χρήσης της κάνναβης γενικώς, είναι καλό να το κάνουν χωρίς να εγκλωβίζουν ανθρώπους που χρειάζονται την ουσία για ιατρικούς λόγους.

Οι παραπάνω θέσεις βασίζονται τόσο στη μακρόχρονη εμπειρία του γράφοντος στο πεδίο των εξαρτήσεων, όσο και στη διεθνή βιβλιογραφία και έρευνα. Οι θέσεις αυτές δεν ασπάζονται απόψεις που κυκλοφορούν ευρέως στο διαδίκτυο ότι πρόκειται για μια ουσία (την ινδική κάνναβη) με απίστευτες ιδιότητες για τη θεραπεία αμέτρητων ασθενειών, η οποία αν νομιμοποιηθεί θα λύσει ως δια μαγείας πληθώρα προβλημάτων. Επίσης οι θέσεις αυτές δεν ακυρώνουν το γεγονός ότι για κάποιους ανθρώπους η σχέση τους με την ινδική κάνναβη μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα προβληματική και να χαρακτηριστεί ως εξάρτηση. Η εμπειρία από το πεδίο μάλιστα, είναι ότι έχει αυξηθεί σε έναν βαθμό ο αριθμός των ανθρώπων που προσεγγίζουν τα προγράμματα απεξάρτησης με βασικό αίτημα την απεξάρτηση από την κάνναβη.  

Όμως το γεγονός αυτό δεν έχει να κάνει με το υπό συζήτηση θέμα. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό στο δημόσιο διάλογο να ακούγονται όσο το δυνατόν, πέρα από τις απόψεις των εξαρτησιολόγων και των γιατρών και τα βιώματα των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν ή χρησιμοποιούν την κάνναβη για ιατρικούς λόγους, αναγκαζόμενοι μέχρι σήμερα να παραβιάζουν το νόμο. Άλλωστε εμείς που ασχολούμαστε με το πεδίο των εξαρτήσεων επιστρέφουμε διαρκώς τη συζήτηση σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων (αυτών που έχουν προβληματική σχέση με την ουσία) σε σχέση με το ποσοστό των ανθρώπων που θα χρησιμοποιήσει την ουσία για φαρμακευτικούς λόγους. Και πριν βιαστούμε να σκεφτούμε ότι αυτοί που θα χρησιμοποιήσουν κάνναβη για ιατρικούς λόγους θα εξαρτηθούν μαζικά, ας έχουμε στο μυαλό μας την έρευνα από τη δεκαετία του 1980 ενός από τους πρωτοπόρους του πεδίου των εξαρτήσεων, του Norman Zinberg,  ο οποίος έδειξε ότι μόλις το 1 έως 2%, όσων έλαβαν συστηματικά μορφίνη για ιατρικούς λόγους (μια ουσία με σαφώς πολλαπλάσιο εξαρτητικό δυναμικό), εμφάνισαν συμπτώματα εξάρτησης.

Είναι καλό να θυμόμαστε αυτό που μας διδάσκουν οι κριτικές προσεγγίσεις του πεδίου των εξαρτήσεων: Η εξάρτηση από τις ουσίες δε σχετίζεται κατά βάση ούτε με τις ουσίες, ούτε με τη διαθεσιμότητα τους σε μια κοινωνία. Αντίθετα σχετίζεται με τις ανάγκες και την προσωπικότητα ενός ανθρώπου και τη σχέση που αναπτύσσει με μια ουσία, σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο και σε συγκεκριμένες συνθήκες ζωής.

Ο Σωτήρης Λαϊνάς είναι Ψυχολόγος, MSc Κοινωνικής Κλινικής Ψυχολογίας των Εξαρτήσεων, Διδάκτωρ Ψυχολογίας Α.Π.Θ., Συντονιστής Προγραμμάτων Προαγωγής Αυτοβοήθειας Α.Π.Θ.