Το e-mail είχε πρωτοκυκλοφορήσει πριν από αρκετά χρόνια. «100 λόγοι που είμαστε Έλληνες» ή «Γουστάρουμε που είμαστε Έλληνες, γιατί…», κάπως έτσι ήταν ο τίτλος του. Ακολουθούσαν μετά εκατό φράσεις, που υποτίθεται πως τόνιζαν το μεγαλείο μας έναντι των υπολοίπων λαών, φράσεις όπως «μπροστά στο μετσοβόνε τι να μας κάνει το καμαμπέρ;», ή «γιατί το καρπούζι το αγοράζουμε ολόκληρο και όχι σε φέτες» ή ακόμα «γιατί δε βάζουμε κέτσαπ στο φαγητό μας. Έχει από μόνο του υπέροχη γεύση...» ο συγγραφέας -κυρίως, παιδικών και εφηβικών βιβλίων- Βασίλης Παπαθεοδώρου σχολιάζει στην Κρυσταλία Πατούλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας με αφορμή ένα e-mail, συμμετέχοντας στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση που δημοσιεύεται στο tvxs από το 2010.

 
...Στην αρχή μπορεί να είχα χαμογελάσει με αυτό το κείμενο, ήταν ακόμα οι εποχές όπου, εγώ τουλάχιστον, είχα ακόμα τη διάθεση να χαζογελώ με οποιαδήποτε μπούρδα. Αναζητώντας το και ξαναδιαβάζοντάς το μετά από χρόνια όμως, διέκρινα κι άλλα ατράνταχτα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ του μεγαλείου μας. 

  • Γιατί στην Ελλάδα όλοι βρίζουμε το Δημόσιο και ταυτόχρονα σκοτωνόμαστε για μια θέση εκεί.
  • Γιατί έχουμε δεν έχουμε λεφτά, ένα μπουζουκάκι θα το πάμε.
  • Γιατί έχουμε νοοτροπία "και αύριο μέρα είναι".
  • Γιατί ξέρουμε καλύτερα να ξοδεύουμε παρά να αποταμιεύουμε.
  • Γιατί ξέρουμε να "κλέβουμε" αλλά και να μην "καρφώνουμε" αυτόν που "κλέβει" στις εξετάσεις.
  • Γιατί έχουμε πάντα μια λύση- έστω και πλάγια- σε όλα.
  • Γιατί δεν το παίζουμε ψευτοπουριτανοί. Τις "λαδιές" μας τις κάνουμε με θράσος.
  • Γιατί τα καταφέρνουμε πάντα... έστω και την τελευταία στιγμή.

Θυμήθηκα επίσης εκείνο το παλιό τραγούδι του Χατζηνάσιου, «σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δε θα μπορέσουμε», κάτι τέτοιο άλλωστε εκφράζουν και τα παραπάνω, μαζί με τους υπόλοιπους λόγους που δεν αναφέρθηκαν.
 
Κάνοντας μιαν αναζήτηση στη Wikipedia
τις προάλλες, είχε πέσει πάνω στο λήμμα passive-aggessive και διαβάζοντάς το, μου ήρθε στο μυαλό το προαναφερόμενο e-mail. Passive aggressive λοιπόν ή παθητική επιθετικότητα (ΠΕ) είναι μια διαταραχή όπου ο φορέας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά που θα αναφερθούν πιο κάτω.
 
Καταρχήν ο ΠΕ άνθρωπος άλλα λέει, άλλα κάνει, άλλα εννοεί, άλλα σκέπτεται, με αποτέλεσμα να μπλέκει τους πάντες γύρω από τις προθέσεις και τα πιστεύω του. Π.χ. υπόσχεται ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις που θα πάρει από την Ε.Ε. θα διοχετευθούν στην αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και τελικά καταλήγουν Πόρσε στο θεσσαλικό κάμπο. Λέει ότι δε θα γίνουν μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και την επόμενη ημέρα πετσοκόβονται όλα.
 
Η ΠΕ προσωπικότητα, κρύβει νεύρο και οργή μέσα της, που το ξεσπά συνήθως με πλάγιους τρόπους, ύπουλους στην πλειοψηφία τους, με σκοπό να εκνευρίσει τον άλλον και να αποκτήσει κατά κάποιον τρόπο το πάνω χέρι. Δηλαδή πας σε μια δημόσια υπηρεσία με άλλους πενήντα να εξυπηρετηθείς και η μόνη υπάλληλος παρατά τη δουλειά της στη μέση για να μιλήσει με την κόρη της και να της εξηγήσει πώς να βάλει το φαγητό στο μάτι. Ή πας να βγεις από το βαγόνι του μετρό και ο ΠΕ θα προσπαθήσει να μπει πρώτος, σπρώχνοντάς σε. Ή θα στέκεται στην αριστερή πλευρά των κυλιόμενων. Ή θα μιλά στο κινητό στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, με είκοσι αμάξια από πίσω του να κορνάρουν για παρακώλυση κυκλοφορίας. Εννοείται ότι τίποτα από όλα αυτά δε θα τον πτοήσει, έχει άλλωστε πάντα δίκιο.
 
Ένας ΠΕ θα σκαρφιστεί απίθανους λόγους κι αιτίες για να μην κάνει αυτό που πρέπει, την ώρα που πρέπει. «Δεν μπορεί να φανταστείς τι μου έτυχε», θα τον ακούσεις να σου λέει και θα προβάλει του κόσμου τις δικαιολογίες και τις ιδιαιτερότητες-απιθανότητες, για να αποφύγει τη δουλειά. Είναι σαν να λέμε πως η Ελλάδα είναι ιδιαίτερη περίπτωση, μόνη αυτή σε όλο τον κόσμο, γιατί έχει χιλιάδες νησιά, συνορεύει με τρεις ηπείρους, κλπ και γι’ αυτό χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ή σαν να βλέπεις αθλητή που αποκλείστηκε από τα προκριματικά και να παραπονιέται για την ελλιπή προετοιμασία, τον αντίθετο άνεμο, τους κριτές, τους θεατές που αποσπούσαν την προσοχή του και πάει λέγοντας.
 
Ως εκ τούτου ο ΠΕ είναι πραγματικός μάστορας στο ψέμα για να πετύχει το στόχο του και να τη βγάλει  καθαρή, σου βαφτίζει δηλαδή το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι «ελληνικό» και εισπράττει την αποζημίωση. Ζητά τον οβολό σου για την αποπεράτωση του ναού, ενός ναού που επί 30 χρόνια δε λέει να προχωρήσει, και μετά ενδεχομένως βάζει χέρι στο παγκάρι.
 
Στην αρχή κανείς δεν ξέρει πώς να αντιδράσει με έναν ΠΕ, έχει όλη την καλή διάθεση να τον πιστέψει και να τον βοηθήσει, αλλά βλέποντας ότι το μόνο που γίνεται είναι να ανακυκλώνεται η ίδια κατάσταση, τελικά νευριάζει και αποφασίζει να του τα σούρει. Αλλά δε λογαριάζει τις αντιδράσεις του ΠΕ: Ενοχές, ατελείωτα συγγνώμη, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, με σκοπό να κερδίσει χρόνο και να ξαναγίνουν τα ίδια από την αρχή.  

Είναι σαν να ακούς δηλαδή πολιτικό να ισχυρίζεται πως έλαβαν το μήνυμα της κάλπης και θα διορθώσουν την πορεία τους. Ή ότι θα γίνουν αποκρατικοποιήσεις. Ή ότι θα παταχθεί η φοροδιαφυγή και η γραφειοκρατία. Ή πως θα φορολογηθούν τα υψηλά εισοδήματα και θα προστατευθούν οι χαμηλόμισθοι… Όλα αυτά αρκεί να τους ψηφίσουμε.
 
Έναν ΠΕ δεν τον παίρνεις είδηση από την αρχή, συνήθως είναι γοητευτική προσωπικότητα που προβάλει τις υψηλές αξίες της. Ανθρωπισμός, ισότητα, δικαιοσύνη, όλες αυτές οι έννοιες περικλείονται στην ψυχοσύνθεση του ΠΕ. Ό ίδιος μπορεί όντως και να νομίζει πως τον εκφράζουν. Οι υπόλοιποι όμως θα καταλάβουν τη διαφορά όταν δουν να διαμαρτύρεται για το γηροκομείο/κέντρο αποτοξίνωσης/νοσοκομείο που θα κτιστεί δίπλα στο σπίτι του, τη στιγμή που ο ίδιος πρωτοστατούσε λεκτικά στο να δημιουργηθούν όλες αυτές οι υποδομές… αλλά μακριά από αυτόν.

Ο ΠΕ δεν είναι ρατσιστής. Τώρα αν τον ακούσεις στην οδήγηση να φωνάζει «άντε να πλύνεις κάνα πιάτο, χοντρή» ή «ρε γέρο, φύγε από τη μέση», είναι μάλλον δικό σου το πρόβλημα, δεν άκουσες καλά. Ο ΠΕ είναι επίσης βαθιά ουμανιστής, υπέρ των μεταναστών, κατά των οποιωνδήποτε μέτρων, άσχετα αν μέσα του επιθυμεί να μαντρωθούν όλοι οι ξένοι. Είπαμε άλλωστε, άλλα σκέφτεται, άλλα λέει, το ζήτημα είναι να μείνεις εσύ με την αρχική καλή εντύπωση που είχες γι’ αυτόν.
 
Αν προσπαθήσεις να μιλήσεις για ένα θέμα με έναν ΠΕ, αυτός θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εκτρέψει την κουβέντα και να μετατοπίσει το πρόβλημα προς τα εκεί που τον συμφέρει. Ενδεχομένως δηλαδή να σε βγάλει στους δρόμους για το Μακεδονικό ή για τις ταυτότητες, να σε πείσει να κλείσεις τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια, σε αποχή διαρκείας, για να μαζέψεις καφέ στη Νικαράγουα (δεκαετία ’80), ή για την παγκόσμια ειρήνη. Το πρόβλημα όμως θα παραμείνει εκεί και θα σε περιμένει κι εσένα και την υπόλοιπη κοινωνία.
 
Αλίμονο αν νευριάσει μαζί σου ένας ΠΕ, μαύρο φίδι που σε έφαγε. Δε θα σου μιλά για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χωρίς εσύ να μπορείς να καταλάβεις το γιατί, θα σου κρατά μούτρα για να πας εσύ πρώτος να τον ρωτήσεις και να λυθεί η παρεξήγηση, μια παρανόηση που πολλές φορές δεν υπάρχει καν, αλλά είναι στο μυαλό του πρώτου. Φαντάζομαι σε πολλά χωριά και γειτονιές πόλεων, αυτή η τακτική είναι ευρέως διαδεδομένη.
 
Μιλάμε δηλαδή για μια μπλεγμένη προσωπικότητα, το ζήτημα είναι να μην μπλεχτείς κι εσύ. Γιατί όταν ακούς έναν ΠΕ να δηλώνει μάχιμα αριστερός και να απολύει μετά από τη δουλειά τους κάποιους εργαζόμενους, μπλέκεσαι. Όταν σκίζεται για τη δημόσια παιδεία και στέλνει τα δικά του παιδιά σε ιδιωτικά σχολεία, πάλι μπλέκεσαι. Όταν υπογράφει υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα και γράφει με σπρέι στους τοίχους της Ακαδημίας, μπλέκεσαι για τρίτη φορά. Και όταν επίσης μιλά για τα «ομορφότερα νησιά του κόσμου» και το «υπέροχο ελληνικό καλοκαίρι» ρίχνοντας μπετόν στις πλαγιές της Καλντέρας για να χτίσει πισίνα, ε, εκεί πλέον αρχίζεις να απελπίζεσαι.
 
Ο λόγος δημιουργίας αυτής της ψυχοσύνθεσης
είναι κυρίως η αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, το μίσος και η οργή προς οποιονδήποτε έχει το πάνω χέρι. Μπορεί να είναι ο/η σύζυγος, οπότε και «δικαιολογείται» ένα μικρό τσιλιμπούρδισμα (αρκεί να μην το μάθει ο άλλος βέβαια), μπορεί να είναι ο μανάβης της λαϊκής που κλέβει στο ζύγι ή δε δίνει απόδειξη.

Προφανώς με αυτή τη συλλογιστική ΟΛΟΙ οι πολιτικοί είναι λαμόγια, ΟΛΟΙ οι γιατροί και δικηγόροι τα αρπάζουν, ΟΛΟΙ οι αστυνομικοί είναι «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Και προφανώς πάλι «η Χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Κατά τον ίδιο τρόπο που ΟΛΟΙ οι αμερικάνοι είναι «φονιάδες των λαών». Ο ΠΕ θα αγανακτήσει, θα το εκφράσει συνήθως με πλάγιους τρόπους και μετά για να ηρεμήσει θα φάει χάμπουργκερ σε κάνα McDonald’s ή θα ακούσει ροκ μουσική για να εκτονωθεί.
 
Αλλά ο ΠΕ στα μάτια του θα είναι πάντα δικαιολογημένος. Θα βάζει σκυλάδικα στη διαπασών πάντα σε ώρες κοινής ησυχίας, έχοντας όλο το δίκιο με το μέρος του, αφού και η διπλανή κατεβάζει τα σκουπίδια όταν έχει περάσει η σκουπιδιάρα ή ο από κάτω βγάζει το σκύλο του βόλτα και τον αφήνει να τα κάνει στο γκαζόν, για να μη μιλήσουμε για την από πάνω που βάζει ηλεκτρική το βράδυ με το πιο φτηνό ρεύμα.
 
Ο ΠΕ θα καθυστερεί ηθελημένα να φέρει σε πέρας
μια εργασία, ελπίζοντας κατά βάθος πως ο άλλος θα απηυδήσει και θα την κάνει από μόνος του. Εν πάση περιπτώσει, αν αποφασίσει να την κάνει τελικά, θα είναι για να μην εκτεθεί στα μάτια του άλλου και κατά συνέπεια και στα μάτια των υπολοίπων. Αυτό θα του εξασφαλίσει κάποια ανοχή, που θα λειτουργήσει σαν παρακαταθήκη-άλλοθι για την επόμενη καθυστέρησή του. Σε κάποιο βαθμό άλλωστε αυτό δεν είχε συμβεί και με τους Ολυμπιακούς του 2004 και τις καθυστερήσεις τους; Δεν είχαν γίνει όλα με γνώμονα «να δείξουμε στους ξένους» και μετά όταν έφυγαν οι ξένοι, όλες οι εγκαταστάσεις χορτάριασαν;
 
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως αυτής της
προσωπικότητας είναι η διαρκής αγωνία που έχει για να εξισορροπήσουν οι φόβοι που τον διακατέχουν και σχετίζονται με την εξάρτηση, την οικειότητα και την εγκατάλειψη. Ο ΠΕ θέλει ταυτόχρονα να είναι και μαζί και μόνος, να «ανήκει στην Ευρώπη» και να είναι «ανάδελφος λαός», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», αλλά να βρίσκεται μέσα σε αυτά, να τον παρατά η μάνα του στην ησυχία του, αλλά και να του φέρνει ταπεράκια. Μια διαρκής πάλη του «γιατί δε μου μίλησε η Μαρία; Δεν ενδιαφέρεται για μένα;», όταν δεν του μιλά η φίλη του και του «είναι πολύ πιεστική η Μαρία, με ρωτά συνέχεια αν έχω κάτι», σε περίπτωση που θα του μιλήσει. Κοινώς δεν ξέρει τι θέλει.
 
Μα πάνω απ’ όλα ο ΠΕ ζηλεύει, γιατί ο ίδιος πιστεύει πως είναι κάτι διαφορετικό, ανώτερο, κατάγεται από τους Ελ, είναι ο ομφαλός της Γης και «πας μη Έλλην, βάρβαρος». Πολλά από αυτά τα έμαθε στο σχολείο, άλλα από την οικογένεια. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», θα τον ακούσεις να λέει συχνά. Ο ίδιος ΔΕΝ ξέρει ποιος είναι.
 
Προφανώς ΠΕ λαοί υπάρχουν πολλοί, ΠΕ άνθρωποι δισεκατομμύρια. Όλοι μας έχουμε άλλωστε κάποια/ες από αυτές τις ιδιότητες. Όλοι μας τις συναντούμε σε καθημερινή βάση, και τις εφαρμόζουμε ίσως, τις πιο πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε και σαν άτομα και σαν ομάδες και σαν κοινωνία. Το πρόβλημα έγκειται ότι πλέον το «σ’ όποιον αρέσουμε…» περιλαμβάνει και μας τους ίδιους.

Γιατί εντέλει, ξαναγυρνώντας στο αρχικό e-mail, ΘΑ είναι προβληματικό κατά την άποψή μου, εάν για λόγους επιβεβαίωσης και πέρα από την πλάκα, αρχίζουμε να βαυκαλιζόμαστε με ερωτήματα του στυλ :
«Τι να μας πει στην τελική το Curiosity στον Άρη;  Frozen Yoghurt τρώνε αυτοί;»
 
ΥΓ.: Παρακολουθώντας τους Ολυμπιακούς
αγώνες δεν μπορώ να μη σταθώ στις δηλώσεις δυο Ελλήνων αθλητών που «απέτυχαν», σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. «Δεν μου έλειψε κάτι στην προετοιμασία μου. Για το γεγονός ότι έχασα σήμερα δεν φταίει η οικονομική κρίση, ούτε κανένας, παρά μόνο εγώ... Απλά δεν ήμουν καλός και δεν μου βγήκε το παιχνίδι...", δήλωσε ο Ολυμπιονίκης Αλέξανδρος Νικολαϊδης. «Ίσως μέχρι εκεί έφταναν οι δυνάμεις και οι ικανότητές μου», δήλωσε ο πρωταθλητής Σπύρος Γιαννιώτης. Ελπίδα για κάτι καλύτερο;

---
Διαβάστε επίσης στο tvxs
H κοινωνία πριν αποκτηνωθεί, αδιαφορεί. Του Βασίλη Παπαθεοδώρου