«Βαθιά ανακουφισμένο» δηλώνει από το βράδυ της Κυριακής σύσσωμο το ευρωπαϊκό κατεστημένο στο άκουσμα των αποτελεσμάτων του πρώτου γύρου των γαλλικών εκλογών, ενώ παράλληλα εύχεται την όσο το δυνατό πιο άνετη επικράτηση του Εμμανουέλ Μακρόν στις κάλπες της 7ης Μαΐου. Κι είναι αλήθεια πως όλοι οι υγιώς σκεπτόμενοι δημοκρατικοί ευρωπαίοι (κι όχι μόνο) πολίτες  αναγνωρίζουν την ανάγκη να ηττηθεί μια τέτοια υποψηφιότητα, όπως αυτή της Μαρί Λεπέν. Θα μου επιτρέψετε όμως να έχω, όπως και πολλοί άλλοι, σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ένας ενδεχόμενος θρίαμβος του πρώην στενού συνεργάτη του Φρανσουά Ολάντ θα ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επέλθει μια τέτοια στρατηγική ήττα της ακροδεξιάς στη Ευρώπη.

Όπως επίσης έχω την αίσθηση πως η σφοδρή αντίθεση των ευρωπαϊκών ηγεσιών στο ενδεχόμενο ανάδειξης της Μαρί Λεπέν στη γαλλική προεδρία ελάχιστα έχει να κάνει με την ξενοφοβική, ρατσιστική και μισαλλόδοξη πολιτική φύση της. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, ιδιαίτερα κατατοπιστικός υπήρξε ένας πρώην ιδεολογικός σύμμαχος της (μέχρι πρότινος) επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου και νυν φανατικός ευρωπαϊστής, ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος σε χθεσινή συνέντευξή του δήλωσε χαρακτηριστικά: «Σήμερα η κυρία Λεπέν υπερασπίζεται ένα πρόγραμμα διευρυμένης ρύθμισης της αγοράς, μεγάλης κρατικής παρέμβασης, μεγάλης σοσιαλιστικής ή σοσιαλίζουσας πολιτικής στα ζητήματα τα οικονομικά και ουσιαστικά εξόδου της Γαλλίας από την ΕΕ».

Κάπου εδώ λοιπόν κρύβεται το βασικό «διακύβευμα» της επικείμενης εκλογικής αντιπαράθεσης της 7ης Μαΐου. Κι αυτό γιατί, με δεδομένο ότι ο επόμενος Γάλλος πρόεδρος θα παραλάβει μια χώρα με οικονομία στην εντατική, υπάρχουν δυο κυρίαρχες προσεγγίσεις όσον αφορά στην αντιμετώπιση. Από τη μια, εκείνη που υποστηρίζουν οι θιασώτες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κι υπαγορεύει θεραπεία - σοκ με εφαρμογή «μεταρρυθμίσεων» οι οποίες θα αφορούν στην περιστολή του κοινωνικού κράτους, καθώς και το πλήρες ξεχαρβάλωμα των εργασιακών σχέσεων. Δε θα μπορούσαν λοιπόν να βρουν καταλληλότερο υποψήφιο για να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο σχέδιο από τον Εμμανουέλ Μακρόν. Άλλωστε, ο ίδιος ως υπουργός Οικονομίας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάρτιση του πρόσφατου εκτρωματικού νομοσχεδίου για τα εργασιακά, το οποίο είχε ξεσηκώσει εντονότατες αντιδράσεις εναντίον της κυβέρνησης Ολάντ.

Από την άλλη μεριά, η Μαρί Λεπέν υποστήριξε ως λύση στο ζήτημα την έξοδο της Γαλλίας από την ευρωζώνη αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς όχι προς όφελος των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία μαστίζονται τα τελευταία χρόνια από την ανεργία, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση. Ούτε «σοσιαλιστική», ούτε «σοσιαλίζουσα» είναι η προσέγγισή της, όπως διατείνεται ο κύριος Βορίδης. Αντίθετα, έχει στο επίκεντρό της την εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενός τμήματος του οικονομικού κατεστημένου της χώρας, το οποίο καλοβλέπει την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Κατά τον ίδιο τρόπο, ας μην ξεχνάμε, είχε στηριχτεί από εκπροσώπους του βρετανικού κεφαλαίου η προεκλογική καμπάνια υπέρ του Brexit, ενώ σοβαρές αναλογίες ενυπήρχαν και στην σύγκρουση Τραμπ - Κλίντον στις αμερικάνικες προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοέμβρη.

Βαδίζοντας λοιπόν προς το δεύτερο γύρο της 7ης Μαΐου, είναι σαφές πως οι αντιπαρατιθέμενες οικονομικές ελίτ έχουν βρει τους πιο «βολικούς» υποψήφιους. Κι αν για το πρώην τραπεζικό στέλεχος της επενδυτικής Rothschild η αναμέτρηση με τη Λεπέν φαντάζει ιδανική ευκαιρία, καθώς θεωρεί πως θα βγει από αυτήν νικητής, τροπαιούχος, αλλά και «καθαγιασμένος» στη συνείδηση της γαλλικής κοινωνία, μόνο η ιστορία μπορεί να αποδείξει ποιος θα είναι πραγματικά ωφελημένος. Άλλωστε, η υποψήφια του Εθνικού Μετώπου γνωρίζει καλά πως η διαφαινόμενη διεύρυνση των πολιτικών λιτότητας από τον Μακρόν είναι «βούτυρο στο ψωμί της». Ξέρει επίσης πολύ καλά πως έχοντας κατ’ ουσίαν επιβάλει τη δική της ατζέντα σε αυτή την προεκλογική περίοδο, θα μπορέσει να κινηθεί πιο άνετα ενόψει των μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων, τη στιγμή μάλιστα που η γαλλική Δεξιά κι οι Σοσιαλιστές μάλλον θα κάνουν πολύ καιρό να συνέλθουν από την πανωλεθρία που υπέστησαν.

Τελικά, μήπως δεν ήταν τόσο λάθος ο Μελανσόν;