Η κατάθεση του νέου προϋπολογισμού αποτυπώνει μια διπλή πραγματικότητα.

Από τη μια καταγράφεται η βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας και προβλέπεται υψηλός ρυθμός ανάπτυξης το 2018, με αύξηση του εγχώριου εισοδήματος (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της τάξης του 2,5% . Η αύξηση του εισοδήματος θα συμβαδίζει με μικρή άνοδο της κατανάλωσης, των εξαγωγών και των επενδύσεων.

Η άλλη πλευρά είναι ότι για άλλη μια χρονιά οι κρατικές δαπάνες θα μειωθούν και τα έσοδα (φορολογικά) θα αυξηθούν, ώστε να προκύψει ένα σημαντικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό, πριν τις πληρωμές των τόκων, της τάξης των 7 δισ. ευρώ ή 3,8% του ΑΕΠ, ώστε να καλυφθούν οι στόχοι του μνημονίου.

Δεν χρειάζονται περίπλοκες οικονομικές αναλύσεις για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν προϋπολογισμό λιτότητας, η οποία επιβάλλεται καταναγκαστικά λόγω των μνημονίων.

Ασφαλώς, εάν επιβεβαιωθούν οι στόχοι για την ανάπτυξη η βελτίωση θα είναι σημαντική και έχει ήδη αρχίσει να καταγράφεται από φέτος, που προβλέπεται ότι η χρονιά θα κλείσει με ρυθμό ανάπτυξης 1,6% του ΑΕΠ, ενώ δεν αποκλείεται η επίδοση να είναι καλύτερη φέτος λόγω της πολύ καλής τουριστικής χρονιάς.

Ωστόσο, η πίεση παραμένει μεγάλη και αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση των δαπανών θα προέλθει από επιβαρύνσεις που έχουν αποφασιστεί εδώ και μήνες, για μείωση της έκπτωσης φόρου στους μισθωτούς λόγω παρακράτησης, του επιδόματος θέρμανσης και των φοροαπαλλαγών στις ιατρικές δαπάνες, μέτρα δηλαδή που θα πλήξουν τα νοικοκυριά.

Το γεγονός είναι ότι ο βαρύς αυτός προϋπολογισμός είναι το τίμημα για να εξέλθει η χώρα από το τρίτο μνημόνιο και να βρεθεί σε ένα νέο καθεστώς όπου θα υπάρχει μεν εποπτεία από τους δανειστές, αλλά με άλλη, χαλαρότερη μορφή, με μεγαλύτερη ευελιξία και περιθώρια στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής για την εκάστοτε κυβέρνηση.

Το γεγονός είναι ότι η χώρα βρίσκεται εξαντλημένη ύστερα από δέκα χρόνια ύφεσης – στασιμότητας και επτά χρόνια μνημονίων με ένα τεράστιο βάρος στην πλάτη της από το χρέος το οποίο εμποδίζει την οικονομία να «σηκωθεί».

Είναι ενδεικτικό ότι ο υπουργός Οικονομικών σημειώνει στην εισηγητική έκθεσή του για τον προϋπολογισμό ότι η υλοποίηση του θα εξαρτηθεί από το εάν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως το τρίτο μνημόνιο, εάν θα υλοποιηθούν τα μέτρα για το χρέος, εάν θα επιστρέψει η χώρα στις αγορές και εάν θα υπάρξει «νηνεμία» στην παγκόσμια οικονομία.

Πρέπει, βέβαια, να σημειώσουμε ότι και αυτός ο προϋπολογισμός, πέρα από το θέμα των μέτρων και των πλεονασμάτων, αντανακλά την παραδοσιακή διαχείριση των τελευταίων ετών, η οποία επικρατούσε ακόμα και προ μνημονίων, χωρίς να ενσωματώνονται πολιτικές για την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Προβλέπεται μεν αύξηση των επενδύσεων (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) συνολικά κατά 11,4% σε σχέση με φέτος, λόγω βελτιωμένου ευνοϊκού περιβάλλοντος, αλλά πρέπει να σταθμίσουμε το γεγονός ότι ακόμα και μετά την αύξηση αυτή τα μεγέθη θα παραμείνουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, αφού οι επενδύσεις έχουν καταρρεύσει μετά το 2008 και έφτασαν πέρσι στο 11% του ΑΕΠ από περίπου 20% προ κρίσης.

Αν δούμε τα κονδύλια για τις δημόσιες επενδύσεις, αυτά παραμένουν στα 6,7 δισ. Ευρώ, στα ίδια επίπεδα με το 2017 ήτοι περίπου 27% κάτω από το 2008.

Με απλά λόγια, οι επενδύσεις προ κρίσης οφείλονταν κυρίως στις οικοδομές που χτίζονταν με δανεικά, αλλά μετά την κατάρρευση του στρεβλού εκείνου μοντέλου λειτουργίας, δεν υπάρχει κάτι καινούριο που θα το υποκαταστήσει και έτσι η οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει.

Ο ισοσκελισμός των μεγεθών στον προϋπολογισμό είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για να αλλάξει η εικόνα.

Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί είναι βέβαια δεδομένοι, αλλά χρειάζονται ποιοτικές και επιλεγμένες παρεμβάσεις για να ενισχυθεί αυτό που υποτίθεται ότι είναι το ζητούμενο, δηλαδή η στροφή σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο βασισμένο στην καινοτομία και την οικονομία της γνώσης.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο Εμανουέλ Μακρόν προετοιμάζει ένα κρατικό ταμείο με κεφάλαια 10 δισ. ευρώ για να χρηματοδοτήσει την καινοτομία και την έρευνα.

Εμείς τι κάνουμε;

Πηγή: ΕΡΤ