Είδα το «Επτά επί Θήβας» του Τσέζαρις Γκραζουζίνις στο Κούριο, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές τοποθεσίες της Κύπρου. Το θέατρο στέκεται σε έναν από τους λόφους της παραθαλάσσιας περιοχής του Ακρωτηρίου, με τη Μεσόγειο, ακριβώς από κάτω να προσφέρει φυσικό θεατρικό σκηνικό.

Στην προς νότο νοητή ευθεία, κάποια ναυτικά μίλια μακριά μας, το γεωτρύπανο που έστειλε μια πολυεθνική κοινοπραξία υπό την κρατική προστασία του αμερικανικού και γαλλικού στόλου είχε πάρει θέση πάνω από έναν θησαυρό που ίσως κοστίσει στους ανθρώπους περισσότερο από τα κεφάλαια που θα αποφέρει. Τουρκικές φρεγάτες και ένα υποβρύχιο είχαν παραταχθεί απέναντί τους. Η αρχαιοπρεπής ονομασία του κοιτάσματος (‘’Ονησίφορος’’) διευκολύνει τους αγγελιοφόρους των ηγεμόνων να παρουσιάζουν την υπεράσπιση ιδιωτικών ενεργειακών συμφερόντων σαν εποποιία. Κανείς στην αγορά δεν ακούστηκε να επερωτά την σκοπιμότητα της αναζήτησης του κρυμμένου θησαυρού, παρ’ ότι «που δύσιν ως ανατολήν τζιαι που βορράν ως νότον» μαίνονται συγκρούσεις για πολύτιμους άνθρακες. Κανείς. Και ενδιαφέρουσα η σύμπτωση, στην απέναντι από τη διαφιλονικούμενη θαλάσσια τοποθεσία ακτή, ο σφετεριστής του θρόνου Ετεοκλής να δικαιολογεί θεολογικά την επερχόμενη μάχη με τους στρατούς που συγκέντρωσε ο αδελφός του στις επτά πύλες της Θήβας.

Παρακολουθώντας την δουλειά του Γκραζουίνις, όλα αυτά τα χρόνια, εντυπωσιάζομαι κάθε φορά από την ικανότητά του να μην υποκύπτει στην γλυκειά γοητεία της επικαιρικότητας. Θεωρείται, νομίζω εσφαλμένα, ότι η παγίδα αυτή απειλεί κυρίως τις σκηνοθεσίες της αρχαίας κωμωδίας και όχι τόσο της τραγωδίας. Όμως μέσα στην ατέρμονα περίοδο της κρίσης, σαν θεατές επιζητήσαμε εμμονικά την προβολή του τραύματος ή την ικανοποίηση της αντιστασιακής μας libido σε πολλές παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Νιώσαμε ικανοποίηση όταν σκηνοθέτες συνελάμβαναν το Ελλήνων πάθος και μας έκαναν περήφανους για τα βάσανά μας. Χτυπώντας με συμπάθεια τον ώμο της Ανδρομάχης μπροστά στα τείχη της Τροίας, δίπλα στην Αντιγόνη, πάνω από το σώμα του Πολυνείκη, ψάξαμε και βρήκαμε, αφού μας προσφέρθηκαν γενναιόδωρα, βολικές απαντήσεις στο  ερώτημα που κυνηγά την ουρά του «μα γιατί δεν αντιδρά ο κόσμος;».

Οι καλοκαιρινοί θεατρικοί σωτήρες, προκειμένου να πείσουν για την χρησιμότητα της ιδεολογικής τους πρότασης, επιδόθηκαν σε πολλά σκηνοθετικά καμώματα που κατέληξαν κοινοί τόποι. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι διαφορετικών παραστάσεων, ερμηνευόμενοι με ένα σταθερό και συγκεκριμένο υφολογικό εξπρεσιονισμό, έφτασαν να μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους. Ο συντριπτικός σπαραγμός κάλυψε τα ανοιχτά θέατρα με το πηχτό του σκοτάδι  και εκτόπισε όλα τα άλλα στοιχεία της τραγωδίας: την λυσσαλέα μάχη που δίνει η λογική για να ξαναβγεί στην επιφάνεια των εξελίξεων, τη συνύπαρξη του χιούμορ με την καταστροφή, τη γελοιότητα της τύχης, την τοποθέτηση ηλιθίων- και οχι μόνο ανήθικων-σε υπεύθυνες θέσεις. Όπως κάποιες ιδεολογίες αναβιβάζουν τις εθνικές καταστροφές σε συγκολλητική ουσία ενός πληθυσμού, έτσι και η συγκεκριμένη σκηνοθετική οπτική υποθάλπτει ένα αδρανοποητικό δέος απέναντι στην καταστροφή αντί να αποδομεί την ιδεολογία που την προκάλεσε.

Ο Γκραουζίνις φαίνεται να αναζητά την κοινή μήτρα του όλου αρχαίου δράματος και να αφαιρεί  από το κάθε είδος του τα βαρίδια μιας καθεστωτικής σκηνοθετικής λογικής. Οι έξι στρατηγοί στους οποίους ο Ετεοκλής αναθέτει την υπεράσπιση της πόλης, ερμηνεύτηκαν σαν κωμικοτραγικές περσόνες, χαμένες μέσα στον κουρνιαχτό, ανίκανες ή απρόθυμες να κατανοήσουν και να αποδεχθούν τον ηρωϊκό ρόλο που τους ανέθεσε το πεπρωμένο. Ο χορός και ο αγγελιοφόρος κοροϊδεύουν κατάμουτρα τον ηγεμόνα που έχει απομείνει ουσιαστικά μόνος να προσπαθεί να επιβάλλει ένα politically correct πλαίσιο επίκλησης του τριπτύχου πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Ο χορός των κοριτσιών της Θήβας παίρνει αποστάσεις από τον φολκλόρ ελληνικό οδυρμό και πετυχαίνει να αναδείξει γυναίκες φοβισμένες και όχι υστερικές. Ο Ετεοκλής του 2017 δεν προσπαθεί να αλλάξει τον Στάνκογλου που γνώρισε και αγάπησε το κοινό και που, φαντάζομαι, επελέγη για αυτό που είναι και όχι για αυτό που θα μπορούσε να μιμηθεί.

Από μικρός αδυνατούσα να καταλάβω γιατί τόσο σημαντικά –όπως μάθαινα- και υπέροχα έργα δεν αφήνονται να λειτουργήσουν και στο επίπεδο της πλοκής, της αγωνίας του «τι θα γίνει μετά», γιατί πρέπει να είναι απαγορευμένο το να μπορείς να περάσεις καλά, όπως όταν βλέπεις μία καλή ταινία ή μια καλή συναυλία ή, στην τελική, μια οποιαδήποτε άλλη καλή θεατρική παράσταση. Ο Γκραουζίνις επέλεξε να αναδείξει  την πλοκή της τραγωδίας και τον μύθο αντί να φουσκώσει πληθωρικούς ρόλους. Διέγραψε εκείνο το  σκηνοθετικό «πρέπει» που επιβάλλει  την μονομερή κατανόηση της σημασίας και και όχι της ουσίας μια παράστασης αρχαίας τραγωδίας.

Τέλος, χάρηκα για την λιτή μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα καθώς απέρριψε με επιμονή ένα στυλ καθαρολογικού προσανατολισμού που κατέκλυσε τα τελευταία χρόνια τα μπουκωμένα στόματα ηθοποιών. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης δεν επεδίωξε να μας υπενθυμίσει την προστιθέμενη αξία του να κάνεις τραγωδία, παραθέτοντας τα κλασικά τσιτάτα από το πρωτότυπο.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, ο Γκραουζίνις δήλωσε ότι ονειρεύεται να ζήσει σε ένα κόσμο χωρίς ιδεολογίες. Καθώς ολοκληρωνόταν η παράσταση μέσα σε ένα σεισμό από παρατεταμένα χειροκροτήματα, ένιωθες σημαντικός που είχες την τύχη να είσαι εκεί. Αποδίδω αυτό το συναίσθημα στην αλλαγή που έβλεπες να συντελείται μπροστά σου. Μια αλλαγή που φεύγει από τη σκηνή για να γίνει θέση, θέση ιδεολογική αφού το «Επτά επί Θήβας» συγκρούστηκε σε πολλά επίπεδα με το υπάρχον. Και αφού καπνός υπάρχει μόνο όπου υπάρχει φωτιά, σύγκρουση και αλλαγή υπάρχουν μόνο εκεί όπου υπάρχουν ιδεολογίες και δη αντιμαχόμενες.
Μπορεί κανείς ακόμα να μην αναρωτιέται δημόσια για το τι πραγματικά φέρνει στην επιφάνεια εκείνο το γεωτρύπανο απέναντι από το θέατρο Κούριο, στην Κύπρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι θέτουν το ερώτημα στον εαυτό τους -όπως οι έξι τρομαγμένοι πολέμαρχοι του Ετεοκλή- με τρόπο βασανιστικό και βαθιά ιδεολογικό.