H ΕΕ επέβαλε εμπάργκο σε ένα σύνολο εξαγωγών – και όχι μόνο – της Ρωσίας, μέσω μιας πολιτικής απόφασης, που εισήγαγε εύλογα τη συλλογική ευθύνη.

Η Ρωσική κυβέρνηση ανταπάντησε – όπως άλλωστε αναμενόταν – «κόβοντας», εκτός των άλλων, τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων κρατών - μελών της ΕΕ προς την ίδια. Κύριες θιγμένες χώρες από αυτήν την κίνηση είναι κυρίως, τα νότια κράτη - μέλη της ΕΕ.

Η Επιτροπή, μετά από πιέσεις της Ελλάδας, Ολλανδίας, Γαλλίας και Ισπανίας, φαίνεται ότι κινείται προς τη λήψη μέτρων στήριξης των αγροτών που θίχθηκαν από την πολιτική Πούτιν. Εφόσον λοιπόν υπάρχει συλλογική ευθύνη στους κόλπους της ΕΕ στο θέμα του εμπάργκο, οι προκληθείσες ζημιές δεν μπορεί να ανήκουν στη σφαίρα της ατομικής ευθύνης των κρατών - μελών!

Ως προς τη Ρωσία και τη θέση της στο επίμαχο πρόβλημα, σημειώνονται τα ακόλουθα. Γνωρίζοντας η κυβέρνηση Πούτιν ότι με την πολιτική της αυτή θίγονται κατά πολύ η Ελλάδα και η Κύπρος, θα μπορούσε κάλλιστα να επιλέξει το εξής: Με την τεχνική του «διαίρει και βασίλευε», να εξαιρέσει τις δυο αυτές χώρες από τις κυρώσεις της σε βάρος της ΕΕ, εφόσον στρατηγικά θεωρεί ότι την εξυπηρετούν (Βλ. ενδιαφέρον για τους προς ιδιωτικοποίηση ελληνικούς σιδηροδρόμους κ.λπ). Οπότε στην περίπτωση αυτή οι Ρώσοι φέρθηκαν μάλλον κοντόφθαλμα, αν όχι ανόητα.

Να υπενθυμίσουμε, ότι μια τέτοια πολιτική, υιοθέτησε, και μάλιστα με επιτυχία, η αποχωρούσα κυβέρνηση Μπους (του πατέρα) σε βάρος των κρασιών μόνο της Γαλλίας, στα οποία επέβαλε δασμούς εισαγωγής, μη αγγίζοντας εκείνα της Ιταλίας, Ελλάδας και των υπολοίπων χωρών, παραμονές Χριστουγέννων του 1992.

Έτσι, μετέφερε τον «πόλεμο» Ευρωπαϊκής Κοινότητας-ΗΠΑ, που αφορούσε το άνοιγμα των αγροτικών προϊόντων στο διεθνή ανταγωνισμό, «εντός των τειχών», στρέφοντας λοιπόν την Γαλλία εναντίον των τότε υπολοίπων «11» εταίρων της, κατά τις εμπορικές διαπραγματεύσεις εκείνης ης εποχής.

Ως προς την ΕΕ, εδώ σημειώνονται τα εξής. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), μια από τις δύο κοινές πολιτικές (μαζί με την πολιτική των  Μεταφορών) που προβλέφθηκε στη Συμφωνία της Ρώμης (1957), εξακολουθεί να παίζει κυρίαρχο ρόλο στον προϋπολογισμό της ΕΕ, παρά τις κατά καιρούς αναθεωρήσεις που δέχθηκε.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, όπου η προστασία του εισοδήματος των αγροτών αποτελεί θεσμική υποχρέωση της ΕΕ ακόμη και σήμερα, (Άρθρο 29 παρ 1.β της Συνθήκης της Λισσαβόνας) προβλέπεται ένα σύνολο αποζημιώσεων σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών κ.λπ. Ως εκ τούτου, στον προϋπολογισμό της ΕΕ, υφίστανται κάποια κονδύλια, που καλούνται, όποτε χρειαστεί, να καλύψουν κάποιες έκτακτες ανάγκες υπέρ της προστασίας του αγροτικού εισοδήματος.

Ο «τυφώνας» Πούτιν δεν αποτελεί εύλογα φυσική καταστροφή, αποτελεί όμως μια μορφή καταστροφής, που θίγει το εισόδημα συγκεκριμένων κατηγοριών αγροτών. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη διαδικασία αποζημιώσεων (στο 100% και όχι σε τμήμα τους), αποτελεί, όχι μόνο μέρος της συλλογικής ευθύνης της ΕΕ για εμπάργκο κατά της Ρωσίας, αλλά κυρίως θεσμική της υποχρέωση.

Βέβαια, μπορεί ο οποιοσδήποτε να εγείρει το ακόλουθο ερώτημα: Και γιατί μην αποζημιωθούν και όσοι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας και των υπηρεσιών θίγονται ή θα θιγούν από τον πόλεμο αντιποίνων του Πούτιν;

Η απάντηση είναι απλή. Οι υποχρεώσεις για αποζημιώσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της ΚΑΠ, ως μέρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, έχουν θεσμικό χαρακτήρα και πηγάζουν, όπως τονίστηκε, από τη Συνθήκη της Ρώμης (1957) και την τελευταία της αναθεώρηση της που είναι η Συνθήκη της Λισσαβόνας (2009).

Οι όποιες άλλες αποζημιώσεις, πρέπει να τεθούν εξαρχής επί τάπητος και να ακολουθηθούν όλα όσα προβλέπονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για έκτακτες δαπάνες, εκτός λοιπόν του προϋπολογισμού της ΕΕ.    

* O Δημήτρης Μάρδας είναι καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ