Η συνάντηση του Εμανουέλ Μακρόν με την Άνγκελα Μέρκελ αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων έδειξε ότι, παρά τις αντιξοότητες, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για αναβίωση του γαλλογερμανικού άξονα, με βασική επιδίωξη μεγάλες θεσμικές αλλαγές στην ευρωζώνη.

Κάποιοι σπεύδουν να χαρακτηρίσουν τον Μακρόν ως «μαριονέτα» της Μέρκελ, ενώ άλλοι επισημαίνουν ότι ο Γάλλος πρόεδρος θα έχει μεγάλα προβλήματα στο εσωτερικό οπότε δύσκολα θα μπορέσει να ορθώσει ανάστημα απέναντι σε μια Γερμανία η οποία εκδηλώνει όλο και περισσότερο τις ηγεμονικές τάσεις της.

Η πολιτική άλλωστε του πλήρως υποταχθέντος Νικολά Σαρκοζί, αλλά και του υποτονικού Φρανσουά Ολάντ, έδειξαν ότι οι μέρες της γαλλικής πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη έχουν παρέλθει.

Από την άλλη πλευρά, όμως, σήμερα η συγκυρία είναι διαφορετική και δημιουργεί πολύ ισχυρά κίνητρα και για τις δύο χώρες προκειμένου να εστιάσουν στις κοινές επιδιώξεις τους.

Κατ΄αρχήν ο Εμανουέλ Μακρόν συμμερίζεται πλήρως τον πυρήνα των γερμανικών πολιτικών, ήτοι τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις διαρθρωτικές αλλαγές προς όφελος του ανταγωνισμού, με έμφαση στην ελαστικοποίηση της εργασίας.

Είναι πράγματα που βρίσκονται στον πυρήνα του προγράμματός του και σκοπεύει να τα εφαρμόσει έτσι ώστε να βγάλει τη Γαλλία από το καθεστώς του «μεγάλου ασθενή» της Ευρώπης και να προωθήσει την ευρωπαϊκή ατζέντα του.

«Θα κάνω μεταρρυθμίσεις όχι επειδή το ζητά η Ευρώπη, αλλά επειδή η Γαλλία το χρειάζεται», είπε ο ίδιος μετά τη συνάντησή του με την Άνγκελα Μέρκελ.

Από την άλλη πλευρά, ο Μακρόν χρειάζεται την Ευρώπη και τη Γερμανία για να στηρίξει την προσπάθεια ανάταξης της γαλλικής οικονομίας. Υποστηρίζει για παράδειγμα την ανάγκη επενδύσεων σε ευρωπαϊκή κλίμακα, με στόχο να τονωθεί η ανάπτυξη.

Είναι ενδεικτικό, πάντως, ότι μετά τη συνάντησή του με την Άνγκελα Μέρκελ ο Μακρόν προσγείωσε το λόγο του, κρατώντας αποστάσεις από τη μαξιμαλιστική θέση του υπέρ του ευρωομόλογου, λέγοντας ότι δεν υποστηρίζει την αμοιβαιοποίηση παλαιών χρεών, στην οποία οι Γερμανοί είναι «αλλεργικοί» καθώς φοβούνται ότι θα πληρώνουν εκείνοι για τα χρέη των άλλων.

Είναι γεγονός ότι η γερμανική πλευρά εκφράστηκε θετικά για τη συνεργασία με τη Γαλλία, βάζοντας βέβαια την έμφαση στο ότι πρώτα πρέπει να γίνουν οι μεταρρυθμίσεις, αλλά φάνηκε πως επί των βασικών θεμάτων υπάρχουν πολλά κοινά σημεία.

Η Γερμανία έχει σήμερα σοβαρό κίνητρο να στηριχθεί στη Γαλλία για πολλούς λόγους, που δεν υπήρχαν στο πρόσφατο παρελθόν.

Κατ΄αρχήν η αποχώρηση της Βρετανίας, αφήνει τη Γαλλία στη θέση της ευρωπαϊκής χώρας με τον ισχυρότερο στρατό, τις αποτελεσματικότερες μυστικές υπηρεσίες, ισχυρή παράδοση στη διεθνή διπλωματία, μόνιμη θέση στο συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και βέβαια μια ισχυρή οικονομία με δυνατές εξαγωγές και εκτεταμένη βιομηχανική βάση, παρά τα όποια συγκυριακά προβλήματα αντιμετωπίζει.

Το Brexit αλλά και η διαφαινόμενη στροφή των ΗΠΑ στον εμπορικό προστατευτισμό δημιουργούν κινδύνους για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για τη Γερμανία η οποία βασίζει την οικονομική στρατηγική της στις εξαγωγές οι οποίες προϋποθέτουν ελεύθερο εμπόριο.

Επομένως το Βερολίνο έχει πολύ σοβαρό κίνητρο να «τα βρει» με τη Γαλλία έτσι ώστε να κατευθύνουν από κοινού την Ε.Ε. και την ευρωζώνη στη διαχείριση των νέων μεγάλων μετώπων που έχουν αναδυθεί.

Άλλωστε, ο Μακρόν από την πλευρά του δεν ζητεί παράλογα ούτε πρωτάκουστα πράγματα.
Οι θέσεις του υπέρ της τόνωσης των επενδύσεων στην Ευρώπη και υπέρ μιας Γερμανίας η οποία θα επενδύει και θα καταναλώνει περισσότερα για να επανέλθει η ισορροπία με τις άλλε ευρωπαϊκές χώρες, δεν είναι μόνο άποψη του Μακρόν, αλλά… όλου του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένου και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Μόλις προχθές το ΔΝΤ κάλεσε ανοιχτά τη Γερμανία να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις και να ενθαρρύνει τους εργοδότες να αυξήσουν τους μισθούς, ενώ το ίδιο πράγμα -με πολύ πιο προσεκτική γλώσσα βέβαια- ζητεί κατά καιρούς και ο Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της ΕΚΤ.
Αλλά και στο εσωτερικό της Γερμανίας ακούγονται όλο και περισσότερο φωνές υπέρ της αναπροσαρμογής των οικονομικών πολιτικών.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μακρόν, όμως, είναι… η Μαρίν Λεπέν. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν αντιληφθεί ότι εάν δεν στηρίξουν την προσπάθεια του Μακρόν, η κοινωνική δυσαρέσκεια θα μεγαλώσει και αργά ή γρήγορα θα βρουν πάλι μπροστά τους την Ακροδεξιά.

Πηγή: ΕΡΤ