Το διαδίκτυο είναι κατά πολύ, ή τουλάχιστον κατ’ αρχήν, μια αμερικανική εφεύρεση. Όταν, λοιπόν, η αμερικανική αγορά πειραματίζεται με τη λειτουργία του, η παγκόσμια αγορά, έχει ένα παραπάνω λόγο να την παρατηρεί.

Στα μέσα του Δεκεμβρίου, η ομοσπονδιακή επιτροπή επικοινωνιών, η ανεξάρτητη αρχή που επιβλέπει τη σχετική βιομηχανία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναμένεται να υπερψηφίσει πρόταση του προέδρου της, Ατζίτ Πάι, ο οποίος προωθεί την κατάργηση μιας οδηγίας που ψηφίστηκε από τον προκάτοχό του και σχετίζεται με την αρχή που είναι διεθνώς γνωστή ως net neutrality –ουδετερότητα δικτύων. Η ουδετερότητα αυτή δεν αφορά αμέσως στο παρεχόμενο περιεχόμενο, δηλαδή δεν έχει να κάνει με το τι είδους πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε αυτό. Αφορά, όμως, την ίση πρόσβαση στο διαδίκτυο, προβλέποντας συγκεκριμένα ότι κάθε ιδιώτης, ανεξαρτήτως των προσωπικών του δημογραφικών χαρακτηριστικών, ανεξαρτήτως του παρόχου σύνδεσής του στο διαδίκτυο, και ανεξαρτήτως των πληροφοριών που επιλέγει να αναζητήσει και να καταναλώσει, θα μπορεί να τις αναζητήσει επί ίσοις όροις. Με απλά λόγια, εγγυάται ότι οι πάροχοι δεν θα καθιστούν την πρόσβαση σε μία ιστοσελίδα ευκολότερη από την πρόσβαση σε κάποια άλλη.

Αυτή η πρακτική είναι αντίθετη σε αυτό που συμβαίνει, ας πούμε, στην αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης, όπου κάθε σταθμός μπορεί να πωληθεί σε διαφορετικούς συνδυασμούς με άλλους, έναντι αντιστοίχως προσαρμοσμένου τιμήματος. Η μεγάλη διαφορά είναι πως η net neutrality αντιμετωπίζει το διαδίκτυο ως αγαθό που δεν μπορεί να αξιολογηθεί κατά τον ίδιο τρόπο. Αποκτά δε ακόμα μεγαλύτερη σημασία καθώς αναπτύσσονται εταιρείας επικοινωνίας και τεχνολογιών που όλο και συχνότερα συνδέουν την παροχή σύνδεσης στο διαδίκτυο με την παροχή περιεχομένου. Όταν, δηλαδή, μια εταιρεία που πουλάει σύνδεση στο διαδίκτυο συνδέεται μετοχικά με μια εταιρεία που παράγει ή διανέμει υλικό μέσω του διαδικτύου, είναι πολύ πιο πιθανό η εταιρεία-πάροχος να αντιμετωπίζει προνομιακά την εταιρεία-διανομέα/παραγωγό, και να χρεώνει μεγαλύτερο τίμημα για τις ανταγωνίστριές της, για τις οποίες θα έχει το ελεύθερο να μην προσφέρει καν τις ίδιες ταχύτητες πλοήγησης στους συνδρομητές της.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η net neutrality ψηφίστηκε ως νόμος το 2015 από την ίδια επιτροπή που προσπαθεί πλέον να την ανατρέψει. Βεβαίως, η αμερικανική κυβέρνηση τότε βρισκόταν στα χέρια ενός άλλου κόμματος. Παρ’ ότι η επιτροπή παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη αρχή, τόσο οι υπέρμαχοι, όσο και οι πολέμιοι της ουδετερότητας δικτύου την έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει ως κατευθυνόμενη από τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου. Όμως το ζήτημα της ουδετερότητας δεν εμφανίστηκε το 2015, και μάλιστα είχαν προηγηθεί σημαντικές προσπάθειες εισαγωγής σχετικής νομοθεσίας. Πολλές, όπως φαίνεται πως θα γίνει και με την τωρινή, καθορίστηκαν από τις πολιτικές ισορροπίες. Αυτή τη στιγμή οι ρεπουμπλικανοί της επιτροπής είναι περισσότεροι από τους δημοκρατικούς –και εκτιμάται πως θα ψηφίσουν με τον ίδιο τρόπο.

Τόσο για να μεταστρέψουν, όσο και για να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη, πάροχοι όπως η Comcast και η Verizon έχουν ξεκινήσει να προωθούν μηνύματα με τα οποία υπόσχονται να μην εκμεταλλευτούν τις ελευθερίες που θα τους παρέχει η ανατροπή της απόφασης του 2015, χωρίς βεβαίως να διευκρινίζουν γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, την επιδιώκουν. Τα επιχειρήματα μιας απελευθερωμένης αγοράς είναι γνωστά: Αύξηση του ανταγωνισμού οδηγεί σε προσφορά καλύτερων προϊόντων. Την ίδια στιγμή, όμως, που εταιρείες κολοσσοί όπως οι προαναφερθείσες υπόσχονται να μην εκμεταλλευτούν την επερχόμενη ελευθερία τους, πολλοί θυμούνται πως τουλάχιστον μία από αυτές, η Comcast καταδικάστηκε στο παρελθόν ακριβώς επειδή έκανε αυτό που θα μπορεί και πάλι να κάνει αν ψηφιστεί η πρόταση Πάι. Και πολλοί άλλοι θυμούνται κάτι ακόμα: Την προηγούμενη θέση του Ατζίτ Πάι, πριν διοριστεί στην επιτροπή τηλεπικοινωνιών, όταν ήταν ο δικηγόρος της Verizon, μιας από τις εταιρείες που θα μπορούσαν να κερδίσουν πολλά από την πρότασή του.

Η προοπτική της ανατροπής της απόφασης του 2015 έχει προκαλέσει την αντίδραση πολλών στους κύκλους της τεχνολογίας, της πολιτικής και της οικονομίας. Παρ’ ότι ο κομματικός διαχωρισμός είναι ισχυρός, υπάρχουν και συντηρητικοί αναλυτές ή Μέσα που την καταδικάζουν. Ο σχετικός διάλογος φαίνεται να περνά και τα εθνικά σύνορα, αφού από τα εκατομμύρια σχόλια που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της επιτροπής, πολλά προέρχονται από άλλες χώρες. Στον απόηχο των ερευνών για τη ρωσική ανάμειξη στις προεδρικές εκλογές, το ζήτημα έχει απασχολήσει και αρνητικά τις Αρχές, λόγω της πιθανότητας μιας προσπάθειας επιρροής της κοινής γνώμης.

Σε κάθε περίπτωση, οι μεγαλύτεροι φόβοι των υποστηρικτών της διατήρησης της net neutrality στις Ηνωμένες Πολιτείες παρατηρούν πως η διάκριση ανάμεσα στις ιστοσελίδες θα αδικήσει τους οικονομικά ασθενέστερους, οι οποίοι πιθανώς να χάσουν την πρόσβασή τους σε περιεχόμενο που έχει καταστεί πια απαραίτητο. Και -σίγουρα- η αξιολόγηση του διαδικτυακού περιεχομένου ως κριτήριο πρόσβασης σε αυτό μπορεί να είναι η μεγαλύτερη μορφή λογοκρισίας που έχει οργανωθεί. Οι πιθανότητες ενός επιχειρηματικού πολέμου ανάμεσα στις εταιρείες παροχής πρόσβασης και τις εταιρείες παροχής περιεχομένου, όπως το Facebook και η Google είναι αρκετές. Σε αυτό το επίπεδο, όμως, τα προβλήματα είναι μικρότερα. Το Facebook και η Google μπορούν να επεκταθούν και στην ανάπτυξη τεχνολογικών δικτύων, κάτι που κάνουν και τώρα σε κάποιο βαθμό. Από την άλλη, δεν υπάρχει καμία εγγύηση πως αν γίνουν πάροχοι δεν θα ευνοούν με τον ίδιο τρόπο τα δικά τους προϊόντα, όταν μάλιστα θα είναι ο μόνος τρόπος για να ανταγωνίζονται επιτυχώς. Εκείνοι που δεν θα έχουν επιλογές για πολύ καιρό, θα είναι οι απλοί καταναλωτές. Αυτοί που για πολύ καιρό έχουν μάθει να βρίσκουν λύσεις στο διαδίκτυο.

Πηγή: ΕΡΤ