Το ζήτημα που ανακύπτει κάθε τρεις και λίγο με την διδασκαλία των θρησκευτικών δεν είναι καθόλου ασήμαντο.

Σχετίζεται με τις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και Εκκλησίας και κυρίως με τις εθνικές και θρησκευτικές παραδόσεις του λαού. Το ελληνικό σύνταγμα, το οποίο αποτυπώνει το κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συναφθεί μεταξύ του λαού και των αντιπροσώπων του, καθορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, αλλά και τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους. Επικρατούσα θρησκεία είναι αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη, κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη, ο προσηλυτισμός απαγορεύεται και η παιδεία στοχεύει στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης.

Όλα αυτά είναι τόσο σαφή, που κάθε συζήτηση περί του μαθήματος των θρησκευτικών είναι περιττή. Το μάθημα αυτό προφανώς πρέπει να είναι υποχρεωτικό. Βεβαίως, εφόσον κάποιος δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος πρέπει να έχει την δυνατότητα, εφόσον το επιθυμεί, να απαλλάσσεται. Φυσικά, για να απαλλαγεί θα πρέπει να δηλώσει πως δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει; Διότι εάν δεν το δηλώσει, τότε θα είναι υποχρεωμένος να διδαχθεί το μάθημα, εφόσον είναι υποχρεωτικό και αυτό προκύπτει από την υποχρέωση του κράτους να αναπτύσσει την θρησκευτική συνείδηση των μαθητών.

Κάθε συζήτηση επομένως επί του θέματος, κάθε διαφορετική γνώμη, προϋποθέτει αίτημα συνταγματικής αναθεώρησης των συγκεκριμένων διατάξεων. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, η Εκκλησία έχει λόγο για τον τρόπο που προάγεται η θρησκευτική συνείδηση των μαθητών και δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Ποιός θα έπρεπε να έχει λόγο δηλαδή για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης της επικρατούσας θρησκείας; Ο σύλλογος φιλολόγων; Όχι. Οι θεολόγοι και η Εκκλησία είναι αρμόδιοι γι’ αυτό.

Το επιχείρημα ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να εκφράζει πολιτικές απόψεις είναι τόσο εξωφρενικό, όσο και το να απαιτούμε από τους πολίτες να μην εκφράζουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Πρόκειται για επιχείρημα με ανελεύθερη λογική. Μόνον θα ψέλνει ο παπάς; Δεν επιτρέπεται να μιλάει; Δεν είναι έλληνας πολίτης; Υπάρχει κανένας τρόπος να του στερηθούν τα πολιτικά του δικαιώματα; Ποιός το λέει αυτό;

Επομένως η Εκκλησία μπορεί να έχει όποιες πολιτικές απόψεις επιθυμεί και φυσικά μπορεί ελεύθερα να τις εκφράζει, όποτε το νομίζει και με τον τρόπο που νομίζει. Όπως και η κα Σία Αναγνωστοπούλου επίσης, έχει το δικαίωμα να έχει τις απόψεις της για τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους.

Το ζήτημα βεβαίως, το πολιτικό ζήτημα, είναι εάν αυτές οι απόψεις είναι σωστές. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι. Ο ελληνικός λαός είναι ορθόδοξος και επιπλέον οι δεσμοί μεταξύ λαού και Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι ιστορικοί, καθώς ο νέος ελληνισμός έζησε επί αιώνες σε καθεστώς δουλείας, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου επέπλευσε εθνικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά, χάρις στην Ορθόδοξη Εκκλησία και υπό την πνευματική και πολιτική της προστασία.

Επομένως, τα ελληνικά συντάγματα, από καταβολής του ελληνικού κράτους, έχουν λογικά αναγνωρίσει αυτήν την ιστορική πραγματικότητα, η οποία δεν συνιστά επιλογή του νομοθέτη, αλλά βούληση του λαού. Κάθε προσπάθεια λοιπόν αλλαγής αυτής της βούλησης συνιστά προσπάθεια επιβολής πάνω σε έναν ελεύθερο λαό, μιας άλλης πολιτικής και θρησκευτικής πραγματικότητας, για την οποία ουδέποτε έχει ερωτηθεί και την οποία φυσικά ουδέποτε έχει εγκρίνει.

Ωστόσο, επειδή το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας και κράτους είναι υπαρκτό, αλλά διαφορετικό και αφορά κυρίως τις επεμβάσεις του κράτους στην διοίκηση της Εκκλησίας, είναι σωστό να ξεκινήσει η συζήτηση και ίσως να προχωρήσει και το ζήτημα, παρότι δεν συνάδει με τις ιστορικές παραδόσεις του λαού. Εφόσον υπάρχει λαϊκή πλειοψηφία για κάτι τέτοιο, θα πρέπει να προχωρήσει.

Εξάλλου ένας τέτοιος χωρισμός, μάλλον θα ενισχύσει την ελληνική Εκκλησία, παρά θα την βλάψει. Θα της επιτρέψει να απογαλακτιστεί από την ευθύνη του κρατικού φορέα και να μιλάει πιο καθαρά και πιο ελεύθερα για τα ζητήματα που την ενδιαφέρουν και την αφορούν.