Με αφορμή τις επερχόμενες εκλογές της 6ης Μαϊου, στην ενότητα "Ξέρω τι να ψηφίσω;" του tvxs.gr, πρόσωπα των γραμμάτων, της διανόησης και της τέχνης, μιλούν στην Κρυσταλία Πατούλη εκφράζοντας τις απόψεις, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς όχι μόνο για την δική τους ψήφο αλλά και την ψήφο του Ελληνικού λαού. Σήμερα απαντά ο συγγραφέας Αλέξης Πανσέληνος, συμμετέχοντας στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση που δημοσιεύεται στο tvxs από το 2010.

Εδώ και πολλά χρόνια η ψήφος ανά τετραετία ή τριετία ή όποτε, τέλος πάντων, μου ζητείται, αποτελεί αγκάθι οδυνηρό. Θα ήθελα να θέλω να ψηφίσω. Θα ήθελα να θέλω να συμμετέχω στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου με την ελάχιστη αλλά σημαντική αυτή συμβολή στα δημόσια. Περισσότερο απ’ όλα θα ήθελα να υπήρχε πολιτικός φορέας που να συγκεντρώνει έναν ελάχιστο αριθμό προϋποθέσεων που θα τον έφερνε κοντά στις απόψεις και στις προσδοκίες μου. Αλλά τίποτα από τα τρία δεν συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες και αισθάνομαι γι’ αυτόν τον λόγο βίαια πεταγμένος έξω από την πολιτική μου υπόσταση, την υπόσταση του πολίτη.

Αισθάνομαι την αποχή σαν ντροπή. Αλλά φέτος αισθάνομαι την συμμετοχή ακόμα πιο ντροπή. Γιατί καταλαβαίνω ότι εκεί που νομίζω πως συμμετέχω στην διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου (γίγνεσθαι, κομψότερα), απλούστατα συμμετέχω στην νομιμοποίηση μιας δράκας αρπακτικών που επί δεκαετίες λυμαίνονται τον τόπο και διαμοιράζουν τα αγαθά του σε μια ευρύτερη δράκα από πιστούς, οπαδούς, υποστηρικτές και συστασιώτες τους.

Έχω καταλάβει ότι η δημοκρατία μας δεν είναι παρά μία φενάκη, μια μεταμφίεση της παμπάλαιας απολυταρχίας κάτω από την προβιά της «δημόσιας» διαβούλευσης, της «δημόσιας» συναίνεσης και της καθιέρωσης της «γνώμης» της πλειοψηφίας ως πλαισίου των θεσμών. Αλλά η πλειοψηφία εξαιτίας των εκλογικών συστημάτων που ισχύουν επί δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα είναι πλαστή. Και η γνώμη της διαμορφώνεται από τον τύπο και την τηλεόραση που ελέγχονται από τα ίδια οικονομικά συμφέροντα τα οποία πατρονάρουν τα πολιτικά κόμματα που μας κυβερνούν σε αυτό το διάστημα. Έτσι ούτε γνώμη ούτε πλειοψηφία είναι αυτά που καθορίζουν τις κυβερνήσεις και την πολιτική τους στην Ελλάδα. Και η χώρα αποκαλύπτεται κάτω από μια δημοκρατία ψευδεπίγραφη που την κρατά δεμένη στα συμφέροντα μιας παρδαλής ντόπιας μειοψηφίας οικονομικών παραγόντων και μιας τεράστιας δεξαμενής ισχυρών ξένων συμφερόντων και εργολαβιών.

Από την εποχή της ίδρυσής του το ελληνικό κράτος αποτέλεσε ένα παράξενο κρατικό και πολιτικό μόρφωμα. Στήθηκε για να αποτελέσει αγκάθι στα πλευρά της οθωμανικής αυτοκρατορίας και χρηματοδοτήθηκε από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του με δάνεια μεγάλων δυνάμεων – δάνεια τα οποία ουδέποτε θέλησαν οι δανειστές να αποπληρωθούν. Και διότι κέρδιζαν από τα υπέρογκα επιτόκια αλλά και γιατί έτσι έλεγχαν την πολιτική που ασκούσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις διακηρύσσοντας από την πρώτη μέρα ότι η Ελλάδα ανήκει στην Δύση και επί δυο σχεδόν αιώνες τώρα εξακολουθούν (για τους ίδιους ακριβώς λόγους) να το διακηρύσσουν.

Η χώρα παρά τις σποραδικές προσπάθειες κάποιων πολιτικών να αποκτήσει οικονομία και ανεξάρτητη – στοιχειωδώς έστω – πολιτική, παρέμεινε ως σήμερα στο ίδιο επίπεδο. Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι εξάγουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό και δεν επενδύουν στον τόπο. Οι κυβερνήσεις φορολογούν επί δύο αιώνες τώρα τους πιο αδύναμους οικονομικά, για να τους διατηρούν στο ίδιο επίπεδο, και κλείνουν τα μάτια στην υποχρέωση των ισχυρότερων να συνεισφέρουν τα περισσότερα, αφού κατ’ ουσία διορίζονται από εκείνους και για δικό τους λογαριασμό νέμονται την εξουσία.

Η πρόσφατη οικονομική κρίση έδειξε έξαφνα την απίστευτη καταλήστευση του τόπου, από τους πολιτικούς και τις οικονομικές δυνάμεις που τους πατρονάρουν, κάτω από ένα φως για πρώτη φορά τόσο εκτυφλωτικό. Δεν πιστεύω ότι έχουν απομείνει πολλοί που να μην κατανόησαν ότι ο πολιτικός κόσμος της χώρας είναι απ’ άκρου εις άκρο διεφθαρμένος και κακοποιός. Δεν πιστεύω ότι έχουν απομείνει πολλοί που να μην έχουν κατανοήσει ότι ο τόπος είχε την κατάληξη που ήταν φυσικό να έχει, δηλαδή να πτωχεύσει. Και πιστεύω ότι ελάχιστοι απομένουν που φαντάζονται πως οι εκλογές του φετινού Μαΐου θα αποτελέσουν λύση για οποιονδήποτε εκτός από τους δανειστές μας, οι οποίοι θα εξασφαλίσουν την συνεχή και συνεπή είσπραξη των τοκοχρεολυσίων από την ανάδειξη μιας κυβέρνησης συνεργασίας των λεγομένων «μνημονιακών» παρατάξεων (και όσων ροζ αποχρώσεων προστεθούν στο ουράνιο τόξο της).

Αν μπορούμε να τις αποφύγουμε; Δεν μπορούμε.
 
Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι καλύτερο από την κυβέρνηση που θα σχηματίσουν τα δύο κόμματα που καταλήστεψαν τον τόπο επί δεκαετίες; Θα ήταν αστείο.
 
Αν θα είχε κάποιο νόημα να κέρδιζαν υψηλά
ποσοστά τα κόμματα της Αριστεράς;
 
Ως ένδειξη διαμαρτυρίας, κανένα.
Όχι γιατί δεν θα γινόταν αντιληπτή η οργή και η απαρέσκειά μας απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο και στους δανειστές μας. Αλλά γιατί το να δείχνεις απαρέσκεια τελικά σημαίνει ότι αποδέχεσαι τη μοίρα σου. Διαμαρτυρόμενος δεν αποσπάς ωφελήματα κανενός είδους.
 
Αν θα είχε κάποιο νόημα να έπαιρναν τα κόμματα της Αριστεράς μια δύναμη που να τους επιτρέψει να αναλάβουν την διακυβέρνηση του τόπου και να επανακαθορίσουν τις συντεταγμένες της πολιτικής μας; Θα είχε μόνον αν και οι ίδιοι ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών αποδέχονταν ως λύση την έξοδό μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Αλλά δεν πιστεύω ότι είναι κανείς από τους ψηφοφόρους της Αριστεράς διατεθειμένος να υποστεί την εξαφάνιση των καταθέσεων και τον εκμηδενισμό της περιουσίας του για να ανακάμψει, αργότερα, στο πολύ απώτερο μέλλον, η οικονομία του τόπου.
 
Ένα πράγμα βλέπω ως βέβαιο αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου. Ο τόπος θα εξακολουθήσει να κυβερνάται από όσους τον έφεραν στο σημείο που βρίσκεται, αλλά η πατρωνία τους θα αλλάξει και αντί για τους ντόπιους εισαγωγείς ειδών πολυτελείας, εξοπλισμών και λοιπών χρειωδών -  θα είναι οι ευρωπαϊκές τράπεζες και το ΔΝΤ. Αν δεν αλλάξει ριζικά πορεία η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν θα αλλάξει τίποτα ούτε στην Ελλάδα ούτε σε καμία από τις άλλες χώρες που μία-μία παίρνουνε σειρά για μια παρόμοια εμπειρία με τη δικιά μας. Αλλά ούτε η ΕΕ μπορεί να αλλάξει έτσι ριζικά πορεία αν δεν γίνει πρώτα αυτό στις κραταιές οικονομίες της γης, εκείνες των ΗΠΑ και της Κίνας. Η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να κάνει πρώτη ένα τέτοιο βήμα.
 
Και για να γίνει ένα τέτοιο βήμα από τις κραταιές οικονομίες της γης, πρέπει να γίνει αντιληπτό πρώτα από τους πολίτες τους (στη ράχη των οποίων θα έχει ξεσπάσει μια θύελλα  ανάλογη με αυτήν που βιώνουμε στην Ελλάδα) και ύστερα από τις μεγάλες πολυεθνικές που θα έχουν χάσει την πελατεία τους και θα βλέπουν τους ισολογισμούς τους να βουλιάζουν και – τέλος, ίσως, και από τους πολιτικούς – ότι χωρίς την εξασφάλιση των στοιχειωδών  δικαιωμάτων που με αίμα κατέκτησαν λαοί και εργαζόμενοι, δικαιωμάτων που δεν θα τα παραχωρεί η αγαθοεργός συνείδηση των κεφαλαιούχων και των κεφαλαιοκρατών αλλά το ίδιο το κράτος ως οργανωμένη κοινωνία (και ως προαπαιτούμενο για την ύπαρξή του ίδιου ως πολιτικού μορφώματος), δεν μπορεί να υπάρξει η ελεύθερη οικονομία.

Επειδή ακριβώς τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αυτή παράγει χρειάζονται καταναλωτές που να τα αγοράζουν και να τις χρησιμοποιούν, ο καπιταλισμός θα γυρίζει για πολλά χρόνια γύρω-γύρω προσπαθώντας να φάει την ουρά του για να σώσει το κεφάλι του αλλά ούτε το ένα θα καταφέρνει ούτε το άλλο. Όπως όλες οι τυφλές δυνάμεις, έτσι και οι δυνάμεις τού διαρκώς αυξανόμενου κέρδους, βουλιάζουνε κάποια στιγμή μέσα στο χάος που οι ίδιες δημιούργησαν. Ο καπιταλισμός των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων αρκείται να καταγράφει κέρδη στους ισολογισμούς του, ροκανίζοντας το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται – καταστρέφοντας τις μεσαίες και τις κατώτερες οικονομικά τάξεις, στις οποίες όμως αποβλέπει για την αποκόμιση κερδών. Κάποια στιγμή η κρίση του θα φτάσει στο κορύφωμά της – όταν και η γερμανική αλλά και η αμερικανική οικονομία καταρρεύσουν με τη σειρά τους και οι φούσκες τους σκάσουν κι αυτές. Και τότε θα γίνει μια αιματηρή αναδιάταξη των παγκόσμιων οικονομιών και ενδεχομένως θα αποκατασταθεί μια πιο μετριασμένη και πιο λογική τάξη πραγμάτων στις σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις, στα κράτη και στους πολίτες.
 
Στα δημοκρατικά συντάγματα όλου του κόσμου περιλαμβάνονται κάποια άρθρα τα οποία αποσκοπούν στον μετριασμό της απόλυτης ατομικής ελευθερίας για χάρη του συνόλου – για χάρη των ελευθεριών όλων των πολιτών. Το ίδιο θα πρέπει κάποτε να αντιληφθούμε πως πρέπει να ισχύει και στην ελεύθερη οικονομία.
 
Η απόλυτη ελευθερία των ατόμων καταλήγει σε ανελευθερία του συνόλου. Και η απόλυτα ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε πτωχεύσεις. Εκεί και μόνον εκεί. Και πουθενά αλλού.
 
Το ερώτημα λοιπόν για το τι σκοπεύει κανείς να ψηφίσει στις επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα και αν πιστεύει ή δεν πιστεύει πως (και με ποιον τρόπο) θα προκύψουν έτσι λύσεις στο ελληνικό πρόβλημα, μοιάζει μάλλον με ειρωνεία. Τίποτα δεν πρόκειται να διορθωθεί επί του παρόντος στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν πρώτα δεν φτάσουν στην κατάσταση την δική μας οι ισχυρότερες οικονομίες της ένωσης αυτής και αν δεν επανακαθορισθεί εξαρχής ο οικονομικός ορίζοντας όλων ανεξαιρέτως των δυτικών κοινωνιών.

---
Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας και η μητέρα του είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Δημοσίευσε σχετικά αργά το πρώτο του βιβλίο, το 1982 ("Ιστορίες με σκύλους", διηγήματα, Κέδρος). Ως σήμερα έχουν εκδοθεί άλλος ένας τόμος με διηγήματα ("Τέσσερις ελληνικοί φόνοι"), τέσσερα μυθιστορήματα, ένας τόμος με δοκίμια και άρθρα και ένας τόμος με προσωπικές σκέψεις σχετικά με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το μυθιστόρημά του "Η μεγάλη πομπή" τιμήθηκε με το Β' Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1986. Από τα βιβλία του, "Η μεγάλη πομπή" έχει μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, στα γαλλικά (Griot) και τα ιταλικά (Crocetti), και το "Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια" στα γαλλικά (Gallimard), τα ιταλικά (Crocetti) και τα γερμανικά (Berlin Verlag). Παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, μοιράζει τον χρόνο του, από το 1996 και μετά, μεταξύ Αθήνας και του νησιού της Πάρου, όπου συχνά αποσύρεται για να γράψει. Έχει μεταφράσει βιβλία από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Το 1997 ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Εκτός από τη λογοτεχνία οι ασχολίες του περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής, με την οποία έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση, αφού άλλωστε η αρχική του φιλοδοξία ήταν να γίνει μουσικός. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στα λογοτεχνικά του έργα.