Το σημείο κλειδί που θα καθορίσει εν πολλοίς τις τεχνικές συζητήσεις για το χρέος και τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι οι στόχοι που θα τεθούν για το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού, ήτοι για το ποσό που περισσεύει στο Κράτος (έσοδα μείον έξοδα) προτού υπολογιστούν οι πληρωμές τόκων για το χρέος.

Το 2016, το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπέρασε πάνω από έξι φορές το στόχο που ήταν 0,5% του ΑΕΠ και αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 4% του ΑΕΠ.

Η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποιεί την υπέρβαση αυτή ως επιχείρημα εναντίον των απαισιόδοξων προβλέψεων του ΔΝΤ, το οποίο έχει αμφισβητήσει τη δυνατότητα της Ελλάδας να πετύχει το στόχο του 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και τα επόμενα χρόνια και στήριξε σε αυτήν την αμφισβήτηση την απαίτησή του για πρόσθετα μέτρα.
Όσο επιμένει το ΔΝΤ ότι το πλεόνασμα 3,5% δεν «βγαίνει» τόσο αυξάνεται η πίεση για νέα μέτρα.

Από την άλλη πλευρά, όσο υψηλότερο είναι το πλεόνασμα, τόσο περισσότερο χρήμα πρέπει να «τραβάει» το Κράτος από την οικονομία είτε με περισσότερους φόρους είτε με λιγότερες δαπάνες, κάτι που φρενάρει την οικονομική δραστηριότητα και λειτουργεί αρνητικά για την ανάπτυξη.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι για κάθε ποσοστιαία μονάδα πρωτογενούς πλεονάσματος το ΑΕΠ «χάνει» ανάπτυξη από μισή έως μία ποσοστιαία μονάδα.

Είναι σαφές, επομένως, ότι ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα είναι καθοριστικός για την οικονομία, αλλά και ότι η υπέρβαση του πλεονάσματος το 2016, παρότι εφοδίασε με πολιτικά επιχειρήματα την κυβέρνηση είχε κόστος για την οικονομία.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αφού η χώρα πέτυχε το στόχο του 3,5% από το 2016 είναι δεδομένο ότι θα τον πετύχει και στη συνέχεια. Είναι αμφίβολο, όμως, ότι το ΔΝΤ θα αποδεχθεί αυτές τις εκτιμήσεις.

Η αδιαλλαξία του ΔΝΤ δημιουργεί πιέσεις για μέτρα, αλλά η καλή πλευρά του ζητήματος είναι ότι επειδή ακριβώς αμφισβητεί τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να παράγει υψηλά πλεονάσματα, επιμένει ότι χρειάζεται δραστική αναδιάρθρωση του χρέους, έτσι ώστε να μειωθούν οι δαπάνες εξυπηρέτησής του και επομένως οι ανάγκες για πλεόνασμα.

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και οι προβλέψεις του για την ανάπτυξη στην Ελλάδα που είναι μετριοπαθείς (2,2% φέτος, 2,7% το 2018, αλλά μόλις 1% το 2022).
Αντιθέτως, η Γερμανία, επιμένει στα υψηλά πλεονάσματα επειδή θέλει να περιοριστεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους στο ελάχιστο δυνατό.

Είναι σαφές ότι η θέση του ΔΝΤ σε ότι αφορά το ελληνικό χρέος ευνοεί τα ελληνικά συμφέροντα, παρά το γεγονός ότι κατά τα λοιπά το Ταμείο επιμένει σε σκληρά μέτρα σε τομείς όπως οι συντάξεις, το φορολογικό και τα εργασιακά, πολλά από τα οποία αναγκάστηκε να αποδεχθεί η ελληνική κυβέρνηση.

Το υπουργείο Οικονομικών έδωσε στη δημοσιότητα τα μεγέθη για το πρώτο τρίμηνο του έτους, τα οποία δείχνουν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα, ήτοι το ποσό που περισσεύει στον κρατικό προϋπολογισμό (έσοδα μείον έξοδα) προτού υπολογιστούν οι πληρωμές τόκων, διαμορφώθηκε στα 1,068 δισ. ευρώ, λίγο πάνω από το στόχο του προϋπολογισμού, αλλά αρκετά κάτω από την αντίστοιχη περσινή επίδοση.

Η συγκρατημένη φετινή επίδοση αποδίδεται ότι δεν εισπράχτηκαν εντός του τριμήνου τα έκτακτα έσοδα από την αποκρατικοποίηση των 14 αεροδρομίων (1,2 δισ. ευρώ) τα οποία θα καταγραφούν στο δεύτερο τρίμηνο. Το υπουργείο Οικονομικών συγκράτησε τις δαπάνες στο πρώτο τρίμηνο (1 δισ. ευρώ χαμηλότερα από το στόχο μαζί με τις επενδυτικές δαπάνες) έτσι ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του πλεονάσματος.

Η καθαρή εικόνα για τον προϋπολογισμό θα διαμορφωθεί τα δύο τελευταία τρίμηνα και το πιθανότερο είναι ότι ο στόχος για το πλεόνασμα φέτος που είναι 1,75% του ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί.

Ωστόσο, φαίνεται ότι είναι αντικειμενικά δύσκολο να επιτευχθεί και φέτος υπέρβαση του στόχου, ενώ κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να είναι και επιθυμητό, αφού θα επιβαρύνει την αναπτυξιακή διαδικασία.

Όσο για το χρονικό διάστημα μετά το 2018, εάν παραμείνει ο στόχος του 3,5% θα πρόκειται για οικονομικό παραλογισμό.

Πηγή: ΕΡΤ