Αυτή είναι η ιστορία μου, ένα απειροελάχιστο μόριο στην ιστορία του ελληνικού λαού με τους λαμπρούς απελευθερωτικούς αγώνες του και την τραγωδία του, που ξεκίνησε το 1945 όταν χτυπήθηκαν κατακέφαλα απ’ την δεξιά και τους εγγλέζους οι πατριώτες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Δηλαδή, αυτοί που δημιούργησαν με το αίμα και τις θυσίες το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας μας στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο [...] Αυτό μόνον στην Ελλάδα συνέβη, πουθενά αλλού, να αγωνίζεσαι για την απελευθέρωση της χώρας σου και να ‘ρχονται αυτοί που περνούσαν ασφαλείς και όμορφα κι ωραία στο εξωτερικό και αυτοί που συνεργάστηκαν με τους καταχτητές και να σε εξοντώνουν!" η αντιστασιακή μαχήτρια Κατίνα Τέντα - Λατίφη, μιλάει στην Κρυσταλία Πατούλη για όσα -και όχι μόνο- κατέγραψε στο βιβλίο της Τα απόπαιδα, εκδ. εξάντας.

Γεννήθηκα στον Αλμυρό Μαγνησίας. Πολύ μικρή μαθήτρια του τότε «Προγυμνασίου», πήρα την πρώτη γεύση της Κατοχής, όταν μια μέρα στην ώρα του μαθήματος μπήκαν στην τάξη μας οι Ιταλοί καραμπινιέροι και πήραν έναν συμμαθητή μας κατά μερικά χρόνια μεγαλύτερό μας.

Τότε πρωτάκουσα τη φράση «αυτός έκανε αντίσταση, γι' αυτό τον έπιασαν».

Αμέσως μετά η λέξη «Αντίσταση» απλώθηκε γύρω μας και μέσα σ’ αυτό το κλίμα οργανώθηκα κι εγώ στα «Αετόπουλα», μετά στην ΕΠΟΝ και στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ.
Είχαμε ενθουσιασμό γιατί εμπνεόμασταν απ’ την επανάσταση του 1821. Αυτήν την τόσο αγνή πατριωτική, εφηβική μου συμμετοχή την πλήρωσα με όλη σχεδόν την ζωή μου μετά-βαρκιζιανά. Και όχι μόνον εγώ, αλλά όλο το συγγενολόϊ μας με θύματα και εξορίες.

Ποιοί μας κυνήγησαν; Οι πρώην συνεργάτες των καταχτητών, οι φασιστικές συμμορίες όπως του Σούρλα και οι ομάδες του, και βέβαια το ίδιο το μεταβαρκιζιανό κράτος και το δημιούργημά του – το «παρακράτος».

Από τότε η ζωή μου ήταν ένας κύκλος από συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορία στη Γαύδο και στην Ικαρία. Εκεί ήρθε μια Επιτροπή του ΟΗΕ να διαπιστώσει αν υπάρχουν ανήλικα στις εξορίες και έτσι με άφησαν ελεύθερη και μένα σαν ανήλικη, αλλά όταν το καράβι έφτασε απ’ την Ικαρία στον Πειραιά με συνέλαβαν και με πήγαν στο «Χατζηκυριάκειο», με σκοπό να με ξαποστείλουν στον Αλμυρό, κατ’ ευθείαν στις συμμορίες και στον θάνατο.

Γι’ αυτό με μια άλλη μεγαλύτερή μου κοπέλα την Πελαγία που τώρα δεν ζει, δραπετεύσαμε και ύστερα από περιπέτεια όλη τη νύχτα (κοιμηθήκαμε στο λιμάνι μέσα σε βαρέλια) φθάσαμε το πρωί σε μία θεία της στο Παγκράτι, σε ένα σπιτάκι που πενθούσε τα δύο σκοτωμένα στην Αντίσταση αγόρια της. Έκρυβε κι άλλους και μετά από μερικές μέρες θερμής φιλοξενίας εμένα με ξανάπιασαν και συνοδεύοντάς με ο αστυφύλακας για την Γενική Ασφάλεια, του ξέφυγα κάπου εκεί στην Ομόνοια, γιατί ήξερα ότι όδευα στον θάνατο.

Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτώ, ολόκληρη επικράτεια της χώρας και δεν βρίσκονταν μια ασφαλής γωνιά για μένα το 16χρονο κορίτσι.

Έτσι, κατέφυγα στο βουνό στον Δημοκρατικό Στρατό (ΔΣΕ).

Η έξοδός μου στο Πήλιο δεν ήταν καθόλου εύκολη εξ αιτίας οξύτατης μορφής μόλυνσης που είχα πάρει στη φυλακή. Απ’ το Πήλιο πέρασα στο Μαυροβούνι, μετά κάτω από δραματικές συνθήκες πήγα στην Όρθρη του Αλμυρού και σε συνέχεια στα Άγραφα, στον Γράμμο το 1948, στο Βίτσι το 1949, Γράμμο το 1949, και με την ήττα στην Αλβανία.

Από κει στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία και επειδή αμέσως μετά την ήττα προσχώρησα στην ομάδα του Νίκου Μπελογιάννη, το 1952 στάλθηκα παράνομα στην Αθήνα για την αναδιοργάνωση των λαϊκών αγώνων.

Στη Βουδαπέστη και τη Ρουμανία εργάσθηκα σαν οξυγονοκολλήτρια στα ναυπηγεία και σαν κλωστοϋφαντουργίνα. Ήταν τότε μια απόφαση του κόμματος να εργασθούν τα στελέχη στην παραγωγή, αυτή ήταν μια πολύ σωστή απόφαση γιατί άλλο ο αγώνας που κάναμε έστω και αν παίζαμε με τον θάνατο, και άλλο να περιμένεις να χτυπήσει η σειρήνα του εργοστασίου και να ξεκινάς μέσα στα χιόνια για ολονύχτια βάρδια. Μεγάλη εμπειρία.

Στην Αθήνα κατέβηκα μέσω Βουλγαρίας περνώντας απ’ τα βουνά των Σερρών με αρκετό χιόνι και με πολλά επικίνδυνα απρόοπτα.

Όταν έφθασα στην Αθήνα κάθισα παράνομη σχεδόν δύο χρόνια, στερημένη από την ελληνική ιθαγένειά μου, αλλά και κυνηγημένη με την κατηγορία περί «κατασκοπείας» που δεν σου χαριζόταν η ζωή με τίποτε αν σ’ έπιαναν, νόμος-εφεύρεση για να σε εξοντώσουν.

Επέστρεψα στις Ανατολικές χώρες μέσω Μπέλλες – Βουλγαρίας αντιμετωπίζοντας ενέδρες, ναρκοπέδια και πλημμύρες. Όλα αυτά τα έχω περιγράψει αναλυτικά στο βιβλίο μου Τα απόπαιδα, Εκδ. Εξάντας.

Μετά την επιστροφή μου στάλθηκα στην Μόσχα σε μία τρίχρονη κοινωνικο-οικονομική Σχολή Ανώτατης Μάθησης όπου ήταν φοιτητές και διάφορα ηγετικά στελέχη του αριστερού κινήματος αλλά και άλλων πολλών χωρών όπως π.χ. ο Ντούπτσιεκ της «Άνοιξης της Πράγας» στην Τσεχοσλοβακία. Σε συνέχεια φοίτησα στην 6χρονη Ακαδημία Οικονομικών Σπουδών στο Βουκουρέστι απ’ όπου πήρα πτυχίο με ειδίκευση στο «Διεθνές Εμπόριο». Ήταν μια καταπληκτική και σπάνια Σχολή κι όσο φοιτούσα σκεφτόμουν πόσο απαραίτητη θα ήταν για την Ελλάδα, χώρα κατ’ εξοχήν εμπορική.

Εκεί γνώρισα και τον άντρα μου, τον οικονομολόγο Κώστα Λατίφη που μόλις είχε ξεφύγει τη σύλληψή του στην Ελλάδα και έφτασε στο Βουκουρέστι μέσω Ρώμης. Εκεί γεννήθηκε και η κόρη μας.

Όταν στην Ελλάδα ήρθε η χούντα, ο άντρας μου επειδή είχε στο Παρίσι τον αδελφικό του φίλο Λάκη Συγγελάκη, έφυγε σ’ αυτόν με σκοπό να πάρει μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα. Συνέπεσε να ζήσει το Μάη του ’68, εγώ όμως πήγα με την κόρη μας αργότερα και έζησα τα… αποκαϊδια που λένε.

Οι γαλλικές υπηρεσίες δεν ήθελαν ξένους κι εγώ που πήγα μόνον με μια βίζα εισόδου την οποία μου κράτησαν στα σύνορα, αντιμετώπισα πολύ δύσκολες καταστάσεις, δεν τους ήμουν επιθυμητό πρόσωπο και γι’ αυτό με έδιωχναν. Αυτί εν με ήθελαν αλλά ούτε και κανένα άλλο κράτος με ήθελε γιατί νομικά ήμουν ανύπαρκτη, δεν υπήρχα!

Μετά ένα χρόνο, με ανέλαβε υπό την προστασία της η Ανώτατη Επιτροπή του ΟΗΕ για τους άπατρις και τους πρόσφυγες.

Στην Ελλάδα ήρθα το 1974, την τρίτη μέρα μετά από την επιστροφή του Καραμανλή. Δεν είχα βίζα εισόδου και επωφελούμενη την αναμπουμπούλα στο αεροδρόμιο πέρασα κι εγώ και η κόρη μου με μόνον ένα, το δικό της διαβατήριο!

Ήταν για γέλια, αλλά εγώ ζούσα το όνειρο, πατούσα και περπατούσα στην πατρίδα μου μετά από απαγορευμένα 26 χρόνια! (και δύο παρανομίας = 28).

Ο πατέρας μου είχε πεθάνει απ’ τον καημό, η μάννα μου γερασμένη και άρρωστη και ο αδερφός μου αγνώριστος άντρας. Κι εγώ όμως γι αυτούς ήμουν αγνώριστη: «Με κοροϊδεύουν, δεν είναι αυτή η κόρη Κατίνα», έλεγε η μάννα μου, «θα έχει σκοτωθεί και μου φέρνουν άλλη».

Επί ένα χρόνο έτρεχα στην ΚΥΠ για να μου δοθεί η εθνική μου ιθαγένεια, την οποία τελικά πήρα.

Αυτή είναι η ιστορία μου, ένα απειροελάχιστο μόριο στην ιστορία του ελληνικού λαού με τους λαμπρούς απελευθερωτικούς αγώνες του και την τραγωδία του, που ξεκίνησε το 1945 όταν χτυπήθηκαν κατακέφαλα απ’ την δεξιά και τους εγγλέζους οι πατριώτες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Δηλαδή, αυτοί που δημιούργησαν με το αίμα και τις θυσίες το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας μας στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Αυτό μόνον στην Ελλάδα συνέβη, πουθενά αλλού, να αγωνίζεσαι για την απελευθέρωση της χώρας σου και να ‘ρχονται αυτοί που περνούσαν ασφαλείς και όμορφα κι ωραία στο εξωτερικό και αυτοί που συνεργάστηκαν με τους καταχτητές και να σε εξοντώνουν!

Κι αυτό μετά την απελευθέρωση! Που ακούστηκε αυτό; Κι είναι αυτοί οι ίδιοι που προκάλεσαν τον εμφύλιο.

Θα έβγαινα εγώ στο βουνό, αν δεν με κυνηγούσαν να με σκοτώσουν; Εγώ που όταν παίζαμε στο σχολείο θέατρο και έπρεπε να πέσει μια τουφεκιά κρύβομαν και έκλεινα τα αυτιά μου, θα πήγαινα για να ζήσω τα πολυβόλα, τους τόνους τις βόμβες τις ναπάλμ και τα κανόνια;

Ξεσηκωθήκαμε αγνές Μπουμπουλινίτσες για την πατρίδα και ήρθαν οι άλλοι να μας «τηγανίσουν», να μην αφήσουν ίχνος από εμάς;

Αυτά έγιναν και είναι αναμφισβήτητα.

Η κυριαρχούσα δεξιά με τη στήριξη και προτροπή των Άγγλων που ήθελαν την επαναφορά του παλατιού για να βασιλεύουν στη χώρα μας μέσω της βασιλείας, είναι αυτοί που δρομολόγησαν και προκάλεσαν τον εμφύλιο και όσο για τα λάθη της Αριστεράς που την πάτησε, είναι άλλο κεφάλαιο.

Στην Ελλάδα εργάσθηκα τα περισσότερα χρόνια σε διευθυντική θέση εξαγωγών, σε συνεταιρισμούς, στην ειδίκευση μου δηλαδή.

Από τη στιγμή που βγήκα στη σύνταξη αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη καταγραφή της ιστορίας της Αντίστασης και του Εμφυλίου κι ευτυχώς που μπορώ και τρέχω και καταγράφω… Πρόσφατα, μετά από δέκα χρόνια έρευνας ολοκλήρωσα και το βιβλίο Πέτρος Σ. Κόκκαλης, Βιωματική βιογραφία, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία.