[...] Αυτά που λέγαμε από το 2010 επαληθεύονται σήμερα με τον πιο δραματικό τρόπο. Η Ευρώπη αποβαίνει η «μαύρη κηλίδα» της παγκόσμιας οικονομίας, αφού είναι η μόνη που με τόση αδιαλλαξία προτάσσει την λιτότητα σαν πολιτική απέναντι στην κρίση! Με συνέπεια, να μην αντιμετωπίζει πραγματικά την κρίση, αλλά να της ανοίγει τον δρόμο. Αντιθέτως, η Αμερική, η Ιαπωνία, η Αγγλία, δίδουν προτεραιότητα στην απασχόληση, στην καταπολέμηση της ανεργίας, που είναι το κλειδί, ο δείκτης για την πορεία της οικονομίας [...] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, συμμετέχοντας στην Έρευνα για την κρίση, με αφορμή την περίφημη σταθερότητα της χώρας, όπου 6,3 εκ. Ελλήνων είναι, είτε σε κίνδυνο φτώχειας (3,8 εκ.), είτε κάτω από το όριο της φτώχειας (2,5 εκ.) και συγχρόνως 1.300.000 νέοι είναι στην ανεργία.

Κρ.Π.: Αν κάνετε μία αναδρομή από τότε που έγινε ορατή η κρίση μέχρι σήμερα, ποιο είναι εκείνο που δεν εννοούν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να χειροτερεύουν συνεχώς οι συνθήκες διαβίωσής μας;
 
Κ.Β.: Όταν ξεκινούσε αυτή η περίοδος το 2010, με τα μέτρα λιτότητας, από τότε πολλοί από εμάς το είχαμε καταγράψει ότι με τη λιτότητα τα πράγματα δεν διευκολύνονται, αλλά αντίθετα επιδεινώνονται και μάλιστα ανώφελα. Έκτοτε η λιτότητα εφαρμόστηκε και σε όλη την Ευρώπη, πράγμα που έκανε το πρόβλημα ακόμη πιο δύσκολο!

Διότι η κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περιορισμό δαπανών, όπως συνιστούν και επιβάλλουν οι εγκέφαλοι του Βερολίνου, αλλά αντιθέτως σε παρόμοιες στιγμές χρειάζεται αύξηση των κρατικών δαπανών προς στήριξη της οικονομίας. Δεν είναι η ώρα για περιορισμό των ελλειμμάτων. Όσο τα ελλείμματα περιορίζονται, τόσο η οικονομία περιέρχεται σε βαθύτερη ύφεση.

Αυτά που λέγαμε από το 2010 επαληθεύονται σήμερα με τον πιο δραματικό τρόπο. Η Ευρώπη αποβαίνει η «μαύρη κηλίδα» της παγκόσμιας οικονομίας, αφού είναι η μόνη που με τόση αδιαλλαξία προτάσσει την λιτότητα σαν πολιτική απέναντι στην κρίση! Με συνέπεια, να μην αντιμετωπίζει πραγματικά την κρίση, αλλά να της ανοίγει τον δρόμο. Οι άλλες περιοχές του κόσμου δεν κάνουν αυτό. Αντιθέτως, η Αμερική, η Ιαπωνία, η Αγγλία, δίδουν προτεραιότητα στην απασχόληση, στην καταπολέμηση της ανεργίας, που είναι το κλειδί, ο δείκτης για την πορεία της οικονομίας.

Το κλειδί για την ανάκαμψη είναι η εξασφάλιση θέσεων εργασίας, έστω και προσωρινών, στους ανέργους. Στην Ελλάδα ο αριθμός των ανέργων έχει εκτιναχθεί και αυτό από τους κυβερνώντες δεν θεωρείται και τόσο δραματικό, γιατί αντιμετωπίζεται ως φυσιολογική συνέπεια της υποτιθέμενης «εξυγίανσης» του δημοσίου, την οποία προτάσσουν ως απόλυτη προτεραιότητα.

Ενώ, όσο το δημόσιο «εξυγιαίνεται», όσο συρρικνώνεται, ισοσκελίζεται, και μάλιστα βγαίνει και «πρωτογενές πλεόνασμα», τόσο οι επενδύσεις μειώνονται και τόσο αυξάνεται η δυσπιστία ακόμη και των ιδιωτών επενδυτών απέναντι στις προοπτικές της οικονομίας. Και βέβαια οι εργαζόμενοι την πληρώνουν πάντα, αφού όσο το δημόσιο «εξυγιαίνεται», τόσο η ανεργία δεν παύει να εκτινάσσεται.

Όσο η δημοσιονομική «εξυγίανση» προτάσσεται ως λύση για την απεμπλοκή από την ύφεση, τόσο αυτή βαθαίνει. Αυτό το έχουμε πει κατ’ επανάληψη και επαληθεύεται σήμερα.

Κρ.Π.: Γι' αυτό που συνέβη στη Γαλλία με τον Ολάντ που παραιτήθηκε, τι θα λέγατε; Πριν εκλεγεί, είχατε πει ότι είναι υπέρ ενός προγράμματος κατά της λιτότητας…
 
Κ.Β.: Δεν τήρησε τις προσδοκίες που είχε αφήσει να δημιουργηθούν, αλλά δεν μπορούμε να πούμε και ότι τις έχει εγκαταλείψει τελείως, διότι ψελλίζει ακόμη την ανάγκη αλλαγής πολιτικής με επίκεντρο την απασχόληση. Όμως, αυτή τη στιγμή, στην Ευρώπη, προ του Ολάντ προηγείται ο Ιταλός Ρέντζι, που εμφανίζεται πιο μαχητικός.

Και απόδειξη ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να αποφασίσουν αντίθετα με την βούληση της Γερμανίας, είναι αυτό που συνέβη με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπου όλες οι χώρες μαζί στο Συμβούλιο της τράπεζας, ενέκριναν στις 4 Σεπτεμβρίου την πολιτική του προέδρου της Ντράγκι, με μοναδική αντίθεση της Γερμανίας.

Δεν είναι αλήθεια ότι στην Ευρώπη, η Γερμανία μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Κάνει ό,τι θέλει όσο οι υπόλοιποι την φοβούνται και αποδέχονται την βούληση της, χωρίς να την πιστεύουν. Αν τολμήσουν να αντιταχθούν, η Γερμανία θα βρεθεί σε μειοψηφία.

Κρ.Π.: Και σε ότι αφορά στα προβλήματα της Ευρώπης και της Αμερικής με τη Ρωσία;
 
Κ.Β.: Η διακοπή των εμπορικών σχέσεων της Ευρώπης με τη Ρωσία και οι απειλές στο ζήτημα της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης με το φυσικό αέριο της Ρωσίας επιδεινώνουν οπωσδήποτε το οικονομικό κλίμα στον ευρωπαϊκό χώρο και αυτό τροφοδοτεί ακόμη πιο σκοτεινές προοπτικές για την Ευρώπη, η οποία θα πρέπει να αντιδράσει με αλλαγή πολιτικής και να αναπτύξει φιλειρηνικές πρωτοβουλίες στην ανατολική της πλευρά, ώστε να εξασφαλιστεί για το μέλλον και επιπλέον να δημιουργήσει προοπτικές με πραγματικά αναπτυξιακή δυναμική και πραγματικά για την ανάκαμψη.

Η καταπολέμηση των δημοσίων ελλειμμάτων δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί, αλλά επιβάλλεται να μετατεθεί για αργότερα. Τα δημόσια ελλείμματα δεν είναι καλό πράγμα αλλά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να καταπολεμηθούν στην σημερινή περίοδο ύφεσης.

Πρέπει πρώτα οι οικονομίες να σταθεροποιηθούν, να αυξηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης, και έπειτα θα μειωθούν τα ελλείμματα. Όχι ενόσω η οικονομία βρίσκεται σε αρνητικούς ρυθμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας!

Κρ.Π.: Ακούσαμε π.χ. τον Τσίπρα να μιλά για δομική ευρωπαϊκή κρίση, κάτι που έχει αναφέρει ο ανθρωπολόγος Σωτήρης Δημητρίου ήδη από το 2010, στην Έρευνα για την κρίση.

Κ.Β.: Είναι πολύ σωστό, και έπρεπε από καιρό να έχει ήδη επισημανθεί. Η επιμονή με την οποία η Γερμανία επιβάλλει τις λεγόμενες δομικές μεταρρυθμίσεις, έχει δημιουργήσει ανυπέρβλητο δομικό πρόβλημα. Επαναλαμβάνω ότι έχουμε επισημάνει από πενταετίας αυτό το θέμα,. Και αυτό σήμερα επιβεβαιώνεται. Και επιβεβαιώνεται και από την διαφορετική πορεία των άλλων κρατών, όπως είπα, της Αμερικής, της Αγγλίας, της Ιαπωνίας.

Δηλαδή, αυτές οι χώρες δεν προτάσσουν τις συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά προτάσσουν την ανάκαμψη, την καταπολέμηση της ανεργίας. Ακολουθούν βεβαίως πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αλλά δεν το προτάσσουν. Αυτό έχει σημασία.

Το δομικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής κρίσης, όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι σήμερα το συνειδητοποιούν και γίνεται ξεκάθαρο. Μολονότι οι πολιτικοί είναι οι τελευταίοι σε αυτήν την συνειδητοποίηση. Οι οικονομολόγοι, αν και έχουν κατηγορηθεί για πολλά, έχουν επισημάνει αυτό το ζήτημα εδώ και πολλά χρόνια. Σήμερα αρχίζουν να το βλέπουν περισσότερο ξεκάθαρα και οι πολιτικοί.

Κρ.Π.: Και όταν μιλάμε για δομική κρίση, για να λυθούν τα προβλήματα πρέπει να αλλάξει δομικά και ο τρόπος της οικονομίας και της πολιτικής, άρα και του πολιτισμού, δηλαδή του τρόπου ζωής μας;
 
Κ.Β.: Πρώτα πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες. Να μην τίθεται ως πρώτος στόχος οι δομικές μεταρρυθμίσεις και μάλιστα με την έννοια της μείωσης των δημοσίων δαπανών και ειδικότερα των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή εις βάρος των φτωχότερων και των ασθενέστερων κοινωνικά τάξεων. Αυτό είναι το μέγιστο λάθος. Δομικό λάθος, θα έλεγα! Διότι έτσι οι οικονομίες χάνουν τις ισορροπίες τους, αποσταθεροποιούνται και καταποντίζονται.

Ολόκληρη η ισορροπία του ευρωπαϊκού υποδείγματος, βασιζόταν μεταπολεμικά στο κοινωνικό κράτος! Όταν σήμερα αυτό ακριβώς πλήττεται κατά προτεραιότητα, επόμενο είναι ολόκληρη η οικονομία και η κοινωνία να τινάζονται στον αέρα! Αυτό λέγαμε από την αρχή της 5ετιας και αυτό σήμερα δικαιώνεται εκ των πραγμάτων.

Όταν μιλούν για διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι πολιτικοί της Ευρώπης εννοούν να μειωθούν οι δαπάνες του δημοσίου, και επίσης να μειωθεί η εσωτερική κατανάλωση και να αυξηθούν οι εξαγωγές. Ωστόσο,  όταν αυτά υλοποιούνται, οι κοινωνίες καταβυθίζονται με επιτάχυνση.

Κρ.Π.: Στο εσωτερικό, τι θα λέγατε για το προγραμματικό συμβόλαιο του ΣΥΡΙΖΑ στην ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ;
 
Κ.Β.: Από τις κριτικές που εμφανίστηκαν γι’ αυτήν την ομιλία, η πρώτη ήταν για την ατελή κοστολόγηση του προγράμματός του. Το επιχείρημα αυτό προέρχεται κυρίως από την συντηρητική πλευρά, ωστόσο παραμένει ευάλωτο, στο μέτρο που η συντηρητική  κοστολόγηση λαμβάνει υπόψη της μόνο τους ήδη υπάρχοντες διαθέσιμους πόρους στη χώρα. Δεν υπολογίζει καθόλου τους πρόσθετους νέους πόρους που θα προκύψουν με την αποκατάσταση των ρυθμών της ανάπτυξης.

Η συντηρητική προσέγγιση παραμένει πάντα στατική, ενώ η προοδευτική είναι δυναμική. Η συντηρητική δεν λαμβάνει υπόψη της ότι με τις αλλαγές αυτές που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πραγματοποιηθεί ραγδαία αύξηση του εισοδήματος και έτσι θα βρεθούν νέοι πρόσθετοι πόροι, ώστε το πρόβλημα της κοστολόγησης να τεθεί σε νέα βάση απείρως καλύτερη απ’ ότι σήμερα. Το πρόβλημα της ανάπτυξης επιβάλλει δυναμική προσέγγιση και όχι στατική.
 
Το περίεργο είναι ότι κυκλοφορεί μία κριτική από τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, με κύριο επιχείρημα επίσης την «κοστολόγηση», δηλαδή το επιχείρημα της Δεξιάς, και μάλιστα με τον ίδιο στατικό τρόπο «Πού θα βρείτε τους πόρους;», για να καταλήξει, στην ίδια χιλιοειπωμένη, αλλά προ πολλού εξαντλημένη επωδό, ότι δηλαδή γι’ αυτό θα πρέπει η Ελλάδα να αποχωρήσει από την Ευρώπη και το ευρώ. Λες και αν βγούμε από την Ευρώπη και το ευρώ θα διαθέτει η χώρα πολύ περισσότερους πόρους από αυτούς που έχει σήμερα. Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο και μάλιστα το ακριβώς αντίθετο είναι βέβαιο.

Με την έξοδο από την Ευρώπη, η χώρα θα διαθέτει αυτομάτως ασύγκριτα λιγότερους πόρους και δυνατότητες χρηματοδότησης, αλλά και κατά συνέπεια μειωμένες δυνατότητες δημιουργίας νέων πρόσθετων πόρων. 

Επιπλέον, με ιδιαίτερη επιμονή οι ίδιοι συνιστούν να τεθεί από τώρα ο στόχος της εξόδου από την Ευρώπη και από το ευρώ, ή τουλάχιστον να υπάρχει από τώρα κάποιο «εναλλακτικό σχέδιο Β», όπως λένε ορισμένοι. Αλλά όσο με αφορά, δεν βλέπω πουθενά να υπάρχει σχέδιο B. Κανένας δεν το έχει παρουσιάσει από αυτούς που το διεκδικούν και το απαιτούν από τους άλλους!

Ουδείς μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει τέτοιο εναλλακτικό σχέδιο, που να λέει όχι μόνον ότι αποχωρούμε από την Ευρώπη, αλλά και ποια μέτρα, που η Ευρώπη μας απαγόρευε να λάβουμε, θα ληφθούν επιτέλους, προκειμένου να αυξηθούν οι διαθέσιμοι πόροι και δυνατότητες. Αυτό με κάνει να φοβάμαι, ότι με την ενδεχόμενη προτεραιότητα στην έξοδο από την Ευρώπη, η κατάσταση θα επιδεινωθεί στη χώρα μας ραγδαία και πολύ χειρότερα απ’ ότι είναι σήμερα.

Υπάρχει σήμερα μία προοπτική, η οποία όλο και περισσότερο αναδεικνύεται: να αλλάξει πολιτική η Ευρώπη, η οποία έχει περιέλθει σήμερα αναίτια και με δική της επιλογή σε αδιέξοδο! Και όχι μόνο για την Ελλάδα και Ιταλία, ακόμη και για την Γαλλία, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης.

Όλες οι άλλες περιοχές του κόσμου, η Αμερική, η Κίνα, η Ιαπωνία, οι αναπτυσσόμενες χώρες, βλέπουν την Ευρώπη σαν βαρίδι, που σύρει όλη την παγκόσμια οικονομία προς το βυθό, και γι’ αυτό όλες μαζί απαιτούν να αλλάξει η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική! Οι G7, G8, G20, όλοι απευθύνονται προς την Ευρώπη και αξιώνουν: «Επιτέλους αλλάξτε πολιτική! Δεν πάει άλλο!»

Η ίδια η Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης αλλάζει ραγδαία πολιτική, ήδη από τις 4 Σεπτεμβρίου, με τις προτάσεις του προέδρου της Μάριο Ντράγκι. Υπάρχει αύξουσα δυνατότητα παρέμβασης για αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής και σοβαρή δυνατότητα για συμμαχίες μέσα στην Ευρώπη, ώστε να αλλάξει πολιτική το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Ο κυριότερος λόγος για την αναγκαία αλλαγή, δεν είναι καν ότι τα θύματα νικούν, αλλά ότι νικά το βαθύ αδιέξοδο στο οποίο έχει εμπλακεί κυρίως η γερμανική πολιτική, με ανυπολόγιστο κόστος, ακόμη και για τους εμπνευστές της.

Από αυτή την πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατακτά βαθμιαία μία κοινωνική εμπιστοσύνη. Γίνεται δεκτός ως φορέας μίας διαφορετικής προσέγγισης στα προβλήματα, στον δημόσιο και ευρωπαϊκό διάλογο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και ακόμη περισσότερο διεθνώς. Δεν θα κινδύνευε η Ελλάδα να απομονωθεί με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Παρατηρώ επίσης ότι η τελευταία ομιλία, και γενικά οι πρόσφατες παρουσίες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκουν μεγάλη απήχηση, πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς, και στην Ελλάδα και ακόμα πιο πολύ διεθνώς, όπου προεξοφλείται ήδη ως εν αναμονή πρωθυπουργός.

Στην ίδια την Ελλάδα συνειδητοποιείται ότι όλο και περισσότερο αυξάνεται αυτή η πιθανότητα, έστω και αν αυτό δεν εκφράζεται δημοσκοπικά. Η διαφορά ανάμεσα στα δυο πρώτα κόμματα συνεχίζει να διευρύνεται υπέρ του πρώτου και εις βάρος του δεύτερου.

Μια δεύτερη κριτική είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται σε  πολιτική ανακούφισης των θυμάτων της τελευταίας πενταετίας, αλλά αυτό δεν συνιστά «αριστερή πολιτική». Αυτό κι είναι από τα άγραφα! Τα εκατομμύρια θύματα της κρίσης, δεν ενδιαφέρονται για το πόσο αριστερή είναι η πολιτική που τα ανακουφίζει. Το πιο επείγον είναι σήμερα η ανακούφισή τους και γενικό είναι το συναίσθημα ότι «δεν πάει άλλο», ότι υπάρχει άμεσο πρόβλημα επιβίωσης.

Κρ.Π.: Και όπως μαθαίνουμε η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν έχει υλοποιήσει το μέτρο του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος, ενώ 6,3 εκ. Ελλήνων είναι, είτε σε κίνδυνο φτώχειας (3,8 εκ.), είτε κάτω από το όριο της φτώχειας (2,5 εκ.) και συγχρόνως 1.300.000 νέοι είναι στην ανεργία. Και σε αυτό το κλίμα, διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες συνεχώς επικαλούνται την... σταθερότητα και κατηγορούν την αντιπολίτευση ότι την υποσκάπτει... 

Κ.Β.: Άνθρωποι αυτοκτονούν, συντρίβονται! Υπολόγισαν ποτέ οι κυβερνώντες το κόστος από τις σαρωτικές συνέπειες σε ανθρώπινη φτώχεια και εξουθένωση, θανάτους και αυτοκτονίες, της σημερινής πολιτικής; Οι απλοί άνθρωποι χρειάζονται άμεση ανακούφιση, στοιχειώδη αναπνοή. Δεν έχουν θεωρητικές αναζητήσεις σχετικά με το ποια είναι η πραγματικά αριστερή πολιτική. Και στη συγκεκριμένη συγκύρια, αυτό το ζήτημα είναι ανύπαρκτο.

Η πρόταξη των ιδεολογικών θεμάτων αντί των πρακτικών και συγκεκριμένων έχει συρρικνώσει κάθε κοινωνική αξιοπιστία, ιδίως μετά το 2012, για τις οργανώσεις και οργανωσούλες που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες της καθημερινότητας στην σημερινή ελληνική κοινωνία. Αυτή την στιγμή, για την πολιτική που σώζει την χώρα από τον κατήφορο δεν υπάρχει πρόβλημα ονοματολογίας, αλλά πρόβλημα ουσίας.

Και είναι αριστερή πολιτική η άμεση ανακούφιση των θυμάτων! Τελεία και παύλα. Και αυτό εξηγεί αυτή τη στιγμή και την ανοδική απήχηση που βρίσκει ο ΣΥΡΙΖΑ με τις συγκεκριμένες προτάσεις του. H ενίσχυση των κοινωνικά αδύναμων δεν είναι μόνον ζήτημα κοινωνικό, αλλά ταυτόχρονα και εξόχως οικονομικό, αφού με αυτόν τον τρόπο και μόνον με αυτόν, η οικονομία επανεκκινεί.

Σε κάθε περίπτωση, αυτά που η συντηρητική πλευρά κατανοεί ως «παροχολογίες», στην πραγματικότητα δεν είναι παρά οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Κρ.Π.: Ένα παράδειγμα για τις νέες πηγές εσόδων που μπορούν να προκύψουν με αλλαγή πολιτικής όπως την εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ, μπορείτε να δώσετε;
 
Κ.Β.: Καταρχάς η Ευρωπαϊκή Τράπεζα προσφέρει εκατοντάδες δισεκατομμύρια για να αποτραπεί ο αποπληθωρισμός και να εξέλθει η Ευρώπη από την ύφεση. Η Ελλάδα επειδή καταγράφει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή σε όλη την Ευρώπη, δικαιούται να ζητήσει και το μεγαλύτερο μερίδιο αναλογικά με τις άλλες χώρες. Με τις αυξήσεις στα εισοδήματα θα ξυπνήσει η αγορά, που σήμερα έχει καταρρεύσει, θα κινηθούν οι επιχειρήσεις, θα προληφθούν οι άνεργοι και το εθνικό εισόδημα θα αυξηθεί.

Τους πόρους που σήμερα δεν διαθέτουμε και μάλιστα λόγω της λιτότητας και της απώλειας εθνικού εισοδήματος κατά 25%, θα τους έχουμε πολύ σύντομα, με την επανεκκίνησης της οικονομίας.

Έτσι κι αλλιώς, στην ιστορία του καπιταλισμού, καμία οικονομική δραστηριότητα δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, χωρίς «προκαταβολές». Την ανάγκη των προκαταβολών έχουν επισημάνει όλοι οι μεγάλοι πατέρες της οικονομικής επιστήμης, από τον Φρανσουά Κενέ μέχρι τον Άνταμ Σμιθ, τον Ντέηβιντ Ρικάρντο και τον Καρλ Μαρξ.
 
Εάν το εθνικό εισόδημα αρχίσει να αυξάνεται με 2-3% θα έχουμε αμέσως δεκάδες δισεκατομμυρίων επιπλέον πόρους, για να επιταχύνουμε τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Το μέγιστο μέρος της ανάπτυξης, πρέπει να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση προς την εσωτερική αγορά, και όχι προς το εξωτερικό. Διότι η Ελλάδα εξάγει στο εξωτερικό μόνον το ένα πέμπτο του εθνικού της προϊόντος. Τα τέσσερα πέμπτα καταναλώνονται στο εσωτερικό.

Όσο συνεχίζουν να υπερφορολογούνται τα εισοδήματα και να καταρρέει η αγορά, καταρρέουν επίσης και οι επιχειρήσεις που παράγουν για την εσωτερική αγορά. Προϋπόθεση για την επανεκκίνηση είναι η τόνωση των εισοδημάτων ώστε να ξυπνήσει η αγορά για να μπορέσουν να επανενεργοποιηθούν οι επιχειρήσεις και οι θέσεις απασχόλησης.

Κρ.Π.: Δεν θα έπρεπε να αξιοποιηθεί και η κρατική περιουσία, π.χ. άδεια κτίρια, ή ανεκμετάλλευτα κομμάτια γης, όπως έκαναν με τους πρόσφυγες από την Σμύρνη, κάποτε, κλπ.; 
 
Κ.Β.: Ε, ναι, όμως αυτό υποστηρίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν πόροι στην Ελλάδα οι οποίοι δεν αξιοποιούνται, υπολειτουργούν. Το κυριότερο πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα είναι όχι τόσο το έλλειμμα επενδύσεων, όσο κυρίως η υπολειτουργία τους.

Υπάρχουν ήδη εγκατεστημένες επενδύσεις, μηχανήματα, εξοπλισμοί, που δεν λειτουργούν στο 100% της ικανότητός τους, αλλά στο 60% η και 50%, αφού απουσιάζει η επαρκής ζήτηση. Και ίσως δεν χρειάζονται καν νέες επενδύσεις. Με τις ήδη πραγματοποιημένες, μπορεί να υπάρξει απείρως καλύτερο αποτέλεσμα, αρκεί να τονωθεί η ζήτηση η οποία σήμερα εκ των άνω υπονομεύεται και αποβαίνει όλο και περισσότερο ανεπαρκής!

Κρ.Π.: Τι θα μπορούσε πιστεύετε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο δεν το κάνει; 
 
Κ.Β.: Αυτό που θα μπορούσε να κάνει, και νομίζω το προσπαθεί σήμερα, είναι να απευθυνθεί απευθείας στην κοινωνία. Γιατί δεν έχω την εντύπωση ότι έχει υλοποιηθεί η τόσο αναγκαία σύνδεση με την κοινωνία όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε να έχει γίνει.

Αυτά τα δύο νέα στοιχεία, α) η απήχηση των συγκεκριμένων προτάσεων και β) η κοινωνική αφύπνιση, μοιάζουν να είναι ακόμη δύο ξεχωριστά πράγματα, ενώ θα έπρεπε να έλθουν σε επαφή, να συντονιστούν και στην πορεία να ταυτισθούν. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει μέχρι σήμερα, όμως αυτή είναι η απαράκαμπτη προϋπόθεση για την επιτυχία ενός προγράμματος αλλαγής στη χώρα μας.

Το γεγονός αυτό, κάνει τον κόσμο να τηρεί ακόμα κάποια επιφύλαξη και απόσταση και γι’ αυτό δεν ανεβαίνουν ακόμα περισσότερο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά οφείλει και μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετατρέψει την απλή συμπάθεια και ανοχή της κοινωνίας, σε εμπιστοσύνη και θετική υποστήριξη!

Κρ.Π.: Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό που απάντησε, σε σχετική ερώτηση των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ο Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της ΕΕ, Γ. Κατάϊνεν, ότι οι Έλληνες δεν δικαιούνται δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και πως στην Ελλάδα και γενικά στις χώρες του Μνημονίου δεν ισχύει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το Δίκαιο της ΕΕ;  
 
Κ.Β. Έχω να πω ότι τα δικαιώματα των Ελλήνων εργαζομένων είναι κατοχυρωμένα από τις διεθνείς συμβάσεις ένταξης της χώρας στην ΕΕ και ο νεαρός και άπειρος Φιλανδός Επίτροπος δεν νομιμοποιείται καν να έχει διαφορετική γνώμη.

Τα δικαιώματα είναι ζήτημα των Συνθηκών και όχι της προσωπικής γνώμης του κάθε Επιτρόπου. Και όταν στην Ελλάδα αυτά παραβιάζονται, δικαιούται η κυβέρνηση να προσφύγει, ακόμη και οι απλοί εργαζόμενοι, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να αξιώσει την τήρηση των Συνθηκών και την τιμωρία όσων τα παραβιάζουν και όσων καλύπτουν τις παραβιάσεις με αυθαίρετες δήθεν «ερμηνείες». Δεν θα είναι η πρώτη φορά που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάζει την μη τήρηση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Αλλά και πριν από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη, υπάρχει η εθνική. Στην Πορτογαλία, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τις περισσότερες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που είχαν αποδοθεί στην τήρηση του Μνημονίου. Ομοίως, σε κάποια μικρότερη κλίμακα, και στη χώρα μας, το ΣτΕ έχει ακυρώσει κάποιες πράξεις που παραβιάζουν τα δικαιώματα της εργασίας.

Όμως και πέρα από τις Συνθήκες, τα Δικαστήρια και την νομολογία, υπάρχει η ουσία και αυτή είναι ότι τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα δεν αποτελούν αντικείμενο καμιάς απολύτως διαπραγμάτευσης, αφού μάλιστα έχουν κηρυχτεί οικουμενικής ισχύος.

Δεν υπάρχουν χώρες ούτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ανάλογα με την ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών τους. Αυτή η διάκριση έχει καταργηθεί οριστικά από τον Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα τον 6ο π.Χ. αιώνα. Στην Δημοκρατία, όλοι οι πολίτες έχουν ισότητα δικαιωμάτων, είτε είναι δανειστές είτε οφειλέτες, είτε φερέγγυοι είτε αφερέγγυοι.

Και σήμερα, ο οφειλέτης δεν χάνει τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα του, αλλά αντίθετα προστατεύεται, ώστε να μπορέσει να εξέλθει από την δυσμενή οικονομική του κατάσταση. Οι δανειστές έχουν κάθε συμφέρον να βοηθούν τον οφειλέτη, να του εξασφαλίζουν εργασία και εισόδημα, αφού μόνον έτσι εξασφαλίζονται και οι ίδιοι. Ενώ αντίθετα, η συρρίκνωση των δικαιωμάτων του οφειλέτη, η υποβαθμισή του σε πολίτη δεύτερης κατηγορίας, δεν ωφελεί ούτε τους δανειστές του.-
---

 (en français)