Κοινοτισμός και Λαϊκή εξουσία στην Ελλάδα. Ο Κώδικας Ποσειδώνα

"Ο σοσιαλισμός οφείλει να είναι ριζοσπαστικός. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να φτάνει ώς τις ρίζες και η ρίζα είναι ο Άνθρωπος". (Έριχ Φρομ)

«Κανένα πρόβατο δεν σώθηκε βελάζοντας,
ακόμα κι όταν βέλαζε ‘αριστερά’».
Γκράφιτι στους δρόμους της Βάρκιζας


Στις πρωτόγονες κοινότητες ο ιδιωτικός και ο δημόσιος χώρος ήταν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες και καταστάσεις, και συνεπώς τα μέλη τους ήταν όλα προσωπικώς παρόντα και δρώντα, αφού συμμετείχαν ισότιμα και ενεργά με τις σκέψεις, τις προτάσεις, αλλά και με τις αντιρρήσεις τους σε όλες τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και φυσικά με την προσωπική συμμετοχή τους συνέβαλλαν στην καλύτερη δυνατή υλοποίησή τους.

Η κοινότητα, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα μέλη της στο ενιαίο δικό της κοινοτικό γίγνεσθαι, απέκλειε τον απομονωτισμό, τον ατομισμό και την ιδιώτευση και κατά συνέπεια τον στείρο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα την ταύτιση των μελών της με την ίδια τη συνολική κοινότητα, η οποία με τον τρόπο αυτό δεν εξασφάλιζε μόνο την καλύτερη δυνατή ατομική και συλλογική-κοινοτική επιβίωση, αλλά πρόσφερε ισχυρό αίσθημα ασφάλειας και αυτοπεποίθησης, προϋποθέσεις αναγκαίες για κάθε ατομική και συλλογική δημιουργική πρωτοβουλία.

Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία2 το ιδιωτικό, ο οίκος, η οικονομία, έμεινε έξω από το Δημόσιο, τον Δήμο, τη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού να αναγκάζουν το δημόσιο σε άμυνα, πράγμα που για κάποιο διάστημα ώθησε τη Δημοκρατία στα ανώτατα όρια της ανάπτυξής της, από κάποιο σημείο όμως και μετά οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού άρχισαν να διαταράσσουν τη δημόσια σφαίρα, να υπονομεύουν τη Δημοκρατία και να δημιουργούν τους όρους της εμφάνισης της Ολιγαρχίας, της Αριστοκρατίας και τελικά της Τυραννίας.

Στο διάστημα μεταξύ της αρχαιότητας και της σημερινής εποχής, οι μορφές που διαδέχτηκαν τον πρωτόγονο κοινοτισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπως τα κοινόβια, οι κομμούνες και ο κοινοτισμός προσπάθησαν να επανασυνδέσουν, το ιδιωτικό με το δημόσιο στηριγμένες στις εμπειρίες, όπως τις μετέφερε η παράδοση, στο πλαίσιο πάντα των εκάστοτε δεδομένων συνθηκών, με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων μορφών κοινοτισμού, οι οποίες αποτέλεσαν και την παθητική ή την ενεργητική άμυνα απέναντι στα καταπιεστικά και εκμεταλλευτικά κοινωνικά συστήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαινόμενο του κοινοτισμού που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο κατά τη βυζαντινή, την οθωμανική, αλλά και κατά την μετέπειτα περίοδο, με αποκορύφωση αυτού του φαινομένου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας.

Κοινοτισμός στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία

Στη βυζαντινή περίοδο ένα μεγάλο μέρος του πεδινού πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, αλλά και των άλλων βαλκανικών χωρών, ανέβηκε στο βουνά για να αποφύγει τη βαριά φορολογία και τη σκληρότητα της βυζαντινής φεουδαρχίας3.

«Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο ο κοινοτισμός και το σχετικό μ’ αυτόν φαινόμενο της τοπικής αυτοδιοίκησης βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση προς τον απολυταρχικό συγκεντρωτισμό του κράτους και της μεγάλης γαιοκτησίας»4.

Αυτή η διαδικασία εντάθηκε μετά την ήττα του Βυζαντίου και την υποδούλωση των περιοχών του στην οθωμανική αυτοκρατορία. «Οι καταπιέσεις των Τούρκων εναντίον των αγροτικών πληθυσμών δημιουργούν από τους πρώτους κιόλας αιώνες της κατάκτησης ένα κίνημα ανταρσίας που αναπτύσσεται στα βουνά και στα δάση, μακριά από τα κέντρα όπου επικρατεί στρατιωτικά ο κατακτητής.

Το τροφοδοτούν κυρίως νέοι αγρότες που οι συνθήκες της ανασφάλειας τους αναγκάζουν να διαλέξουν τον δρόμο της ένοπλης αντίστασης. Στην Ελλάδα, και στη Βαλκανική κάπως αργότερα, τα φαινόμενα πληθαίνουν πολύ γρήγοτερα, παίρνουν σταδιακά ταξικό χαρακτήρα και στρέφονται τόσο κατά της τουρκικής εξουσίας, όσο και κατά των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κοτζαμπάσηδων»5. Η κεντρική εξουσία τους ονόμασε ‘ζορμπάδες’ και οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες τους κατηγόρησαν ‘κλέφτες’, ενώ οι ίδιοι δήλωναν ελεύθεροι που αγωνίζονταν για τη λευτεριά τη δική τους και της πατρίδας τους.

Αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης πληθυσμών, ήταν οι ελληνικοί κάμποι να αδειάζουν από τον 16ο αιώνα και μέχρι το 18216, πράγμα που οδήγησε στη διαμόρφωση του φαινομένου του ‘ορεινού κοινωνικού χώρου’, κύτταρα του οποίου ήταν τα Κλεφτοχώρια που σιγά-σιγά καταξιώθηκαν σαν Ελευθεροχώρια. Στο πλαίσιο του ορεινού ελληνικού χώρου, η κοινωνική ζωή ανασύρει από την ιστορία ξεχασμένους προκαπιταλιστικούς θεσμούς, όπως του αγροτικού κοινόβιου, των πρόδρομων μορφών συνεταιρισμού7 και της πανάρχαιας ‘πατριάς’ ή Ζάντρουγκας, τους οποίους εντάσσει στο αντικειμενικά αναγκαίο κοινοτικό σύστημα.

Ο Κώστας Καραβίδας γράφει σχετικά: «πρόκειται περί ισχυρού κολλεκτιβιστικού σχηματισμού, ο οποίος αναφέρεται όχι μόνο σε ένα είδος κοινής παραγωγής και κοινής πώλησης των προϊόντων, αλλά και εις αυτά τα μέσα παραγωγής»8, πράγμα που σημαίνει αλληλεγγύη μεταξύ των πατριών. Άλλοι αναφέρονται στη «συνιδιοκτησία για την καλλιεργητική ανάπτυξη, την πληρωμή των φόρων, τα κοινά έργα κ.λπ.»9 ή στην κοινή διαχείριση στα χωράφια, στα λιβάδια και στα κοπάδια και συνεπώς δίκαιη μοιρασιά στα προϊόντα και στα εισοδήματα της κάθε κοινότητας10.

Ο Βακαλόπουλος χαρακτηρίζει την ορεινή Ελλάδα ως την ‘πραγματική Ελλάδα’11, η οποία, κατά τον Καραβίδα, «αυτάρκης εν τη λιτότητί της ούσα και εφοδιασμένη με στοιχειώδη βιοτεχνίαν, κατόρθωσε να αντιστή… επιτυχέστερον παντός άλλου σχηματισμού εις τας εξανδραποδιστικάς επιθέσεις της βιομηχανίας και της χρηματικής οικονομίας»12.
Στον αντίποδα της πραγματικής Ελλάδας βρισκόταν η υποταγμένη και η τουρκόφιλη ‘πεδινή Ελλάδα’, στην οποία κυριαρχούσαν οι κοτζαμπάσηδες13 και ο λεγόμενος ορθόδοξος κλήρος14 που διαπλέκονταν με τον κατακτητή για τη διατήρηση των ταξικών προνομίων τους, των λύτρων της προδοσίας του Ελληνισμού. Ο κοινοτισμός, συνεχίζει ο Καραβίδας, ως αντίληψη κοινωνικής οργάνωσης δεν είναι βέβαια ένα τοπικό φαινόμενο και φυσικά «δεν είναι προνόμιο, ή ελάττωμα έστω, του ελληνικού τοπίου. Είναι στη θέση του και σε άλλα μέρη της Μεσογείου. Η Νότια Γαλλία και Ιταλία έχουν κοινοτικό παρελθόν και μέλλον επίσης…

Κι έπειτα ο κοινοτισμός μήπως ως κύριο στοιχείο του ειδικής μορφής αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν επεξετάθη και δεν επικράτησε έστω ως τάση σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο;… Μήπως το ίδιο πνεύμα του κοινοτισμού δεν το συναντάμε, παραλλαγμένο έστω, και στην εποχή της Αναγέννησης, αλλά και σήμερα ακόμη στο βάθος των ιδανικότερων ονείρων που έπλασαν καλλιεργημένοι άνθρωποι της Ευρώπης; Μήπως άλλωστε ο κοινοτισμός, ο εταιρισμός και ο συντροφισμός σε τελική ανάλυση δεν είναι και η απώτερη μετακαταστροφική, μετακαπιταλιστική ή αταξική σύλληψη;»15

Οι γενικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο κοινοτισμός, όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη, η αυτάρκεια και το κοινό συμφέρον, η καλή πίστη και η επιείκεια, σε συνδυασμό με την τοπική, νομαρχιακή και περιφερειακή διοικητική αυτονομία και τη λαϊκή δικαιοσύνη, καθιστούσαν τον κοινοτισμό ικανό για τη διασφάλιση της ελευθερίας των πολιτών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, χωρίς αφεντικά και δούλους, χωρίς εκμεταλλευτές και υπό εκμετάλλευση. Μάλιστα ο κοινοτισμός του ορεινού ελληνικού χώρου, με το να συγκεντρώνει στα ορεινά σχετικά μεγάλους πληθυσμούς, που αναγκαστικά εκπαιδεύονταν στον ανταρτοπόλεμο συγκρουόμενοι με τα ασκέρια των κοτζαμπάσηδων και με τον στρατό κατοχής, κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερο, και αυτό ήταν η σύλληψη της ιδέας και τελικά η εφαρμογή της για την απελευθέρωση ολόκληρης, δηλαδή και της πεδινής Ελλάδας.

Η επανάσταση του 1821, βέβαια, δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση στην κατεύθυνση του συνεταιριστικού κοινοτισμού της αυτοδιοίκησης και της λαϊκής εξουσίας και δικαιοσύνης, όπως τον επεξεργάστηκε η ορεινή, η πραγματική Ελλάδα. Δεν κατάφερε όμως, με την ήττα της αστικής μερίδας της, να επιβληθεί ούτε και ως αστική επανάσταση. Στη θέση των Τούρκων κάθισαν οι ‘προστάτιδες δυνάμεις’, στη θέση των τουρκοκοτζαμπάσηδων έμειναν καθήμενοι οι ίδιοι ως ελληνοκοτζαμπάσηδες και ο ελληνικός λαός σπρώχτηκε και πάλι στο περιθώριο ως υποτακτικός μιας νέας, το ίδιο σκληρής και περισσότερο συγκεντρωτικής εξουσίας.

Άμεσο αποτέλεσμα ήταν η αργόσυρτη σταδιακή αποσύνθεση του ορεινού ελληνικού χώρου με τη διαδικασία αφομοίωσης της ελεύθερης ορεινής από την ξενοκρατούμενη και κοτζαμπασηδοκρατούμενη πεδινή Ελλάδα. Η αντικατάσταση του αποκεντρωτικού και αυτοδιοικητικού κοινοτισμού με μορφές κοινωνικής οργάνωσης που αντιστοιχούσαν στον εξαρτημένο ελληνικό περιφερειακό καπιταλισμό16, ήταν προϋπόθεση για το στέριωμα της καινούργιας ξενόδουλης και αυταρχικής κεντρικής εξουσίας. Έτσι και έγινε.

Με τον «Νόμο περί συστάσεως των Δήμων του 1833, ο οποίος ήταν ένα συνεπές για τη νοοτροπία της (βαυαρικής) Αντιβασιλείας προληπτικό μέτρο, που απέβλεπε στην εξουδετέρωση κάθε αντίδρασης ενάντια στη συγκεντρωτική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει η μοναρχική κυβέρνηση»17, υπογράφτηκε η απόφαση εκτέλεσης του παραδοσιακού κοινοτισμού της πραγματικής Ελλάδας.

Η ιστορία, όμως, διδάσκει πως οι θεσμοί μπορούν να αναστέλλονται προσωρινά με τη βία, όχι όμως και οι ιδέες για τους θεσμούς, γιατί αυτές αναστελλόμενες συνεχίζουν, σαν τις ρίζες και τους χυμούς δέντρου που του κόψαν τα κλαδιά του, να εξελίσσονται στον κορμό και στο υπέδαφος, περιμένοντας την άνοιξη για να ξαναβγούν στην επιφάνεια πιο δυνατές και πιο σύγχρονες και να μετουσιωθούν σε νέους πιο ολοκληρωμένους, πιο ρωμαλέους και περισσότερο καρποφόρους θεσμούς.

Οι ασταμάτητοι πόλεμοι για την εθνική ολοκλήρωση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις της χώρας, σε συνθήκες ενός διαρκούς εμφυλίου πολέμου μεταξύ της ξενόφερτης μοναρχίας και της αντιδραστικής ολιγαρχίας των μεταπρατών και των κοτζαμπάσηδων από τη μια και των δυνάμεων που επιδίωκαν να θέσουν τη χώρα σε τροχιά αδέσμευτης ανάπτυξης από την άλλη, εξουθένωσαν τον ελληνικό Λαό και δεν του επέτρεψαν να χαράξει μια αδέσμευτη στρατηγική ανάπτυξης και να καλλιεργήσει αντίστοιχους σε αυτή αναπτυξιακούς θεσμούς και φορείς.

Όμως και κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες οι εργαζόμενοι δεν έπαψαν να οραματίζονται και να αγωνίζονται για μια διαφορετική Ελλάδα. Το αίτημα που διατυπώνεται στο φύλλο του Αυγούστου 1871 της εφημερίδας Το Μέλλον, που εξέδιδε στην Αθήνα ο Δημοσθένης Παπαθανασίου, για "την ίδρυση ελεύθερων και αυτεξούσιων Δήμων και Πολιτειών, τη συγκρότησή τους σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και την κατάργηση του συγκεντρωτικού συστήματος"18 είναι ενδεικτικό του κοινωνικού κλίματος εκείνης της εποχής. Το 1891 στο Καταστατικό του Αθηναϊκού Κοινωνικού Συνδέσμου διατυπώνεται με σαφήνεια η κοινωνική διεκδίκηση: "Αντί των υφισταμένων κυβερνήσεων, οι οποίες διατηρούν εις διαμάχην τους λαούς και τα άτομα, να ιδρυθούν μικροί και ανεξάρτητοι μεταξύ τους Δήμοι, που θα συγκροτούνται σε ομοσπονδίες και σε ένα Κοινωνικό Οργανισμό, ώστε να υπάρχει πλήρης αρμονία μεταξύ της επιμέρους ανεξαρτησίας και των λειτουργιών της ανθρωπότητας"19

Τέλος, στο Εγκόλπιο του Εργάτου, που εκδόθηκε το 1893, διατυπώνεται με σαφήνεια η θέση για μια κοινωνία χωρίς ατομική ιδιοκτησία, όπου "Όλα τα πράγματα θα είναι κοινά (...) και δεν θα ανήκουν σε κανένα", αλλά και χωρίς χρήμα, αφού "το χρήμα θα καταργηθεί γιατί οι Δήμοι θα κάνουν τις συναλλαγές με γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα, δηλαδή θα έχουν ορίσει μονάδα εργασίας και όχι νομίσματος"20. Οι συνθήκες διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους είχαν ως συνέπεια την απόλυτη οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας από τις λεγόμενες "προστάτιδες δυνάμεις", πράγμα που οδήγησε σε ένα μεταπρατικό καπιταλισμό που έβαλε βαθιά τα αποτυπώματά του στο ιστορικό γίγνεσθαι της χώρας21. Πρόκειται για μά θεσμική και δομκή στρέβλωση που κράτησε τη χώρα μακριά όχι μόνο από τα οράματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αλλά ακόμα και από μια τυπική καπιταλιστική ανάπτυξη και την αντίστοιχη σ' αυτή αστική δημοκρατία.

Ο δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος βρήκε την Ελλάδα υπό γερμανόφιλο φασιστικό καθεστώς, με διαλυμένη την Άμυνά της, με τις φυλακές γεμάτες δημοκρατικούς και αριστερούς Έλληνες πατριώτες και με ένα λαό εξουθενωμένο από τις στερήσεις και τη φασιστική καταπίεση, με αποτέλεσμα την ευκολότερη κατάληψή της από τις ορδές του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που κρύβονταν πίσω από τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Η εθνική αντίσταση ήταν η αυτονόητη απάντηση του ελληνικού λαού και η πραγματική Ελλάδα ξανανέβηκε στα γνώριμα ελληνικά βουνά για να αγωνιστεί για τη λευτεριά, για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, για μια Νέα Ελλάδα.

Η Λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά τη γερμανική κατοχή

«Η ιστορία δεν παραδέχεται σκοπιμότητες. Απαιτεί ένα και μόνο: Την αλήθεια. Και μόνον την αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος. Δεν γράφεται με το μελάνι της παραποίησης. Γράφεται με το σφύζον αίμα του ‘ο γέγονε, ΓΕΓΟΝΕ’». Γεωργούλας Μπέικος

Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση δεν ήταν μόνο ένας δίκαιος πόλεμος ενάντια στον φασισμό και στον ναζισμό για την απελευθέωση της Ελλάδας, αλλά «ήταν ταυτόχρονα ένα μεγάλο όραμα και ένα σχέδιο…, για την οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης… με βασική ιδέα την Αυτοδιοίκηση του Λαού»22.

Και μπόρεσε η Ελληνική Εθνική Αντίσταση να είναι ταυτόχρονα και ένα μεγάλο όραμα και σχέδιο γιατί κατάφερε να είναι παλλαϊκή, ιδιότητα που της προσέδωσε, όπως διαπιστώνει ο Μανώλης Γλέζος, το στοιχείο της πολύμορφης καθολικότητας: «Καθολικότητα στο χρόνο. Η αντίσταση άρχισε από την πρώτη μέρα της φασιστικής εισβολής (28 Οκτ. 1940), από τις πρώτες μέρες της κατοχής και συνεχίστηκε αδιάλειπτα, χωρίς κενά ώς την τελευταία μέρα.

Καθολικότητα στο χώρο. Από τη μια άκρη της χώρας ώς την άλλη. Το ίδιο σ’ όλες τις περιοχές. Το ίδιο στις πόλεις και στα χωριά, στους κάμπους και στα βουνά, στα νησιά και στη στεριά.
Καθολικότητα στη συμμετοχή του λαού. Στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στα φύλα, στις ηλικίες, στα επαγγέλματα. Η παλλαϊκότητα στον αγώνα ξεπέρασε κάθε όριο.

Καθολικότητα στις μορφές πάλης. Από την αντίθεση στην ανυπακοή. Από την παθητική στην ενεργητική αντίσταση. Από την αντίδραση στη δολιοφθορά. Από την απεργία στη διαδήλωση. Από την άοπλη στην ένοπλη αντίσταση. Με το τραγούδι, το σύνθημα στον τοίχο, την ποίηση και τα έργα τέχνης, με τον τηλεβόα και το πινέλο»23.

Ο ελληνικός Λαός δεν σταμάτησε ποτέ να αναζωογονεί παλιούς και να δοκιμάζει καινούργιους θεσμούς, αλλά και να αναζητά νέες μορφές συλλογικότητας προκειμένου να αντιμετωπίσει την εχθρότητα του κεφαλαίου και να καλύψει την ανεπάρκεια των θεσμών, των δομών και των λειτουργιών του καπιταλιστικού κράτους. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί γνωρίζουν, εξ αιτίας της άγριας εκμετάλλευσης της φτωχής αγροτιάς που ακολούθησε την πτώχευση του ελληνικού κράτους, σημαντική αναγέννηση κατά τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μεγάλη πρόοδο κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.

Παράλληλα, οι κρατικο-ελεγχόμενοι και αποξενωμένοι από την τοπική κοινωνία θεσμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είχαν υποταχθεί απόλυτα στις πελατειακές πολιτικές και στις οικονομικές συμμορίες, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να αναζητούν, έξω από τους επίσημους κρατικούς θεσμούς, τρόπους άμεσης αντιμετώπισης των τοπικών και των επαγγελματικών-κλαδικών προβλημάτων τους, με αποτέλεσμα την εμφάνιση και την εξάπλωση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών Συλλόγων με στόχο την καλλιέργεια πνεύματος συλλογικότητας και την επίλυση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών προβλημάτων. Τέτοιοι γνήσιοι λαϊκοί θεσμοί εμφανίστηκαν μαζικά κατά την περίοδο από το 1900 μέχρι το 1936 και όπως είναι φυσικό σ’ αυτούς συσπειρώθηκαν τα πιο υποψιασμένα, τα πιο ανήσυχα και τα πιο δημιουργικά μυαλά στον κάθε τόπο και στον κάθε επαγγελματικό χώρο, με αποτέλεσμα να κλώθεται στις γραμμές τους το όνειρο για ένα καλύτερο κόσμο.

Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση μπόρεσε, χάρη στους νέους συνεταιρισμούς24, στους νέους Συλλόγους και στα νέα ταξικά Συνδικάτα, να θεριέψει και να συγκρουστεί αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του Άξονα, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Ελληνικό Λαό, αλλά και στην ανθρωπότητα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ήττα τους. Έτσι, «από τους πρώτους κιόλας μήνες της κατοχής, από το καλοκαίρι του 1941, σπέρματα μιας δυαδικής εξουσίας άρχισαν να εμφανίζονται, καθώς οι πρώτες ανταρτοομάδες, στις περισσότερες περιπτώσεις αυθόρμητα, ‘έβγαιναν στο κλαρί’.

Η εξουσία της κυβέρνησης των Κουίσλιγκ άρχισε να περιορίζεται στην Αθήνα (και όχι σε όλη) και στις μεγάλες πόλεις, όπου τα κρατικά όργανα δρούσαν ως συμπληρωματικές δυνάμεις των στρατευμάτων κατοχής. Στα χωριά, ιδίως στα ορεινά, μια νέα εξουσία άρχισε να εμφανίζεται, στηριγμένη στη δύναμη των όπλων των αντάρτικων ομάδων»25. Όλα αυτά δείχνουν πως οι κοινωνικές διεργασίες που συντελούνταν δεν ήταν τυφλές, αλλά είχαν, και ανεξάρτητα από τις μικροδιαφοροποιήσεις, μια κοινή προοπτική, τη Λαϊκή Εξουσία.

Έχει μεγάλη ιστορική και παιδαγωγική σημασία να σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που μας δείχνει πώς η κοινωνική αναγκαιότητα εκφρασμένη αυθόρμητα ως ιδέα ενός ανθρώπου, γίνεται πρωτοβουλία μιας μικρής ομάδας, που αγκαλιάζεται στη συνέχεια από μια ολόκληρη τοπική κοινωνία, για να καταλήξει να είναι στόχος αγώνα ενός ολόκληρου λαού, αλλά και συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για ένα καλύτερο κόσμο.

Το καλοκαίρι 1933 στο Καροπλέσι Ευρυτανίας ρίχνει κάποιος την ιδέα για την ίδρυση πολιτιστικού σωματείου. Την πρόταση ενστερνίζονται πολλοί, και στις 23 Ιουλίου 1933, είκοσιδύο (22) άτομα αποφασίζουν την ίδρυση του πολιτιστικού σωματείου «Φιλοπρόοδος Ένωσις Καροπλεσίου»26 με σκοπό «Να ενώσει κατά τρόπον διαρκή τις γνώσεις και τις ενέργειες των μελών της για την υλική και πνευματική εξύψωση των ίδιων και των άλλων κατοίκων του χωριου τους»27.

Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου εξελίσσεται σε ένα δημιουργικό εργαστήρι τοπικής αυτοδιεύθυνσης, με δράση σε όλα τα επιπεδα, η οποία φτάνει, το καλοκαίρι του 1934, μέχρι την ίδρυση της «Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου28, η οποία σύντομα εξελίχθηκε σε υποδειγματικό ‘Λαϊκό Δικαστήριο’29 που επεβλήθη στη συνείδηση όλων των κατοίκων, που το σέβονταν όλοι οι χωριανοί και είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτό παρά στο δημόσιο Πταισματοδικείο… Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστεί η δικομανία γενικά και να λιγοστεύουν οι μηνύσεις και προς το πλημμελειοδικείο. Παρόμοιες Επιτροπές άρχισαν να λειτουργούν και στα άλλα χωριά της Ευρυτανίας»30 Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου κατάφερε σε πολύ σύντομο διάστημα να εξελιχθεί σε φυτώριο νέων λαϊκών θεσμών σε ολόκληρη την περιοχή, η δραστηριότητα των οποίων αλλάζει σταδιακά τη νοοτροπία όλων των κατοίκων και μαζί της αλλάζει σταδιακά τη ζωή στα χωριά.

Ο ενθουσιασμός όλων των φορέων ξεχύνεται σε όλη την κοινωνία της Ευρυτανίας, σε βαθμό μάλιστα που το 1935 αποφασίζεται από όλους σχεδόν τους τοπικούς, επαγγελματικούς και πολιτιστικούς φορείς της Ευρυτανίας η συνδιοργάνωση «Πανευρυτανικού Συνεδρίου, με σκοπό τη μελέτη της κατάστασης της Ευρυτανίας από όλες τις πλευρές… και την επεξεργασία προγράμματος οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών διεκδικήσεων για την Ευρυτανία, αλλά και για να υποδείξει πρακτικά και αποτελεσματικά μέσα προς επίλυση όλων των προβλημάτων...»31.

Οι επαγγελματίες απονομής δικαιοσύνης και τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας, δυσανασχέτησαν από τη λειτουργία της ΦΕΚ, της ‘Συμβιβαστικής’ και των άλλων φορέων και, φυσικά, με τη βοήθεια των σιδηρών βραχιόνων της φασιστικής δικτατορίας, κατάφεραν να τους καταργήσουν όλους και φυσικά να ματαιώσουν και το Πανευρυτανικό Συνέδριο, στέλνοντας τους φερόμενους ως πρωταγωνιστές στις φυλακές με την κατηγορία του επικίνδυνου κομμουνιστή, αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως οι καλοί πατριώτες είναι οι τοκογλύφοι, οι μεσάζοντες και οι τραμπούκοι του καθεστώτος που λυμαίνονταν τον τόπο και τρομοκρατούσαν τον εργαζόμενο Λαό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η φασιστική Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα και ο φασιστικός άξονας γνωρίζει τις πρώτες ήττες του στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πράγμα που αναγκάζει τη ναζιστική Γερμανία να κηρύξει και αυτή, στις 6 Απριλίου 1941, τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας και να ρίξει σ’ αυτό το μέτωπο δυνάμεις που προορίζονταν για τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα την ανατροπή και καθυστέρηση των πολεμικών σχεδίων του Βερολίνου. Στις 22 Απριλίου 1941 ο αγγλόφιλος βασιλιάς της Ελλάδας Γεώργιος Β΄ με την κυβέρνησή του εγκατέλειψε τη χώρα και την επομένη, 23.04.1941, τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα.

Ο λαός είχε ήδη αρχίσει την αντίστασή του ενάντια στις δυνάμεις κατοχής. Λίγες μόνο μέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 10 Μαϊου 1941, οι κάτοικοι των χωριών Πυθείου και Πετράδων Έβρου ανέτρεψαν τους διορισμένους από το καθεστώς Μεταξά και αποδεκτούς από τους κατακτητές προέδρους κοινοτήτων και εξέλεξαν μέσα από λαϊκές συνελεύσεις νέους προέδρους και νέα κοινοτικά συμβούλια. Με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων γίνεται το ίδιο σε ολόκληρη τη χώρα και κύρια στις ορεινές περιοχές που δεν στρατοπεδεύουν κατοχικά στρατεύματα32.

Στις 30 Μαΐου 1941 οι γερμανοί πανηγυρίζουν την κατάληψη της Κρήτης, αλλά το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας κατεβάζουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη της Αθήνας33, αποδείχνοντας την υπεροχή της αγάπης για την πατρίδα και την ελευθερία απέναντι στην κτηνώδη δύναμη των κατακτητών. Το ηθικό ανεβαίνει και η αντίσταση φουντώνει. Τον Αύγουστο 1941 στο χωριό Κορίτσα συγκαλείται γενική συνέλευση των κατοίκων με πρωτοβουλία του Γεωργούλα Μπέικου και αποφασίζεται η συγκρότηση «Επιτροπής Επίλυσης Προβλημάτων Κορίτσας» στα πρότυπα της Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου34.

Στις 27 Σεπτέμβρη 1941 ιδρύεται, με τη συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και του Αγροτικού Κομματος Ελλάδας, το Εθνικο Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), το οποίο γρήγορα απλώνεται σε όλη τη χώρα καθοδηγώντας τις τοπικές κοινωνίες να αναλάβουν οι ίδιες την αυτοδιοίκησή τους. Στις 2 Φλεβάρη 1942 ιδρύεται το ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), για την απελευθέρωση της Ελλάδας, την υπεράσπιση των κατακτήσεων της αντίστασης και για να ανοίξει ο δρόμος για τη δημοκρατική μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας.

Τον Αύγουστο 1942 μια ομάδα πέντε αγωνιστών του ΕΑΜ από τα χωριά του Δήμου Κτημενίων και Δολόπων της Ευρυτανίας, αποτελούμενη από τον Γεωργούλα Μπέικο, τον Στέφο Θάνο, τον Βασίλη Μανούκα, τον Δημήτρη Τραχανή και τον Κώστα Ράγκο, απογοητευμένοι από την ανικανότητα της παλιάς Κοινοτικής Αρχής και του καταρρεύσαντος κράτους να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του τόπου τους, φορτωμένοι από τις εμπειρίες τόσων προσπαθειών για Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και φλεγόμενοι από το όραμα της αντίστασης για ένα καλύτερο κόσμο, αποφάσισαν να συντάξουν, για λογαριασμό της Επιτροπής ΕΑΜ Ευρυτανίας, ένα Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τον ίδιο τον Λαό στην κατεύθυνση της αυτοδιοίκησής του35.

Αυτός ο Κώδικας τιτλοφορήθηκε «Εντολές για τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη», κατατέθηκε στις 4 Δεκέμβρη 1942 και έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Κώδικας Ποσειδώνα». Ο Κώδικας αποτελείται από οκτώ άρθρα36 με τα οποία θεμελιώνεται η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και η Λαϊκή Δικαιοσύνη με τρόπο που θυμίζει έντονα την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία37.

Ο Κώδικας Ποσειδώνα και η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και Λαϊκή Δικαιοσύνη

«Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, για να γίνουν γεγονότα,
προϋποθέτουν και απαιτούν την άμεση συμμετοχή όλων μας.
Αξιώνουν να τα αντιμετωπίσεις, να πάρεις θέση, να συμμετέχεις
στη διαμόρφωσή τους, να δημιουργείς».
Μανώλης Γλέζος

Η Λαϊκή Συνέλευση

Υπάρχουν κείμενα που είναι τόσο κατανοητά, τόσο ζωντανά στο μυαλό όλων των ανθρώπων του αγώνα της ζωής και τόσο ριζωμένα στην ιστορία των τόπων, που δεν χρειάζονται σχολιασμό και δεν αφήνουν περιθώρια για ιδεολογικές γκρίνιες και μικροκομματική μιζέρια. Η περίπτωση του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’ ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία, στην κατηγορία των μνημείων της λαϊκής σοφίας, γιατί αποτυπώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια το πανάρχαιο αίτημα της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο, για να ανήκει η εξουσία στον Λαό, πρέπει να ασκείται από τον Λαό και αποκλειστικά για τον Λαό.

Ο "Κώδικας Ποσειδώνα" προβλέπει: «Ο ενήλικος Λαός όλου του χωριού συνερχόμενος εις Γενικήν Συνέλευσιν συνιστά την Λαϊκήν Εξουσίαν αυτήν καθ’ εαυτήν εις τον χώρον της κοινοτικής μονάδος του. Η Γενική Συνέλευσις αποτελεί το ανώτερον και Κυρίαρχον Σώμα του Λαού και ούσα εν λειτουργία τον άμεσον, μόνον και αναντικατάτον φορέα και εκφραστήν της εξουσίας του, την οποίαν ενδιαμέσως των Γενικών Συνελεύσεών του ασκεί δι’ αιρετών υπ’ αυτού οργάνων…

Αυτή καθ’ εαυτή η Λαϊκή Εξουσία και Σώμα η Γενική Συνέλευσις κυρίαρχον, αυτεξούσιον και αδέσμευτον όσον αφορά εις τα προβλήματα, θέματα και ενδιαφέροντα του ιδιου της χωρίου, κρίνει και αποφασίζει επ’ αυτών κατ’ ελευθέραν αυτής βούλησιν.

Απόφασιν Γενικής Συνελεύσεως δύναται να ακυρώσει ή τροποποιήσει μόνον η ιδία εις νέαν σύγκλησιν του Σώματος και επ’ ουδενί όργανα αυτής… Εις όλας τας περιπτώσεις Γενικής Συνελεύσεως και εις τον χρόνον και τον τόπον αυτής και μόνον, έχουν δικαίωμα και υποχρέωσιν εξ ίσου να εκθέσουν και αιτιολογήσουν την άποψιν των τυχόν μειοψηφισάντων εκ των μελών των οργάνων και την λήψιν της αποφάσεως επί ενός ή πλειόνων θεμάτων.

Εις την Γενικήν Συνέλευσιν ανήκει αναφαίρετον τον δικαίωμα, συνάμα και η υποχρέωσις, να ενημερωθεί επί της απόψεως της μειοψηφίας. Είναι δε μόνον η Γενική Συνέλευσις το αρμόδιον Σώμα να κρίνει την ορθότητα ή μη καταψηφισθείσης εις όργανον απόψεως…

Αποδοχή υπό Γενικής Συνελεύσεως ορθότητος προτάσεως, η οποία έτυχε μειοψηφίας εις όργανον, συνεπάγεται έλεγχον της πλειοψηφίας του οργάνου τούτου διά κακήν εκτίμησην. Συσσωρεύσεις ομοίων περιστατικών συνιστούν απόδειξιν ανεπαρκείας του οργάνου και η Γενική Συνέλευσις λαμβάνει τα κατά την κρίσιν της μέτρα (Άρθρο 5)».

Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΕΛΑ)

«Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, ως όργανο Λαϊκής Εξουσίας, αποτελεί την Γενικήν Αρχήν της διακυβερνήσεως του χωριού. Εκλέγεται από όλους τους ενήλικες κατοίκους της Κοινότητας ή του χωριού εις Γενικήν Συνέλευσιν συνερχομένων.

Επιλαμβάνεται πάντων των προβλημάτων της Κοινότητας ή του χωριού, αποφασίζει ελευθέρως και δίδει σε αυτά λύσεις κατά την κρίσιν της και ιδία αυτής ευθύνην, έχουσα πάντοτε γνώμονα το συμφέρον του Λαού και του Αγώνος…

Οι αποφάσεις της λαμβάνονται μόνον εν συνεδριάσει αυτής και κατά πλειοψηφίαν… Τελεί υπό τον αδιάλειπτον και άμεσον έλεγχον της Γενικής Συνελεύσεως του χωριού. Λογοδοτεί προς αυτήν καθ’ έκαστον μήνα υποχρεωτικώς…

Υπόκειται εις άμεσον ανάκλησιν εν μέρει ή εν γένει κατά κρίσιν και απόφασιν της Γενικής Συνελεύσεως… Το αξίωμα του μέλους της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης είναι τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν. Αβάσιμος άρνησις, πολύ περισσότερο αποποίησις αναλήψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις λειτουργήματα της Λαϊκής Εξουσίας δέον να θεωρείται αδιανόητος ως και ασύγγνωστος, δεδομένου ότι έρχεται εις αντίθεσιν με την θέλησιν της Γενικής Συνελεύσεως και την τιμήν την οποίαν συνιστά η δοθείσα ψήφος του Λαού (Άρθρο 1)».

Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης εξειδικεύει το έργο της και συγκροτεί Υποεπιτροπές στις οποίες αναθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για συγκεκριμένο έργο, όπως λ. χ. του Επισιτισμού, της Λαϊκής Ασφάλειας, της Εκπαίδευσης και θεμάτων εκκλησίας: «Συγκροτούνται τριμελείς Υποεπιτροπές εκάστης των οποίων τα δύο μέλη εκλέγονται υπο του Λαού εις Γενικήν Συνέλευσιν, ο επικεφαλής της δε, μέλος της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ορίζεται υπό της τελευταίας.Τελούν υπό την Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως και έχουν αποστολήν την επιμέλειαν και θεραπείαν επιμέρους προβλημάτων του χωριού. Επί προβλημάτων της αρμοδιότητός των κρίνουν και αποφασίζουν ελευθέρως, μετά πλήρους πρωτοβουλίας και ακεραίας ευθύνης… Υπέχουν ευθύνην και έναντι της Γενικής Συνελεύσεως και λογοδοτούν εξ ίσου εις αυτήν και υπόκεινται εις άμεσον ανάκλησιν…
Η ανάληψις καθηκόντων και εις τας Υποεπιτροπάς είναι αξίωμα τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 4)»

Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΤΕΛΑ)

Ο Κώδικας Ποσειδών, ενώ είχε οικουμενικό πολιτικό ορίζοντα, εντούτοις οι συντάκτες του, ως ρεαλιστές επαναστάτες, περιόρισαν συνειδητά γεωγραφικά το βεληνεκές του, μέχρι τα σύνορα της Επαρχίας τους, προφανώς για να δοκιμαστούν οι αντοχές και οι αδυναμίες του και να εμπλουτισθεί από τις εμπειρίες της εφαρμογής του. Γι’ αυτό προχώρησαν μέχρι το δεύτερο επίπεδο της Λαϊκής Εξουσίας, την Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης: «Οι Πρόεδροι των Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωριών ενός διαμερίσματος…, συνερχόμενοι εις Σώμα συνιστούν την Τομεακήν Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, η οποία εκλέγει Πρόεδρον έν εκ των μελών της. Αποτελεί ανωτέραν Αρχήν και ασκεί εξουσίαν εις τον χώρον της, όσον αφορά εις ζητήματα και προβλήματα κοινού ενδιαφέροντος για τα χωριά της περιοχής της… Αποσκοπεί επίσης εις την ανταλλαγήν της πείρας εκ της ασκήσεως της Λαϊκής Εξουσίας και την προαγωγήν των θεσμών της. Αποσκοπεί επίσης εις τον συντονισμόν και το ενιαίον της εφαρμογής των ‘Εντολών’. Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης των χωριών του Τομέα της, ουδέν έχει δικαίωμα επεμβάσεως εις αποφάσεις Γενικών Συνελεύσεων ή Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωρίων του τομέως της (Άρθρο 6)».

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το Τοπικό Λαϊκό Δικαστήριο

«Η Δικαιοσύνη καθίσταται Λαϊκή και απονέμεται υπό του Λαού και δι’ αυτόν. Διά την διακονίαν της συνιστώνται πενταμελή Λαϊκά Δικαστήρια, έν κατά Κοινότητα ή και χωριό.
Συγκροτούνται εκ των εκλεγένντων υπό των κατοίκων μελών της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ή εκ του Προέδρου της τελευταίας ως Προέδρου του Λαϊκού Δικαστηρίου και τεσσάρων ετέρων Λαϊκών Δικαστών, οι οποίοι εκλέγονται επίσης υπό των κατοίκων εις Γενικήν Συνέλευσιν.

Το Λαϊκόν Δικαστήριον, ελεύθερον και έναντι πάσης παρεμβάσεως, ανεξάρτητον εις την διαμόρφωσιν της δικαστικής του κρίσεως, τελεί εν τούτοις υπό την συνεχή εγρήγορσιν της Κοινής Γνώμης του χωριού και υπό τον άμεσον έλεγχον και εποπτείαν της Γενικής Συνελεύσεως εις ό,τι αφορά εις την καλήν και δέουσαν διαδικασίαν και την λαϊκήν δικαιοδοσίαν του και μόνον.

Η Γενική Συνέλευσις, ενώ δεν δύναται, μετατρέπουσα εαυτήν εις δευτεροβάθμιον Δικαστήριον, να ακυρώσει ή τροποποιήσει ή θίξει εν γένει αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου, διατηρεί, όμως, εις το ακέραιον ως Λαϊκή Εξουσία αυτή καθ’ εαυτή,το δικαίωμα να ανακαλέσει τούτο αμέσως και να το αντικαταστήσει δι’ εκλογής, εν τω συνόλω ή εν μέρει, ιδιαιτέρως δε εάν ήθελεν διαπιστωθεί ασυμβίβαστον της κρίσεώς του προς το περί δικαιοσύνης κοινόν αίσθημα.

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη απονέμεται απολύτως δωρεάν και πάσα έννοια δικαστικών εξόδων και τελών καταργείται... Το Λαϊκόν Δικαστήριον είναι αδέσμευτο έναντι του παλαιού Νόμου, ο οποίος θεωρείται μη έχων πλέον ισχύν ως καταργηθείς συνακολουθών την κατάλυσιν του παλαιού κράτους. Το Λαϊκόν Δικαστήριον τον αγνοεί και κρίνει ελευθέρως και επί της ουσίας της υποθέσεως και δικάζει κατά συνείδησιν των Λαϊκών Δικαστών… Το Λαϊκόν Δικαστήριον συνεδριάζει δημόσια… τας Κυριακάς και εφ’ όσον υπάρχουν υποθέσεις προς εκδίκασιν…
Η επίτευξις συμβιβασμού συνιστά την βασικήν αποστολήν του Λαϊκού Δικαστηρίου… Το Λαϊκόν Δικαστήριον… δύναται κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν να κλητεύσει και εξετάσει ως μάρτυρα τον οιονδήποτε κάτοικον του χωριού πέραν των υπό των αντιδίκων προταθέντων. Δύναται δε και αμέσως εκ του ακροατηρίου να καλέσει μάρτυρα... Μετά το πέρας της εξετάσεως των κλητευθέντων μαρτύρων, ο Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου υποχρεούται, απευθυνόμενος εις το ακροατήριον, να ζητήσει την προσέλευσιν του οιουδήποτε επιθυμούντος να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου και μόνον υπέρ αυτού…

Ο τελευταίος λόγος ανήκει εις τον κατηγορούμενον… και μετ’ αυτού ουδείς άλλος δύναται να προσθέσει τι… Οι αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου εφεσιβάλλονται κατ’ επιθυμίαν ενός εκ των αντιδίκων ενώπιον του Τομεακού Λαϊκού Δικαστηρίου… Παράστασις εις το Λαϊκόν Δικαστήριον και το Τομεακόν τοιούτον, ή διαμεσολάβησις δικηγόρων και δικολάβων ουδεμίαν έννοιαν και χρησιμότητα έχει και δεν επιτρέπεται…

Το λειτούργημα του Λαϊκού Δικαστή είναι επίσης τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 2)».