«Προσωπικό του στοίχημα» δήλωσε πρόσφατα πως θεωρεί την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια ο Αλέξης Τσίπρας. Σε αρκετούς μπορεί να μοιάζει ως μια από τις γνωστές «δεσμεύσεις» του πρωθυπουργού. Κι είναι λογικό να είναι κάποιος ιδιαιτέρως επιφυλακτικός, από τη στιγμή που το νέο επικείμενο πακέτο, το οποία θα έρθει προς ψήφιση για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, αναμένεται να διευρύνει ακόμη περισσότερο τις οδυνηρές συνέπειες της μακρόχρονης λιτότητας.

Από την άλλη, δεν είναι απίθανο να βρεθεί η χώρα τον Αύγουστο του 2018 σε τεχνικό επίπεδο, για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια, εκτός μνημονίων. Μόνο που, με τα σημερινά δεδομένα, μια τέτοια εξέλιξη μόνο success story (όπως δεδομένα θα επιχειρήσει να την παρουσιάσει το κυβερνητικό επιτελείο) δεν μπορεί να θεωρηθεί. Σε πρώτη ανάγνωση, γιατί, όπως αναφέρθηκε, ακόμη κι  οι πιο σκληρές μνημονιακές δεσμεύσεις, που έχουν οδηγήσει σε αλλεπάλληλα κοινωνικά αδιέξοδα, θα παραμείνουν εν ενεργεία, έχοντας μάλιστα δημιουργήσει τετελεσμένα ως νόμοι του κράτους. Και είναι προφανές πως τα όποια λεγόμενα αντίμετρα επικαλείται το Μέγαρο Μαξίμου στην πραγματικότητα δεν κάνουν ούτε για «παρηγοριά στον άρρωστο». Υπάρχει όμως κάτι ακόμη, ενδεχομένως πολύ χειρότερο. 

Είναι κοινή πεποίθηση πια πως οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Τσίπρα δεν έχουν απλώς οδηγήσει στην απαξίωσή της, αλλά επίσης στρώνουν κατ’ ουσία το χαλί για τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν κρύβεται τόσο σε μια ενδεχόμενη ευρεία νίκη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όσο στην κατεύθυνση των «μεταρρυθμίσεων», τις οποίες δείχνει να έχει έτοιμες προς εφαρμογή.

Για να μη μιλάμε όμως εν κενώ επί του ζητήματος, καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά στις προτάσεις που παραθέτει ο άτυπος σύμβουλος του Κυριάκου Μητσοτάκη και μέλος αξιολόγησης νέων στελεχών της ΝΔ, καθηγητής Θεόδωρος Πελαγίδης, μέσα από το βιβλίο του «Μέση Γη». Ο κύριος Πελαγίδης, λοιπόν, επιλέγει κατ’ αρχάς να ακολουθήσει την πεπατημένη της μείωσης του αφορολόγητου (στα 5.000 ευρώ) καθώς και του δραστικού περιορισμού των δικαιούμενων φοροαπαλλαγών αλλά και των επιστροφών φόρου. Ακόμη πιο «ρηξικέλευθη» δείχνει να είναι η προσέγγισή του στο πεδίο των εργασιακών: προτείνει την καθιέρωση προγραμμάτων εργασιακής εμπειρίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με «ειδικό κατώτατο μισθό» (εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος του), ενώ παράλληλα υποστηρίζει τη διακοπή παροχής του επιδόματος ανεργίας στην περίπτωση άρνησης θέσης εργασίας.

Εξίσου «τολμηρός» παρουσιάζεται και στον τομέα του κοινωνικού κράτους: πιο συγκεκριμένα, προτείνει τη μεταβίβαση της διαχείρισης των σχολείων στην αρμοδιότητα των δήμων, ενώ το κόστος τους θα επωμίζονται οι ίδιοι οι πολίτες μέσω της επιβολής επιπλέον δημοτικών τελών στους λογαριασμούς ύδρευσης και ρεύματος. Επιπλέον, υποστηρίζει την επιβολή χρέωσης ύψους 100 ευρώ για την εγγραφή στα δημόσια Πανεπιστήμια, ενώ θεωρεί επιβεβλημένη την καθιέρωση διδάκτρων στην περίπτωση που κάποιο ΑΕΙ αποφασίσει να δεχτεί μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών. Ιδιαιτέρως «ευρηματική» είναι τέλος κι εκείνη η πρόταση, που προβλέπει την επιβολή προστίμου σε όποιον καλεί νοσοκομειακό του ΕΚΑΒ χωρίς να συντρέχει πραγματικά σοβαρός λόγος.

Προφανώς, κανείς δεν ξέρει εάν και υπό ποια μορφή θα εφαρμοστούν τέτοιου είδους προτάσεις. Είναι όμως σαφές πια πως, μετά την διευθέτηση και των τελευταίων «εκκρεμοτήτων» της μνημονιακής περιόδου, ο σχεδιασμός για τη διαχείριση της μεταμνημονιακής Ελλάδας έχει ξεκινήσει. Και με βάση τα δεδομένα που βλέπουμε να διαμορφώνονται σε πολιτικό κι οικονομικό επίπεδο, δεν προβλέπεται ότι θα είναι πολύ καλύτερη από την προηγούμενη.