Είναι πλέον όχι μόνον ορατό αλλά και τεκμηριωμένο ότι, σε όλη την Ευρώπη η οικονομική ύφεση ανοίγει δυσανάλογα το χάσμα της ανισότητας σε βάρος των γυναικών. Ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι γυναίκες, όπως και τα πιο ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας, υποφέρουν περισσότερο.

Προς το παρόν, οι Ελληνίδες εξακολουθούν να υπερτερούν στην ανεργία με ποσοστό 29,2% έναντι 22,6% των ανδρών. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, οι γυναίκες της Ευρώπης αποτελούν μόνο το 38% των εργαζομένων με πλήρες ωράριο εργασίας. Αντίστροφα, ο γυναικείος πληθυσμός που εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης αποτελεί το 76%. Ακόμη και στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία και Λουξεμβούργο), οι γυναίκες σήμερα φθάνουν να ξεπερνούν το 80% των εργαζομένων μερικής απασχόλησης.

Φαίνεται πως η προσωρινότητα των επαγγελματικών επιλογών των γυναικών και η επισφάλεια των όποιων θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με ανεπαρκείς δομές στήριξης της οικογένειας έχουν δημιουργήσει μια ολισθηρή κατηφόρα. Αυτό που μας δείχνουν οι έρευνες είναι ότι όταν οι συγκυρίες πιέζουν, η κοινωνία τείνει να υιοθετεί «παραδοσιακές» προσεγγίσεις προϋποθέτοντας ότι είναι και οι πιο «ασφαλείς» για όλους. Και τι πιο «ασφαλές» από να στείλουμε την άνεργη γυναίκα πίσω στο σπίτι! Σωστά; Λάθος!

Γιατί έτσι ψαλιδίζεται ακόμη περισσότερο η απασχολησιμότητα του μισού εργατικού δυναμικού και ενώ το χάσμα δεξιοτήτων σε κρίσιμα και πολλά υποσχόμενα πεδία απασχόλησης διευρύνεται συνεχώς. Ακόμη και στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, το 20% των επιχειρήσεων που αναζήτησαν ανθρώπινο δυναμικό για να στελεχώσουν θέσεις σε αντικείμενα νέων τεχνολογιών, δεν μπόρεσε να καλυφθεί λόγω έλλειψης προσφοράς κατάλληλων ειδικοτήτων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, πολύ σύντομα θα απαιτούνται ψηφιακές δεξιότητες για το 90% των επαγγελμάτων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πεδία της οικονομίας που έχουν καλές επαγγελματικές προοπτικές αφορούν παραδοσιακά ανδροκρατούμενους κλάδους, όπως είναι οι τεχνο-επιστήμες, η μηχανική, οι κλάδοι των μαθηματικών, τα αντικείμενα νέων τεχνολογιών. Σήμερα, μόνον το 1/6 των μηχανικών της Ευρώπης είναι γυναίκες, ενώ από τις 1000 γυναίκες πτυχιούχους στην Ευρώπη, μόνον οι 4 τελικά θα απασχοληθούν στον τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών.
Αν οι πολιτικές ισότητας κάνουν στροφή σε μια επένδυση γνώσης και δεξιοτήτων σε αυτά ακριβώς τα παραγωγικά πεδία, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη, ίσως μοναδική ευκαιρία να βελτιώσουμε τη θέση των γυναικών και παράλληλα να δημιουργήσουμε συνθήκες για μια οικονομική αναγέννηση της χώρας.

Όμως το μεγάλο κεφάλαιο «Γυναίκα και Ανάπτυξη», συνεχίζει για την Ευρώπη να υφίσταται ως δύο διακριτοί πολιτικοί κόσμοι, με τους δικούς τους θεσμούς, ιστορία, ατζέντες, success stories, στοχοθεσία και πολιτικές πρακτικές. Αυτές οι δύο διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις άλλοτε συναντώνται ευκαιριακά, π.χ. μέσα από τις προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε. το α΄ εξάμηνο του 2014 και άλλοτε οι ρότες τους αποκλίνουν σημαντικά.

Προς το παρόν, όμως, ολόκληρη η Ευρώπη πληρώνει ακριβά την αδυναμία να αντιληφθούμε την ισότητα ευκαιριών με βάση το φύλο, ως προϋπόθεση μιας διαφορετικής ανάπτυξης, δυναμικής, ανθρωπιστικής, οικολογικής και πάνω απ’όλα λειτουργικής. Αν οι γυναίκες απασχολούνταν στον τομέα των ΤΠΕ εξίσου με τους άνδρες, το Ευρωπαϊκό ΑΕΠ θα αυξανόταν ετησίως κατά 9 δις ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 1,3 φορές το ΑΕΠ μίας χώρας όπως η Μάλτα.

Όμως, δεν είναι καιρός για σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού. Τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα για να ενθαρρύνουμε τις γυναίκες να αποκτήσουν σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες; Κατ’αρχάς, θα πρέπει να πείσουμε το γυναικείο κοινό ότι οι θετικές επιστήμες, οι νέες τεχνολογίες και οι λεγόμενοι παραγωγικοί κλάδοι της οικονομίας δεν «ανήκουν» στους εκπροσώπους του αρσενικού γένους. Για να έχουμε κάποιες ελπίδες μεταστροφής, το κοινό μας δεν πρέπει να είναι οι γυναίκες, αλλά τα κορίτσια από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Θα πρέπει όμως και οι ίδιες οι γυναίκες να δουν το μέλλον τους με διάθεση πρωτοτυπίας, να στραφούν σε νέες επιστήμες και υβριδικά επαγγέλματα, αλλά και σε επιχειρηματικά πεδία που μετεξελίσσουν κλάδους με παραδοσιακό γυναικείο προβάδισμα, όπως η παραδοσιακή διατροφή, η φιλοξενία, ο αγρο-τουρισμός, ο πολιτισμός, το ευ ζην και οι πιθανοί συνδυασμοί τους. Τα νέα ψηφιακά εργαλεία, οι νέες τεχνολογίες και το διαδικτυακό μάρκετινγκ μπορούν να κάνουν «θαύματα» στο νέο, γυναικείο επιχειρείν και να δημιουργήσουν προϋπόθεσεις συμφιλίωσης οικογένειας –που παραμένει σταθερή αξία στη χώρα μας- και εργασίας.

Κατακλείδα κάθε δημιουργικής παρέμβασης θα πρέπει να είναι η αλλαγή της νοοτροπίας και στα δύο φύλα. Θα πρέπει οι χώροι της έρευνας, της τεχνολογίας, των θετικών επιστημών και εν γένει της οικονομίας να γίνουν πιο «φιλικοί» απέναντι στο γυναικείο φύλο. Η μητρότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν «εμπόδιο» στην παραγωγικότητα ή στη σταδιοδρομία. Οι οικογενειακές ευθύνες και οι ευθύνες φροντίδας θα πρέπει να μοιραστούν και στα δύο φύλα, με τη συνδρομή των ειδικών δομών που δημιουργεί το κράτος, αλλά και με την στήριξη του εργοδότη.

Το στοίχημα είναι όλοι μαζί, πολίτες, πολιτικοί, διαμορφωτές κοινής γνώμης, παράγοντες προόδου και καινοτομίας, να υπερβούμε την εγγενή αδυναμία της ανθρώπινης φαντασίας να μπορέσει να συλλάβει το μη-ον, εκείνη την εναλλακτική πραγματικότητα, αδημιούργητη ακόμη, που θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος της κοινωνίας. Οι ακραίες αντιφάσεις των σύγχρονων κοινωνιών μας υποδεικνύουν ότι ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης πρέπει να υπάρξει.

Και αφού πρέπει, είναι και εφικτό.