Ο  ανθρωπολογικός τύπος της μετάβασης που σκιαγραφούμε θα καθορισθεί όχι μόνο στα πλαίσια της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινωνικής οικονομίας. Θα συνδιαμορφωθεί και από την αντίστοιχη μορφή που θα πάρει η εκπαίδευση της νέας γενιάς. Το πρόβλημα για την εκπαίδευση στην κοινωνία της μετάβασης είναι και θα παραμένει καθαρά πολιτικό. Θα κριθεί, όπως και οι άλλοι θεσμοί, απ ' την πολιτική πάλη που θα διεξάγεται όλη την περίοδο μετάβασης.

Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση  της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό κοινωνικοποίησης-τοπικοποίησης της οικονομίας της μετάβασης. Με το βαθμό εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των πολιτών. Με το βαθμό ανάπτυξης της αυτοοργάνωσης, της αυτοδιαχείρησης και της αυτοδιακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα. Με το βαθμό ανάπτυξης και διαμόρφωσης του απαιτούμενου για όλα αυτά νέου ανθρωπολογικού τύπου.

Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τώρα, μπορεί να τα κάνει ένα κίνημα χειραφετητικής εκπαίδευσης από εκπαιδευτικούς-μαθητές-φοιτητές, που θα συνδεθούν με τα ήδη υπάρχοντα εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με τις ήδη υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές κοινότητες-συλλογικότητες, δρώντα κοινωνικά-οικολογικά δίκτυα, συνελεύσεις κ.λπ., ώστε να αποτελούν αυτά ήδη μέρος του «πεδίου» εκπαίδευσης. Που θα μετατρέπουν σιγά-σιγά το υπάρχον σχολείο σε χώρο άσκησης στην αυτοδιαχείρηση και τον αυτοκαθορισμό με την σχολική κοινότητα( μαθητές, καθηγητές-δάσκαλοι, γονείς) να αποφασίζει για τα σημαντικά της σχολικής ζωής. Το ίδιο και με την πανεπιστημιακή κοινότητα για την πανεπιστημιακή ζωή και τις σπουδές.
 
α) Η παραγωγή της γνώσης

Σήμερα –αλλά και παλιότερα-η γνώση έχει αναδειχθεί σε μέσο εξουσίας και επιβολής από αυτούς που τη κατέχουν. Όπως έχει αναφερθεί και στο προηγούμενο κεφάλαιο, η νέα παραγόμενη γνώση και καινοτομία προέρχεται από μια κοινωνικοποιημένη διαδικασία. Στηρίζεται σε προηγούμενη γνώση και παλιότερες καινοτομίες, που έχουν μεταδοθεί από χιλιάδες πρώην επώνυμους και ανώνυμους εργάτες της γνώσης των νυν και προηγούμενων κοινωνιών.

Πάντα ο κάθε επιστήμονας βασιζόταν και συνέχιζε τα επιτεύγματα των προηγουμένων. Αλλά η συλλογική αυτή διάσταση της επιστήμης δεν ήταν αποτέλεσμα συνειδητής και ταυτόχρονης συνεργασίας των επιστημόνων. Ήταν συνήθως αποτέλεσμα τυχαίας μετάδοσης της γνώσης στο χρόνο και το χώρο. Άρα η νέα γνώση είναι στην ουσία κοινωνικό προϊόν και ανήκει στην κοινότητα. Δε μπορεί να μετατρέπεται σε ιδιωτικό προϊόν. Δε μπορεί μέσω των νόμων της «πνευματικής ιδιοκτησίας» και των «πατεντών» να παίρνει τη μορφή «ιδιωτικού εμπορεύματος». Και όμως αυτό συμβαίνει βασικά σήμερα. Ακόμα και οι επιστήμονες στα κρατικά πανεπιστήμια και εργαστήρια-και όχι μόνο στα ιδιωτικά ή εταιρικά τέτοια-όταν ανακαλύπτουν κάτι νέο που έχει οικονομικό ενδιαφέρον, είτε συστήνουν οι ίδιοι μια ιδιωτική εταιρεία για την εκμετάλλευση της πατέντας, είτε συνήθως την πωλούν σε ενδιαφερόμενες εταιρείες. Έτσι η κοινωνικά παραγόμενη γνώση μετατρέπεται σε ιδιωτικό προϊόν προς εμπορευματοποίηση. Γίνεται προϊόν για πλουτισμό και απόκτηση οικονομικής και στη συνέχεια πολιτικής δύναμης και εξουσίας πάνω στην κοινωνία, για την υπηρέτηση της οποίας υποτίθεται ότι παράχθηκε.

Αλλά αφού τα «συστατικά» του καινούργιου προϊόντος έχουν κοινωνική προέλευση, αυτό που προσθέτουν οι δημιουργοί-κάτοχοι της νέας καινοτομίας είναι ίσως ένα νέο «συστατικό» και μια «νέα συσκευασία» στο προϊόν. Για τη προσθετική τους αυτή εργασία είναι σωστό και δίκαιο να αμείβονται από την κοινωνία με ένα αναγκαίο για την ευζωία τους εισόδημα. Όχι όμως να σφετερίζονται το προϊόν και να πλουτίζουν εις βάρος της κοινωνίας, καθώς και να της επιβάλλονται σαν «ειδικοί» και «επαΐοντες».

Καθώς τελευταία η γνώση έγινε σημαντικός παράγοντας του καπιταλισμού, ένα δρακόντειο καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων γιγαντώθηκε δραματικά. 

Ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός όμως έχει περάσει στη φάση (1980-και μετά) που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος και του κοινωνικού τρόπου παραγωγής εντός του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού(«δικτυακή κοινωνία», «κοινωνία της πληροφορίας», «πληροφοριακός καπιταλισμός» είναι μερικοί όροι που του έχουν αποδοθεί) . Το «πληροφοριακό τεχνολογικό υπόδειγμα» όμως φέρνει μαζί του και κάτι νέοΔίνει έμφαση στην άτυπη δικτύωση και στην ευελιξία. Χαρακτηρίζεται από το ότι η τεχνολογία επενεργεί στις πληροφορίες και οι πληροφορίες επενεργούν στην τεχνολογία.

Επίσης από την ενσωμάτωση διάφορων τεχνολογιών όπως η μικροηλεκτρονική, οι τηλεπικοινωνίες, η οπτικοηλεκτρονική και οι υπολογιστές σε ένα μεγαλύτερο σύστημα. Οι ίδιοι οι εργάτες της γνώσης είναι σημαντικό στοιχείο ή το πιο σημαντικό στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος.

«Η κεντρική φύση των πληροφοριών/γνώσεων και η δομή του δικτύου αντικρούουν εγγενώς τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η λογική του δικτύου απαιτεί ότι η γνώση που παράγεται σε κάθε κόμβο ενός παγκόσμια ολοκληρωμένου δικτύου θα πρέπει να ρέει ελεύθερα και οριζόντια προς όλες τις κατευθύνσεις σε όλους τους άλλους κόμβους. Η γνώση είναι μη ανταγωνιστικό αγαθό και μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς επιπλέον κόστος. Είναι επίσης καθολική, καθώς το ίδιο αντικείμενο της γνώσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα από όλους σε αυτόν τον πλανήτη»[1].  Έτσι σήμερα φαίνεται πάλι καθαρά ότι η γνώση είναι κοινωνικά παραγόμενο αγαθό. Μπορεί ο «ομότιμος» τρόπος παραγωγής της να μην είναι ακόμα κυρίαρχος, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μπορεί να γίνει κυρίαρχος κατά τη περίοδο μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία.
 
β) Παιδεία και εκπαίδευση

H παιδεία και η εκπαίδευση κατά τη περίοδο μετάβασης στην τοπικοποιημένη κοινωνία της αποανάπτυξης, από μέσο διατήρησης και αναπαραγωγής της εξουσίας της προνομιούχας τάξης που είναι σήμερα, θα πρέπει να γίνει μέσο ισοκατανομής της εξουσίας και μέσο προώθησης των νέων αξιών. Ένα μέσο διεύρυνσης της συλλογικής και ατομικής συνείδησης και εξέλιξης, προς όφελος της κοινότητας, αλλά και του ατόμου. Ένα μέσο δημιουργίας του νέου ανθρωπολογικού τύπου στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Η μορφή που θα παίρνει κάθε φορά θα αποφασίζεται από τις μελλοντικές δημοτικές συνελεύσεις των πολιτών και θα προωθείται από το αντίστοιχο συμβούλιο εκπαίδευσης. Γενικά πάντως θα πρέπει να παρέχεται στους πολίτες δια βίου και δωρεάν. Θα έχει σα στόχο να κατανοήσουν το κόσμο από τη μια και από την άλλη να αποκτήσουν τα γνωστικά εργαλεία για να φέρνουν σε πέρας κάθε δραστηριότητα που θα επιλέγουν, ώστε να συνεισφέρουν στις συλλογικές προσπάθειες της κοινότητάς τους για την κάλυψη των βασικών της αναγκών. Θα πρέπει να δίνει εξίσου βάρος στην επιστήμη και στην αισθητική αντίληψη-ευαισθησία. Πιο συγκεκριμένα η εκπαίδευση, ιδιαίτερα της νέας γενιάς, θα : 

1. προάγει τις αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της ποικιλομορφίας, της αυτοδιαχείρισης, της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας
2. ενθαρρύνει τους εκπαιδευόμενους να ανακαλύπτουν, να εξερευνούν και να ικανοποιούν τις δυνατότητες και προοπτικές τους, να σκέφτονται ολιστικά(αναλυτικά-συνθετικά), να επιχειρηματολογούν και να αξιολογούν με κριτήριο την πράξη, να συνεργάζονται σε συλλογικές εργασίες, να μαθαίνουν από τους ήδη έμπειρους σε ένα θέμα, να μη διαχωρίζουν την διανοητική και χειρωνακτική εργασία κ.λ.π. Με αυτή την έννοια θα βοηθά και στη δημιουργία του απαιτούμενου και επιθυμητού ανθρωπολογικού τύπου.
3. δημιουργεί νέους εκπαιδευτικούς θεσμούς κατά βάση αυτοδιαχειριζόμενους. Οι σπουδαστές μαζί με τους εκπαιδευτές-διδάσκοντες, σε συνελεύσεις αποφασίζουν ισότιμα το πρόγραμμα σπουδών, τους χώρους και τη μορφή της εκπαίδευσης. Επικρατούν μη ιεραρχικές σχέσεις, όπου οι σπουδαστές μαθαίνουν από τους διδάσκοντες και αντίστροφα. Οι διδάσκοντες δεν θα είναι μόνο «διδάσκαλοι», αλλά θα ασκούν ένα σύνολο δραστηριοτήτων και πρακτικών. Το κύρος κάποιου επιβεβαιώνεται από τη γνώση-πείρα που θα έχει για μια δραστηριότητα ή ένα θέμα και όχι από κάποιο δίπλωμα. Ο κάθε θεσμός θα στηρίζεται βασικά στην αυτοπειθαρχία και αυτοαξιολόγηση. Κρίσιμο σημείο θα είναι το αν οι θεσμοί αυτοί θα πάρουν τη μορφή του σημερινού μαζικού σχολείου ή θα υπάρξει «αποσχολειοποίηση» με τη μορφή «εκπαιδευτικών ομάδων» («πρωτοβάθμιων» για το υποχρεωτικό στάδιο, «δευτεροβάθμιων» για ημιειδικευμένη εκπαίδευση και «τριτοβάθμιων» για εξειδικευμένη γνώση). 

Η μετάβαση προς αυτή την παιδεία θα μπορούσε να ξεκινήσει από τώρα, αν υπήρχε ένα κίνημα χειραφετικής εκπαίδευσης, που σταδιακά θα ενέπλεκε σημαντικό αριθμό ανθρώπων και θα απαιτούσε μετατόπιση της πολιτικής από τη κεντρική σκηνή προς τη νέα πολιτική, καθώς θα δημιουργούσε ταυτόχρονα και τα στοιχεία του νέου αξιακού συστήματος και των αντίστοιχων θεσμών. Όλη αυτή η εξέλιξη θα γινόταν σε μια περίοδο έντασης με το κεντρικό κράτος, ώσπου σε κάποιο στάδιο θα οδηγούσε στην αντικατάστασή του.
Το πόση εκπαίδευση και για πόσο χρόνο θα παρέχεται σε σχέση με την ηλικία καθώς και πως θα συνδυάζεται με την επιθυμητή ολοκλήρωση του ενήλικα πολίτη, θα είναι επιλογή του κατάλληλου κοινωνικού θεσμού π.χ. του συμβουλίου εκπαίδευσης.
 
γ) Η εκπαίδευση στα πλαίσια της μετάβασης.

Ο στρατηγικός απώτερος στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και η ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία, σε ισορροπία με τη φύση, κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών-δημιουργών.

Μία παρένθεση εδώ είναι απαραίτητη για την έννοια του άμεσου παραγωγού-δημιουργού: κατ' αρχήν άμεσοι παραγωγοί-δημιουργοί δε θεωρούνται μόνο οι εργάτες στο εργοστάσιο ή οι αγρότες στο αγρόκτημα, αλλά και αυτοί που παράγουν και δημιουργούν σ' άλλα πεδία της παραγωγής,  Όπως π.χ. της γνώσης(ινστιτούτα, εργαστήρια, πανεπιστημιακά και άλλα ιδρύματα, πληροφοριακές κοινότητες όπως η Βικιπαίδεια ή ελεύθερου λογισμικού κ.λπ.), της κουλτούρας και τέχνης (λογοτέχνες, ζωγράφοι κ λ π .)  ή των μέσων επικοινωνίας (κινηματογραφιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι κ λ π ).

 Έπειτα το πιο σημαντικό: Οι άμεσοι αυτοί παραγωγοί θα έχουν μία ειδίκευση, θα είναι δηλαδή φορείς μιας εξειδικευμένης γνώσης για να μπορεί να στηρίζεται ένας κοινωνικά αναγκαίος τεχνικός καταμερισμός της εργασίας. Όμως δε θα είναι υποταγμένοι στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Με την έννοια ότι όλη η πορεία της ζωής τους δε θα είναι υποταγμένη σε επί μέρους ειδικευμένες λειτουργίες, ώστε να παρουσιάζονται περισσότερο σαν εργάτες, πωλητές, δάσκαλοι, μηχανικοί, πολιτικοί, δικηγόροι κ.λπ.(«ηλίθιοι ειδικευμένοι»). Θα είναι κοινωνικά ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Ενάντια στη θρυμματισμένη προσωπικότητα του σημερινού ανθρώπου -παραγωγού, θα υπάρχει ο ολόπλευρα αναπτυγμένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος-το «πρόσωπο»- θεμελιωμένος στην ενότητα των συνθηκών ζωής και εργασίας. Που θα μπορεί να προσανατολίζεται, να κριτικάρει, και ν' αλλάζει το σύστημα παραγωγής προς όφελός του, όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και της κουλτούρας, της ιδεολογίας και των κοινωνικών ή πολιτικών σχέσεων.

Που δε θα υποτάσσεται σε έξω απ ' αυτόν εξαναγκασμούς, γιατί η υποτακτική συμπεριφορά είναι πάντα αποτέλεσμα της κοινωνικής και πολιτικής αδυναμίας. Που θα μπορεί να λύνει τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα σύμφωνα με την ατομική του κλίση και τις ανάγκες της κοινωνίας.

Μιας κοινωνίας όπου η ειδίκευση δε θα συνεπάγεται κοινωνική διαφοροποίηση των φορέων της, με την έννοια ότι θα υπάρχουν ανάλογα υλικά και κοινωνικά προνόμια, αλλά η ίδια η εργασία σιγά - σιγά από «μέσο ζωής» θα γίνεται κύρια έκφραση και ανάγκη του ατόμου.

Οι άμεσοι λοιπόν αυτοί παραγωγοί-δημιουργοί, όντας σε θέση να ελέγχουν τις συνθήκες της ζωής τους, θα μπορούν να ελέγχουν και την εκπαίδευση, η οποία θα είναι η ίδια ένα μέρος της ζωής τους.
Αυτή η κοινωνικοποίηση της παιδείας και γενικά της μάθησης θα πετύχει  σε μια κοινωνία συνειδητή[2] σε τέτοιο βαθμό που θα είναι πραγματικά ικανή για παιδεία χωρίς να στηρίζεται στη διαμεσολάβηση του «ειδικού» δασκάλου - καθηγητή - εκπαιδευτή.  Αυτό σημαίνει ότι οι αντιθέσεις σ' αυτή την κοινωνία δε θα είναι ταξικές - ανταγωνιστικές με τη σημερινή έννοια.

Θα είναι μια κοινωνία αταξική, αυτοδιευθυνόμενη σ' όλα τα επίπεδα, που η οργάνωση της θα στηρίζεται στην κοινότητα με άμεση δημοκρατία και αυτοδιαχείριση.
Γιώργος Κολέμπας http://www.topikopoiisi.eu/
Γιάννης Μπίλλας http://apokoinou.com/
 
[1] Από άρθρο"Ομότιμη παραγωγή": μορφή κοινωνικής συνεργατικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο πεδίο της γνώσηςτου Jakob Rigi, που είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης, στη Βουδαπέστη
[2] Μπορεί να κατηγορηθούμε ότι η πρότασή μας είναι πολύ ουτοπική-οραματική, αλλά και ως εκπαιδευτικοί που είμαστε δε θα μπορούσαμε να αποφύγουμε την πρόκληση να σκιαγραφήσουμε μια δυνατότητα για την εκπαίδευση της κοινωνίας της μετάβασης. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι μια κοινωνία , από τη στιγμή που θα αποφασίσει να μπει σε περίοδο μετάβασης θα εφεύρει τέτοιους κοινωνικούς θεσμούς, που από σήμερα ούτε μπορούμε να φαντασθούμε.