Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις στη Γερμανία για τον σχηματισμό κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού. Αυτή τη φορά φαίνεται ότι οι Σοσιαλδημοκράτες πιέζουν με μεγαλύτερη ένταση, προκειμένου η συμφωνία να περιλαμβάνει ορισμένες από τις βασικές προτάσεις τους.

Στον προηγούμενο μεγάλο συνασπισμό μπήκαν χωρίς σαφές σχέδιο και το πλήρωσαν ακριβά στις κάλπες. Πίστεψαν αφελώς ότι αυτοί θα έδιναν τον τόνο και στη Γερμανία και στην Ευρώπη. Απέτυχαν και στα δύο μέτωπα.

Στην Ευρώπη έγιναν το παρακολούθημα του Σόιμπλε, δεν αντιστάθηκαν σε καμία από τις επιλογές του - αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις πλειοδότησαν - απογοητεύοντας τους οπαδούς των μεταρρυθμίσεων, ενώ στη Γερμανία ακόμη και τις δικές τους φιλολαϊκές και προοδευτικές πολιτικές τις πιστώθηκε η Μέρκελ. Διεκδικούν επίσης και το υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή το υπουργείο που κάνει κουμάντο στην ευρωζώνη. Πολύ φιλόδοξος στόχος.

Οι συσχετισμοί δεν τους ευνοούν. Δεν είναι οι νικητές των εκλογών. Είναι χρήσιμοι και απαραίτητοι για να λυθεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Γερμανία, ωστόσο οι Χριστιανοδημοκράτες δεν είναι ηλίθιοι.

Γιατί να δώσουν στο SPD το κλειδί του υπουργείου που διοικεί την Ευρώπη; Επιπλέον, η ηγετική ομάδα της Χριστιανοδημοκρατίας και οι οικονομικές ελίτ της χώρας δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τις ιδέες για ουσιαστικές αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της Ε.Ε.

Αντέδρασαν με έντονο σκεπτικισμό στις απόψεις Μακρόν. Κάποιες τις απέρριψαν χωρίς δεύτερη κουβέντα, κάποιες τις γείωσαν παραπέμποντας τη συζήτηση για αργότερα, όταν θα έχουν ωριμάσει οι συνθήκες και κάποιες τις αφυδάτωσαν, καθιστώντας τες τελείως τεχνοκρατικές, άρα ακίνδυνες για τα συμφέροντά τους. Προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο κάνοντας καθυστερήσεις.

Φαίνεται, πάντως, πως η Ευρώπη θα είναι το μεγάλο διακύβευμα. Από πολλές πλευρές (όχι πια μόνο από τους συνήθεις ύποπτους της ριζοσπαστικής Αριστεράς) ακούγεται το σύνθημα ότι «η Ευρώπη, αν δεν αλλάξει, δεν θα επιβιώσει».

Ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ (ομότιμος καθηγητής στο Ινστιτούτο Max Plank) περιγράφει την πορεία που έχει ακολουθήσει το σχήμα: «Στην Ευρώπη υπήρξε συμφωνία μεταξύ κυβερνήσεων ότι η Ε.Ε. έπρεπε και μπορούσε να μετατραπεί από το υπερεθνικό κοινωνικό κράτος σε αναμονή, της δεκαετίας του 1970, σε μια μηχανή συντονισμένης φιλελευθεροποίησης.

Η χρησιμοποίηση της Ε.Ε. γι’ αυτό τον σκοπό είχε το πλεονέκτημα ότι επέτρεψε στις εθνικές κυβερνήσεις, αριστερές και δεξιές, να αποφύγουν την ευθύνη για την πίεση των αγορών και τις αναθεωρήσεις των θεσμών που αυτές είχαν απελευθερώσει σε βάρος των λαών τους, ισχυριζόμενες ότι τους επιβλήθηκαν από τα πάνω και ότι σε κάθε περίπτωση ήταν μέρος μιας διεθνικής “ευρωπαϊκής ιδέας”. Πολύ σημαντικό είναι επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ενωση, που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990 κάτω από διεθνείς πιέσεις για δημοσιονομική εξυγίανση - για να καθησυχαστούν “οι χρηματοπιστωτικές αγορές” για τη φερεγγυότητα χωρών με αυξανόμενο χρέος -, χρησίμευσε ως όχημα για τη συνταγματοποίηση των εξισορροπημένων προϋπολογισμών των εθνικών κρατών, κάτι που θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να το πουλήσουν οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στους ψηφοφόρους» («Ενθέματα», «Αυγή», 23.12.2017).

Το συγκεκριμένο μοντέλο έχει αγγίξει τα όριά του. Ο ευρωσκεπτικισμός φουντώνει, τα ακροδεξιά κόμματα που σαλπίζουν την εθνική εσωστρέφεια δυναμώνουν, οι ανισότητες και μεταξύ των κρατών και στο εσωτερικό των χωρών διευρύνονται, οι αποσχιστικές τάσεις πυκνώνουν, το μίσος κατά της γερμανικής Ευρώπης κερδίζει έδαφος, ο σύγχρονος φιλελευθερισμός προκαλεί αφόρητη πλήξη, το ευρωπαϊκό ιδεώδες έχει χάσει τη λάμψη του, η αποχή από τις εκλογές τείνει να γίνει πλειοψηφικό φαινόμενο και το ευαγγέλιο της λιτότητας έχει απολέσει προ πολλού την ιερότητά του. Αυτή την κατάσταση καλούνται να διαχειριστούν οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

Η συντηρητική παράταξη δεν θέλει να αλλάξει τίποτε ή, στην καλύτερη περίπτωση, προσπαθεί οι όποιες μεταβολές να μην απειλήσουν το status quo. Η σοσιαλδημοκρατία όπου ακόμη διαθέτει υπολογίσιμο εκτόπισμα εξαντλείται σε γενικότητες, σε άσφαιρους διαξιφισμούς και αρνείται πεισματικά να ξεκινήσει διάλογο με τις δυνάμεις που βρίσκονται στ’ αριστερά της.

Η ριζοσπαστική Αριστερά τα πάει πολύ καλά στις αναλύσεις και στις διαπιστώσεις, χωλαίνει όμως στο ζήτημα των συμμαχιών και στο διά ταύτα. Ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση για την ορθότητα της κριτικής της, δηλώνει δικαιωμένη στις προβλέψεις της, αλλά δεν βρίσκει ακροατήριο.

Τούτη την ώρα στη Γερμανία κρίνεται και το μέλλον της Ευρώπης. Θα συνεχίσει ως έχει για να φτάσει σύντομα σε αδιέξοδο; Το βάρος που πέφτει στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία είναι μεγάλο. Προχτές ο υπηρεσιακός υπουργός Εξωτερικών και πρώην επικεφαλής του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ σε συνέντευξή του στην «Bild» είπε ότι «εάν η καγκελαρία συνεχίσει να απορρίπτει όλες τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν θα υπάρξει συνασπισμός με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα».

Ελπίζουμε τούτη τη φορά να είναι ειλικρινής και να μην ξαναδούμε τη γνωστή ιστορία της υποκρισίας στην οποία έχει παράδοση η σοσιαλδημοκρατία: «Εμείς κάνουμε πως αγωνιζόμαστε, οι άλλοι κάνουν πως υποκύπτουν και όλα μένουν ίδια».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών