Μπορεί αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προφασίζονται ότι με τις σύγχρονες προσφυγικές ροές βρίσκονται έναντι ενός πρωτόγνωρου φαινομένου,  όμως οι πατεράδες, οι μανάδες και οι παππούδες τους ήταν οι ίδιοι θύματα μιας πρωτοφανούς ως προς το μέγεθος και την σκληρότητά της προσφυγικής κρίσης, και μάλιστα αμέσως μετά την πιο βάρβαρη ανθρωποσφαγή της παγκόσμιας ιστορίας, αυτή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Ήταν μια κρίση, τόσο εκτεταμένη, που προκάλεσε ακόμα και ανακατάταξη συνοριακών γραμμών,  αλλαγή του πληθυσμιακού status ολόκληρων περιοχών και μεταβολή των πολιτιστικών συσχετισμών σε ολόκληρη της ευρωπαϊκή ήπειρο.

 
Η προϊστορία και τα προσφυγικά στρατόπεδα του Μεγάλου Πολέμου

Πράγματι, ίσως μια από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών στην παγκόσμια ιστορία ήταν αυτή που συντελέστηκε μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Οι προσφυγικές ροές, κυρίως σε χώρες του ανεπτυγμένου κέντρου της ηπείρου, είχαν το αντίστοιχό τους στις εποχές των μεγάλων λιμών ή των μετακινήσεων πληθυσμών στον Ύστερο Μεσαίωνα, ή σε σχέση με τους θρησκευτικούς πολέμους,  τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και την Ισπανία και τον Τριακονταετή Πόλεμο στο πρώτο μισό του 17ου, τουλάχιστον από την άποψη πληθυσμιακών μεγεθών. Υπερτερούσαν, επιπλέον, της μεγάλης προσφυγικής κρίσης που προκάλεσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Στην ουσία, οι πληθυσμιακές ανακατατάξεις του τέλους του πρώτου μισού του 20 αιώνα,  επανέλαβαν σε μια πιο διευρυμένη μορφή αυτό που προκάλεσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, επιβεβαιώνοντας ότι κάθε πόλεμος γεννά προσφυγιά, όπου και αν συντελείται. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου η Ευρώπη υπέστη το πρώτο τεράστιο σοκ μετανάστευσης και προσφυγιάς του σύγχρονου κόσμου. Τον Αύγουστο του 1914 η ρωσική κατοχή στην Ανατολική Πρωσία ανάγκασε 1.000.000 Γερμανούς να φύγουν από τις εστίες τους. Μετά από λίγο η Κατοχή από τις Κεντρικές Δυνάμεις του Βελγίου, της Βόρειας Γαλλίας, της Πολωνίας και της Λιθουανίας προκάλεσε μια αντίστοιχη μετακίνηση πληθυσμών στα εδάφη αυτά. Μόνο οι Βέλγοι πρόσφυγες στα 1914-1915 που έφτασαν στην Αυστρία και την Ολλανδία ήταν 400 χιλιάδες, ενώ 160.000 από αυτούς κατέφυγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαβιώντας σε πρόχειρα καταλύματα στις παρυφές των πόλεων. Η εισβολή της Αυστρίας στην Σερβία προκάλεσε νέα μετακίνηση πληθυσμών από κατοίκους που προσπάθησαν να διαφύγουν από το κατοχικό καθεστώς που δημιουργήθηκε. Μισό εκατομμύριο Σέρβοι κατέφυγαν σε σερβικές περιοχές μέσω των αλβανικών βουνών ή πήγαν στην Κέρκυρα, την Κορσική και την Τυνησία. Πιθανότατα, 200.000 από αυτούς πέθαναν κατά τη μετακίνησή τους. Άλλοι εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Αυστρία. 

Στη Ρωσία, οι μειονότητες Πολωνών, Λιθουανών, Λετονών, Ουκρανών που ήταν συγκεντρωμένες στα δυτικά σύνορα της ρωσικής αυτοκρατορίας υποχρεώθηκαν σε μετακίνηση, τόσο για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του πολέμου από την εισβολή της Γερμανίας, όσο και γιατί τους επιβλήθηκε από το τσαρικό καθεστώς, αφού αυτές οι μειονότητες κατηγορήθηκαν ότι  συνεργάστηκαν με τους εισβολείς, και ο τσαρικός στρατός τους εξόρισε στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Αυτή η κατηγορία προσφύγων υπερέβαινε τα 6.000.000. Στην ουσία, η μετακίνηση αυτή γέννησε στη Ρωσία μια σειρά πόλεων προσφύγων, όπως το Αικατερίνοσλαβ ή το Πσκοβ που πάνω από το ¼ των κατοίκων τους ήταν πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν σε πρόχειρους καταυλισμούς που αποτέλεσαν χώρους διαβίωσης για μια τουλάχιστον δεκαετία, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε σχολεία, εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, στρατόπεδα, μοναστήρια, συναγωγές, θέατρα, κινηματογράφους, φυλακές κλπ. Ήταν η τεράστια αυτή προσφυγική κρίση που προκάλεσε, στην ουσία, μετά τον πόλεμο τον σχηματισμό της ανεξάρτητης Πολωνίας, Λετονίας και Λιθουανίας, Στην Τουρκία ο πόλεμος αποτέλεσε το πρόσχημα για να εξολοθρευτούν και να μεταναστεύσουν εκατομμύρια Αρμένιοι, Πόντιοι και Κούρδοι, τους οποίους εξόντωσε ή μετακίνησε ο τουρκικός στρατός με το πρόσχημα του Ταλάτ Πασά, τον Απρίλιο του 1915, να εκδιωχθούν οι πληθυσμοί αυτοί από τις ζωτικές περιοχές για τα στρατιωτικά συμφέροντα της Τουρκίας. Διαδικασία που ολοκληρώθηκε εις βάρος 230.000 περίπου Ποντίων που υποχρεώθηκαν σε βίαιη μετακίνηση ή οποία συνεχίστηκε προς την Ελλάδα και τη Σοβιετική Ένωση τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε τα 2 περίπου εκατομμύρια Μικρασιάτες Έλληνες και μουσουλμάνους της Ελλάδας που υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική μετανάστευση με τις ανταλλαγές πληθυσμών στα 1924.
 
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το νέο κύμα μετακίνησης

Όμως ακόμα και αυτά τα δεδομένα ξεπέρασαν οι μετακινήσεις που συντελέστηκαν είτε κατά τη διάρκεια, είτε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Υπολογίζεται ότι από τα 1934, όταν οι Ναζί επέβαλαν πρόγραμμα φυλετικής εθνοκάθαρσης στην Ευρώπη, μέχρι και τα 1949 (κατά κύριο λόγο) μετακινήθηκαν πάνω από 30.000.000 άνθρωποι στον ευρωπαϊκό χώρο, η συντριπτική πλειονότητα τους υπό καθεστώς βίαιης εκδίωξης, με όλα τα καταναγκαστικά, βάναυσα και απεχθή χαρακτηριστικά που έχει κάθε προσφυγιά. 

Στα μεγέθη αυτών των μετακινήσεων συνέβαλε, πρώτα από όλα, αυτό που συντελέστηκε στην υπό φασιστική Κατοχή  Ευρώπη, όταν πάνω από 11.000.000 εκατομμύρια Εβραίοι, Ρομά, κομμουνιστές, άλλες εθνοτικές ομάδες στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε επιλεγμένες με τα χαρακτηριστικά του ghetto περιοχές μετοίκησης, αλλά και το γεγονός ότι πάνω από 7.500.000 εργάτες από κάθε ευρωπαϊκή χώρα, εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε γερμανικά εργοστάσια  ως επί το πλείστον καταναγκαστικής εργασίας (τα μπλόκα και οι απαγωγές στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις τροφοδότησαν τη δημιουργία εργατικού δυναμικού αυτού του τύπου). Να σημειωθεί ότι ακόμα και μεταξύ των συμμάχων του Άξονα αναπτύχθηκαν τα φαινόμενα αυτά, όταν ο Μουσολίνι, για παράδειγμα, συμφώνησε τη μεταφορά 1.500.000 Ιταλών εργατών στα γερμανικά εργοστάσια. Η Ελλάδα είχε τη μικρότερη επιβάρυνση από όλες τις χώρες της Ευρώπης, αφού ο ελληνικός λαός αρνήθηκε να επιτρέψει την εργατική επιστράτευση στα 1943, και με μεγαλειώδεις διαδηλώσεις τον Μάρτιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναστείλουν το πρόγραμμα καταναγκαστικής εργασίας, αφού ακόμα και οι επίσημες καταστάσεις των Ελλήνων εργατών στο υπουργείο Εργασίας πυρπολήθηκαν από τους διαδηλωτές. Παρόλα αυτά πάνω από 12.000 Έλληνες εργάτες δούλευαν σε γερμανικά εργοστάσια, αριθμός που αυξήθηκε στα 1944, τμήμα των οποίων ήταν όσοι είχαν συλληφθεί στα μπλόκα του 1944 (Καλλιθέας, Κοκκινιάς, Καισαριανής κλπ) ή μεταφέρθηκαν εκεί ως όμηροι από όλα τα σημεία της χώρας όπου ο ΕΛΑΣ ανέπτυσσε την αντίστασή του. Αξιοσημείωτο είναι ότι όσοι συνελήφθησαν με στολές, μετά την αναγνώριση του ΕΛΑΣ ως συμμαχικού στρατού, τον Ιούλιο του 1943, απέσπασαν με τη συνδρομή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού το καθεστώς του αιχμάλωτου πολέμου και διατήρησαν τις στολές και τα σύμβολα του ΕΛΑΣ ακόμα και μέσα στα γερμανικά εργοστάσια. 
 
Το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: η Ευρώπη ανακατατάσσεται πληθυσμιακά
 
Όμως, ο κύριος όγκος της πρωτοφανούς ευρωπαϊκής μετανάστευσης και προσφυγιάς του 20ου αιώνα παρουσιάστηκε αμέσως μετά τον πόλεμο, και  μάλιστα χωρίς τη δικαιολογία της ομογενοποίησης της φασιστικής κοινωνίας που επικαλέστηκαν οι Ναζί για να περιθωριοποιήσουν τους μη αποδεκτούς πληθυσμούς, αλλά πάνω στα κροκοδείλια δάκρυα αυτών που κατήγγειλαν τα  Ολοκαυτώματα και τη φασιστική λαίλαπα και υποσχέθηκαν τη συγκρότηση μιας ελεύθερης, ειρηνικής και δημοκρατικής παγκόσμιας κοινωνίας χωρίς διακρίσεις. Την ίδια στιγμή που ιδρυόταν ο Ο.Η.Ε και υπογράφηκε στο Σαν Φραντσίσκο ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, στις 26 Ιουνίου 1945, ο οποίος στο άρθρο 13 καλούσε τη Γενική Συνέλευση του οργανισμού να «ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα και να βοηθήσει στο να απολαμβάνουν όλοι, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες», ήταν τότε που βρέθηκε σε πλήρη εξέλιξη μια τεράστια διαδικασία εκπατρισμού ανθρώπων σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Μια διαδικασία που χλεύαζε με πρωτοφανή ωμότητα τις εύκολες και προσποιητές διακηρύξεις των νικητών του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, επικαλούμενη την δήθεν ανάγκη να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχε διαταράξει η φασιστική Κατοχή. Και πράγματι είχε δημιουργήσει κλίμα εθνικιστικής πόλωσης και μίσους, ιδίως όταν αποδόθηκαν, μεταπολεμικά, ευθύνες για συνέργεια πληθυσμών με τον κατακτητή, αλλά αυτό εξελίχθηκε σε μια συγκαλυμμένη εθνοκάθαρση με το πρόσχημα της απόδοσης δικαιοσύνης. 
 
Οι Εβραίοι δύο φορές θύματα του πολέμου   

Το πρώτο θύμα αυτών των μεταπολεμικών μετακινήσεων, που στην πλειονότητά τους ήταν της μορφής ενός σιωπηλού, άτυπου, θρησκευτικού pogrom, ήταν οι Εβραίοι, την αποκατάσταση του εγκλήματος εις βάρος των οποίων διατυμπάνισαν οι νικήτριες δυνάμεις του πολέμου. Πράγματι, μετά την απελευθέρωσή τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι Εβραίοι, όλων των εθνικοτήτων, θα ανακάλυπταν ότι το τέλος του πολέμου δεν σήμαινε και το τέλος του κατατρεγμού τους. Αντίθετα, ο αντισημιτισμός θα ενισχυόταν περαιτέρω μετά τον πόλεμο και οι διωγμοί κατά των Εβραίων θα εκδηλώνονταν αμέσως μετά την έξοδο τους από τις πόρτες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, παρά τις δίκες της Νυρεμβέργης, τις φωτογραφίες από τα κρεματόρια που διένειμε στο ευρύ κοινό ο αμερικανικός στρατός και της δράσης διεθνών οργανισμών, όπως η UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, που προσπαθούσαν, μάταια, να εξωραΐσουν την κατάσταση. Ακόμα χειρότερα, η επάνοδος των εγκλείστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις οικίες τους θα πυροδοτούσε ένα κλίμα πανικού σε μεγάλο τμήμα του μη εβραϊκού πληθυσμού, σιωπηλά υποδαυλισμένο από τις νέες εξουσίες που συγκροτήθηκαν στις απελευθερωμένες χώρες, συνδεδεμένο με την άρνηση αποκατάστασης των κλοπών που υπέστησαν οι περιουσίες των Εβραίων κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, κάτι που θα εξελισσόταν σε μίσος κατά των Εβραίων, και μάλιστα θα εμφανιζόταν ακόμα και  σε μέρη, όπως η Μεγάλη Βρετανία, που δεν είχαν υποστεί θρησκευτική εκκαθάριση και βία το προηγούμενο διάστημα.

Η πρώτη φάση αυτής της νέας διαδικασίας φυλετικής εθνοκάθαρσης  προσέλαβε τον χαρακτήρα του καθημερινού ρατσισμού που υπέστησαν οι Εβραίοι, όταν γύριζαν στις εστίες τους από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και της ανυπαρξίας κρατικών υποδομών που θα εξασφάλιζαν την ομαλή επάνοδο των ανθρώπων αυτών στις χώρες προέλευσης τους, κάτι που ξεκινούσε από τα προσκόμματα και καθυστερήσεις στην διαδικασία επιστροφής τους. Προσκόμματα που επεκτάθηκαν στα πολύ περιορισμένα περιθώρια που δόθηκαν, μετά την δύσκολη επάνοδο, να επιβιώσουν στους γενέθλιους τόπους τους, αφού βρήκαν άλλους ιδιοκτήτες στις πόρτες των σπιτιών τους και τις κρατικές υπηρεσίες να αρνούνται να τους πολιτογραφήσουν εκ νέου. Πέραν της απουσίας υποδομών επανεγκατάστασης, στις περισσότερες χώρες οι αρχές αρνούνταν την ταυτοποίηση αυτών που επέστρεφαν,  καθυστερούσαν υπερβολικά τις διαδικασίες καταγραφής ή απόδοσης χαρτιών, ενώ οι μεσεγγυούχοι δεν τους απέδιδαν τις περιουσίες τους (όπως έγινε και με τους 60.000 περίπου χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης και άλλων ελληνικών πόλεων), όταν συνήθως οι λίγοι εναπομείναντες Εβραίοι τις διεκδίκησαν. Εκτός από τις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες, που παρακολούθησαν πιστά τις καθυστερήσεις στην επιστροφή περιουσιών που υφαρπάχτηκαν στην Κατοχή, κυρίως λόγω της μαύρης αγοράς, μέρος των τοπικών κοινωνιών έδειξε μια απροκάλυπτη εχθρότητα, πολλές οικείες ισοπεδώθηκαν για να μην διεκδικηθούν, όρια κτημάτων μετατοπίστηκαν, αποθήκες κάηκαν, ενώ όσες κινητές περιουσίες είχαν διασωθεί εκποιήθηκαν, εν μια νυκτί, στη μαύρη αγορά, για να μην εντοπιστούν τα πειστήρια της κλοπής, χωρίς εξίσου να εντοπιστούν οι «πωλήσαντες» των περιουσιών αυτών. Το πράγμα έφτασε μέχρι του σημείου, σε πολλές γερμανικές πόλεις, οι σκηνές κινηματογραφικών επικαίρων, που προβλήθηκαν στις κατεχόμενες ζώνες από τους συμμάχους για να συνετιστεί ο γερμανικός πληθυσμός, να αντιμετωπίζονται με ζητωκραυγές από το κοινό, όταν παρουσίαζαν το Ολοκαύτωμα. Ενδεικτικό είναι ότι σε δημοσκόπηση που έγινε στις ζώνες ελέγχου της Γερμανίας από τους δυτικούς συμμάχους, 7.000.000 περίπου Γερμανοί δήλωσαν την νοσταλγία τους για το καθεστώς των Ναζί, δύο χρόνια μετά την πτώση του Βερολίνου.

Ειδικά σε χώρες, όπως η Σλοβακία, η Ουγγαρία, η Πολωνία ή η Ρουμανία, οι περιουσίες των Εβραίων μοιράστηκαν απροκάλυπτα από την ίδια την κρατική εξουσία σε χριστιανούς ακτήμονες και σε «ενοικιαστές», πριν οι πρώην ιδιοκτήτες τους τις διεκδικήσουν, ενώ οι τοπικές αρχές εξεδίωξαν τους Εβραίους που γύριζαν πίσω ή όταν έφταναν στις αίθουσες των δικαστηρίων, διεκδικώντας τις περιουσίες τους, όπως στην Ουγγαρία, ακολούθησαν ακόμα και λεηλασίες εις βάρος τους, σχηματίστηκαν ομάδες εφόδου που κατέστρεφαν τα σπίτια και τα μαγαζιά ή ξυλοκοπούσαν τους εβραίους ιδιοκτήτες τους. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου εκδηλώθηκε κανονικό πογκρόμ, όπως στο Κιέλτσε, στην κεντρική Πολωνία, όπου, στις 4 Ιουλίου 1946, ένα μαινόμενο πλήθος εισέβαλε σε κτίρια που είχαν καταφύγει Εβραίοι για να προστατευθούν και κατέσφαξε, λιντσάρισε ή πέταξε από τα παράθυρα 150 ανθρώπους.
 
Ο αντισημιτισμός και η προσφυγιά

Δεδομένου ότι το κλίμα και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις ήταν αντίστοιχο,  οι Εβραίοι υποχρεώθηκαν σταδιακά να ματαιώσουν την επιστροφή στους γενέθλιους τόπους τους. Οι περισσότεροι, και με συμμαχική υπόδειξη, αναζήτησαν μια νέα πατρίδα, παραδομένοι στα σχέδια σιωνιστικών κύκλων της εποχής. Μια οργάνωση αποκαλούμενη Μπριχάχ (Φυγή), ένας μηχανισμός που ελεγχόταν από ακραίους σιωνιστές, φρόντισε να διοχετεύσει τους Εβραίους της Ευρώπης στην Παλαιστίνη, ενώ οι κυβερνήσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών παρείχαν διευκολύνσεις, αν δεν επέβαλαν, τη μαζική έξοδο Εβραίων από την Ευρώπη.

Έτσι, για παράδειγμα, από τους 110.000 Εβραίους της Ολλανδίας που εκτοπίστηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μόνο περίπου 5.000 επέστρεψαν στη χώρα και εγκαταστάθηκαν σε αυτή. Το ίδιο περίπου συνέβη και σε άλλες χώρες (μόνο 2.000 περίπου επέστρεψαν στην Ελλάδα) και δεν οφειλόταν αυτό πάντα στην εξολόθρευση τους  στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ήδη την περίοδο μεταξύ Μαΐου-Σεπτεμβρίου 1946 περίπου 95.000 ζώντες είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν, εκόντες-άκοντες,  μόνο την Κεντρική  και την Ανατολική Ευρώπη, όπως διαπίστωναν οι υπηρεσίες των Συμμάχων. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ραγδαία, και συνολικά, στα δύο χρόνια μετά το τέλος του πολέμου έφυγαν από την Ευρώπη περίπου 260.000 πολίτες αυτής της κατηγορίας και άλλες 60.000 τα επόμενα δύο χρόνια. Στη μετακίνηση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι στα Βαλκάνια και τη Νότια Ευρώπη, Ρουμάνοι, Γιουγκοσλάβοι, Βούλγαροι, Ιταλοί και Γάλλοι άνοιξαν τα λιμάνια, παρέχοντας κάθε δυνατό κίνητρο-και μειωμένους ή δωρεάν ναύλους- για να φύγουν οι Εβραίοι προς τη Μέση Ανατολή.

Μεταξύ 1948 και 1951 332.000 ευρωπαίοι Εβραίοι έφτασαν στο Ισραήλ,  165.000 πήγαν σε Γαλλία και Βρετανία, ενώ οι ΗΠΑ δέχτηκαν 400.000 , στο ίδιο διάστημα, στους οποίους προστέθηκαν 185.000 τα ερχόμενα χρόνια. Άλλοι 157.000 κατέληξαν στον Καναδά, 182.000 στην Αυστραλία, ενώ αρκετοί δυσκολεύτηκαν να επαναπατριστούν και στα 1951 ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός διαπίστωνε ότι 177.000 άτομα βρίσκονταν ακόμα σε στρατόπεδα προσφύγων στην Ευρώπη.
 
Η Πολωνία, η Ουκρανία και ο μαζικός εκπατρισμός των κατοίκων τους

Εκτός, όμως, από τους Εβραίους σε προσφυγιά υποχρεώθηκαν  και όλοι οι άλλοι που είχαν εξαναγκαστεί ή επιλέξει να μετακινηθούν σε άλλες χώρες κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής-και ιδίως εκείνοι που βρέθηκαν στη Γερμανία ως εθελοντές εργάτες ή εργατικό δυναμικό καταναγκαστικής εργασίας-. Αυτοί συλλήβδην χαρακτηρίστηκαν ως πρώην συνεργάτες των Ναζί και υποχρεώθηκαν σε μετανάστευση, ενώ σε άλλους επιβλήθηκε να ανακαλέσουν τις αιτήσεις μόνιμης εγκατάστασης στις χώρες που διαβιούσαν κατά το τέλος του πολέμου, παρότι πολλοί είχαν δημιουργήσει ακόμα και οικογένειες. Αν και δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για αυτή την κατηγορία, θεωρούνται πάνω από 250.000 αυτοί που τους επιβλήθηκε να επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους.

Την ίδια τύχη υποχρεωτικού εκπατρισμού είχαν και οι Ουκρανοί  που ζούσαν στη νοτιοανατολική Πολωνία, πριν το τέλος του πολέμου. Ο ίδιος ο πολωνικός στρατός, λίγες εβδομάδες μετά την υπογραφή ανακωχής, τους περικύκλωσε, τους συγκέντρωσε σε στρατόπεδα και τους υποχρέωσε σε εκδίωξη. Ήταν τα αντίποινα για το γεγονός ότι ουκρανικές εθνικιστικές ομάδες, εξοπλισμένες από τους Γερμανούς κατά την διάρκεια της Κατοχής στην Πολωνία, προέβησαν στη δική τους εθνοκάθαρση κατά των Πολωνών συμπατριωτών τους, με πάνω από 90.000 νεκρούς. Όταν ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε στη χώρα, Πολωνοί που είχαν ενταχθεί στις μονάδες του πυρπόλησαν εκατοντάδες ουκρανικά χωριά και σκότωσαν χιλιάδες Ουκρανούς. Οι Σοβιετικοί αποφάσισαν τελικά να μεταφέρουν όλους τους Ουκρανούς της Πολωνίας στην Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, και αντίστοιχα όσους Πολωνούς ζούσαν σε Ουκρανικά εδάφη τους επέστρεψαν στην Πολωνία. Σε αυτή τη διαδικασία ανταλλαγής πληθυσμών πρέπει να προστεθεί και ο εκτοπισμός των Τατάρων της Κριμαίας, τον Μάιο του 1944, από το Σοβιετικό κράτος και η διοχέτευσή τους σε πολωνικό έδαφος ή σε ασιατικές σοβιετικές δημοκρατίες.

Έτσι, μεταξύ του 1944 και του 1946 783.000 περίπου Πολωνοί απομακρύνθηκαν από την Ουκρανία και εγκαταστάθηκαν στην Πολωνία, άλλοι 232.000 απελάθηκαν από την Λευκορωσία, 170.000 από την Λιθουανία (συνολικά περίπου 1.200.000 άνθρωποι). Οι Πολωνοί από την πλευρά τους προέβησαν σε εκπατρισμό περισσότερων από 482.000 Ουκρανών, κυρίως από τη Γαλικία, στα νοτιοανατολικά της Πολωνίας. Το πρόβλημα έγινε ακόμα πιο οδυνηρό και σύνθετο όταν κατά χιλιάδες Ουκρανοί, που μετακινήθηκαν, ζήτησαν να γυρίσουν πίσω στην Πολωνία. Το Σοβιετικό κράτος για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο άρχισε να διασπείρει τους Ουκρανούς της Πολωνίας, που είχαν εισρεύσει σε ουκρανικό έδαφος,  σε άλλες σοβιετικές δημοκρατίες (περίπου το 75% υπέστη δηλαδή και νέα μετακίνηση). Οι εναπομείναντες Ουκρανοί της Πολωνίας που κατόρθωσαν να διαφύγουν στον πρώτο εκπατρισμό ξεριζώθηκαν εκ νέου, μετά τη δολοφονία του πολωνού υφυπουργού Άμυνας, τον Μάρτιο του 1947 από ουκρανούς εθνικιστές. Η επιχείρηση «Βιστούλας» ξερίζωσε και τους τελευταίους χιλιάδες Ουκρανούς που είχαν απομείνει στην Πολωνία. Συνολικά, 1.000.000 Πολωνοί έφυγαν από τις ουκρανικές περιοχές, ενώ μισό εκατομμύριο Ουκρανοί εκδιώχθηκαν από το πολωνικό έδαφος.
 
Οι Γερμανοί στην κορυφή του μεταπολεμικού προσφυγικού προβλήματος
 
Εν συγκρίσει με άλλους ευρωπαϊκού λαούς που υπέστησαν βίαιη μετακίνηση στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμα, όμως, πιο εκτεταμένη ήταν η μετακίνηση πληθυσμών γερμανικής καταγωγής. Όπως αποφασίσανε οι νικητές σύμμαχοι στη Γιάλτα και τον Πότσνταμ στα 1945, οτιδήποτε βρισκόταν ανατολικά των ποταμών Όντερ και Ναίσε θα γινόταν πολωνικό έδαφος, όπως και οι γερμανικές επαρχίες της Πομερανίας, του Ανατολικοί Βραδεμβούργου, του μεγαλύτερου τμήματος της Ανατολικής Πρωσίας, η Κάτω και  η Άνω Σιλεσία, περιοχές που κατοικούνταν από 11.000.000 Γερμανούς. Δεδομένου του μίσους των Πολωνών κατά των Γερμανών, αυτοί υποχρεώθηκαν κατά εκατομμύρια να μετακινηθούν από τις εστίες τους και να περάσουν σε γερμανικό έδαφος. Από αυτούς οι μισοί έφυγαν οικειοθελώς για τη Γερμανία, φοβούμενοι τις αντιδράσεις του Κόκκινου Στρατού που εισέβαλε σε αυτές τις περιοχές, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο πόλεμος.

Ωστόσο, είχαν απομείνει στα 1946 περίπου 4.400.000 που παρέμεναν στα σπίτια τους, ενώ οι συμμαχικές υπηρεσίες είχαν δεχθεί πάνω από 1.200.000 αιτήσεις για παραμονή Γερμανών σε κάποιες από τις περιοχές που είχαν καταχωρηθεί στην Πολωνία. Όμως πριν καν διευθετηθεί με διεθνείς συμφωνίες το ζήτημα, οι Πολωνοί είχαν αρχίσει, επίσημα ή ανεπίσημα, να διώχνουν τους Γερμανούς αυτούς από τα σπίτια τους. Τους οδηγούσαν σε ghetto  που φτιάχτηκαν για τον σκοπό αυτό μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της απέλασής τους ή σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας για να χρησιμοποιηθούν ως εργάτες υποχρεωτικής εργασίας. Πέραν αυτού, χιλιάδες υποχρεώθηκαν, συγκροτώντας πορείες, να διασχίσουν τον Όντερ και να μπουν σε γερμανικό έδαφος. Μόνο στα μέσα Ιουνίου 1945 274.000 Γερμανοί υποχρεώθηκαν να διασχίσουν με δικά τους μέσα, πολλοί κολυμπώντας, το ποτάμι, αφού οι γέφυρες ή ήταν κλειστές ή ο συνωστισμός και η αναμονή για τη διάβασή τους ήταν τεράστια. Υπολογίζεται ότι 3.500.000 Γερμανοί υπέστησαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, αυτή τη διαδικασία υποχρεωτικής μετακίνησης.
 
Γερμανοί πρόσφυγες πνίγηκαν μπροστά σε φράκτες

Το ίδιο συνέβη και με τους Γερμανούς της Τσεχίας, τους Σουδήτες Γερμανούς που σπρώχθηκαν, συχνά άναρχα, από τον τοπικό τσεχικό πληθυσμό και μονάδες της τοπικής αστυνομίας προς τα γερμανικά εδάφη. Όσοι δε προέρχονταν από την Ουγγαρία, στοιβάζονταν σε  στρατόπεδα σε γερμανικό έδαφος κοντά στα σύνορα των δύο χωρών και ανέμεναν μια διαδικασία διασποράς τους σε διάφορες ζώνες της Γερμανίας. Ειδικά από την Τσεχοσλοβακία, όταν ο πρόεδρος Μπένες  ανακοίνωσε, στις 20 Μαΐου 1945, ότι έπρεπε να εκκαθαριστεί εθνολογικά η Τσεχία και να δοθεί μια τελική λύση στο πρόβλημα των σουδητών Γερμανών, ο εκπατρισμός των γερμανικής προέλευσης κατοίκων, που ξεκίνησε από τον Αύγουστο του 1945 και μετά, υπολογίζεται ότι αφορούσε 3 περίπου εκατομμύρια ανθρώπους που εκδιώχθηκαν μέσα σε 18 μήνες. Επιπλέον, έχουν καταγραφεί από τις συμμαχικές υπηρεσίες 267.000 που πέθαναν κατά τη διάρκεια αυτού του εκπατρισμού. Ειδικά στη Βοημία και τη Μοραβία, ενώ το 1930 αποτελούσαν το 30% των κατοίκων, μέσα σε τρία χρόνια οι εναπομείναντες συνιστούσαν μόνο το 1.8% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Από την Ουγγαρία εκδιώχθηκαν, μετά τα 1946, ακόμα 623.000 Γερμανοί, από τη Ρουμανία 786.000, από τη Γιουγκοσλαβία 500.000, από την Πολωνία 1.300.000.

Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες μετακινούνταν με τα πόδια, φορτωμένοι τα προσωπικά τους είδη, διέσχιζαν αποστάσεις πάνω από 70 χιλιόμετρα πεζή,  πορευμένοι πάνω από μια εβδομάδα, διασχίζοντας ποτάμια στα οποία πνίγονταν, γιατί οι συνοριακοί φρουροί δεν τους άφηναν να περάσουν από τις γέφυρες, λοιδορούνταν από τον τοπικό πληθυσμό, προσπερνούσαν πτώματα ανθρώπων που είχαν πεθάνει εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα, τις πορείες και το κρύο, και επιβίωναν με ό,τι έβρισκαν στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Κοιμούνταν  στην ύπαιθρο, δέχονταν τις επιθέσεις κλεφτών, πυρά συνοριοφυλάκων, καταληστεύονταν από τις αρχές, όντας υποχρεωμένοι να παραδίδουν τα τιμαλφή τους πριν περάσουν τα σύνορα. Είχαν, επιπλέον, την υποχρέωση, σύμφωνα με τις εντολές της Πολωνικής κυβέρνησης, σε κανένα Γερμανό να μην επιτρέπεται να βγάλει από τη χώρα πάνω από 500 μάρκα.

Η κατάσταση δεν άλλαξε και όταν οι πρόσφυγες αυτοί πέρασαν τα σύνορα. Οι Σοβιετικοί , οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί που ασκούσαν τον έλεγχο της περιοχής που βρισκόταν το στρατόπεδο προορισμού, δεν τους επέτρεπαν να κινηθούν εκτός του στρατοπέδου συγκέντρωσης και τους γύριζαν πίσω, όταν επιχειρούσαν από μόνοι τους να μετακινηθούν στο εσωτερικό της Γερμανίας, αφού δεν υπήρχε καμία υποδομή και σχέδιο κατανομής των πληθυσμών αυτών σε γερμανικό έδαφος. Συνολικά 13.000.000 πρόσφυγες αυτού του τύπου εγκαταστάθηκαν σε γερμανικό έδαφος μεταξύ του 1945 και του 1949. Στη Βαυαρία, που ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς τελικά εγκαταστάθηκε, συνιστούσαν πλέον μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ορίζουσα της περιοχής.
 
Η ρατσιστική «αφομοίωση» των Γερμανών προσφύγων

Αλλά και όταν πλέον κατανέμονταν σε περιοχές υποδοχής σε γερμανικό έδαφος, οι συνθήκες διαβίωσης-επιβίωσης αυτών των ανθρώπων ήταν τρομακτικές. Ο πληθυσμός περιοχών εγκατάστασης αυξήθηκε κατά 30% χωρίς την παροχή καμιάς υποδομής (κυρίως στην Ανατολική Γερμανία), οι περισσότεροι διέμεναν για χρόνια σε στρατόπεδα προσφύγων, χωρίς παπούτσια, κλινοσκεπάσματα ή θέρμανση, πολλοί ήταν ξένοι ανάμεσα στους απρόθυμους να τους υποδεχθούν ημεδαπούς Γερμανούς, μιλώντας με διαφορετικό τρόπο ή  περιορισμένα γερμανικά, και βιώνοντας τον έντονο ρατσισμό των αυτοχθόνων.

Στην ουσία, η Γερμανία είχε καταστεί 6 μήνες μετά το τέλος του πολέμου, μια χώρα στρατοπέδων προσφύγων. Στο έδαφός της στα 1945 υπήρχαν  227 στρατόπεδα που οργανώθηκαν μόνο από την UNRRA και τα δυτικά κεφάλαια, με ακόμα 25 στρατόπεδα στη γειτονική Αυστρία. Στα 1947 υπήρχαν 726 τέτοια στρατόπεδα σε όλη τη δυτική Ευρώπη. Στα 1945, στα γερμανικά στρατόπεδα είχαν καταγραφεί πάνω από 6.800.000 άτομα που δέχονταν περίθαλψη στις περιοχές ελέγχου των δυτικών συμμάχων και περίπου 7.000.000 στα στρατόπεδα υπό σοβιετικό έλεγχο. Να σημειωθεί ότι σε στρατόπεδα προσφύγων σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο στα 1945 βρίσκονταν ως πρόσφυγες και 2.000.000 Γάλλοι, (κυρίως εργάτες και αιχμάλωτοι πολέμου), 1.600.000 Πολωνοί, 700.000 Ιταλοί, 350.000 Τσέχοι, 300.000 Ολλανδοί.
 
Κανένας ευρωπαϊκός λαός δεν εξαιρέθηκε από το δράμα της προσφυγιάς του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
 
Αλλά δεν ήταν μόνο οι Γερμανοί πρόσφυγες που υπέστησαν τις ανείπωτες αντιξοότητες μιας, στην ουσία, βίαιης μετακίνησης πληθυσμών. 32.000 Ούγγροι δέχθηκαν απέλαση, όταν εδάφη που κατοικούσαν επιστράφηκαν στη Σλοβακία, αμέσως μετά τον πόλεμο, στους οποίους προστέθηκαν ακόμα 44.000 έναν χρόνο μετά, ενώ ακόμα 70.000 μετακινήθηκαν στο πλαίσιο ανταλλαγής πληθυσμών και στάλθηκαν στην Ουγγαρία (με αντίστοιχο αριθμό Σλοβάκων που υποχρεώθηκαν και αυτοί να εγκαταλείψουν το ουγγρικό έδαφος). Η Τσεχοσλοβακία με συμφωνία με την Ουγγαρία στα 1946 αντάλλαξε 120.000 Σλοβάκους που ζούσαν στην Ουγγαρία με 120.000 Ούγγρους που ζούσαν στα βόρεια του Δούναβη. Ούγγροι απελάθηκαν, επίσης, από την Ρουμανία, 23.000 Αλβανοί τσάμηδες από την Ελλάδα, Ρουμάνοι απελάθηκαν από την Ουκρανία, Ιταλοί από τη Γιουγκοσλαβία, 300.000 περίπου Φιλανδοί, υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη δυτική Καρελία, μια περιοχή που παραχωρήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, 150.000 Τούρκοι και τσιγγάνοι εξαναγκάστηκαν να μετακινηθούν από τη Βουλγαρία στην Τουρκία κλπ.

Εκτός από αυτούς, υπολογίζεται ότι 24.000 κοζάκοι στρατιώτες και οικογένειες απέδρασαν στη Δύση για να αποφύγουν τον Κόκκινο Στρατό κατά την προέλασή του προς το Βερολίνο στα 1945, οι περισσότεροι εκ των οποίων, μετά από πολύωρες πορείες, πέρασαν στην ανατολική Αυστρία.  Επιπλέον, 100.000 κροάτες, συνδεδεμένοι  με το φασιστικό καθεστώς του Αν. Παβελίτς, διέφυγαν από τη Γιουγκοσλαβία για να αποφύγουν, αυτοί και οι οικογένειές τους, την τιμωρία από τους παρτιζάνους του Τίτο για τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Σε όλους αυτούς πρέπει να προστεθεί και  ένας απροσδιόριστος αριθμός μη Γερμανών στρατιωτών της Βέρμαχτ (Ουκρανοί, Κροάτες, Ούγγροι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι), που συνελήφθησαν από τους συμμάχους και μετακινούνταν από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, καθώς και Ρώσοι και Ουκρανοί στρατιώτες του στρατηγού Αντρέι Βλάσοφ, που είχαν αυτομολήσει από τον Κόκκινο Στρατό και συνελήφθησαν, Νορβηγοί  και Ολλανδοί και Γάλλοι που είχαν ενταχθεί στη Βέρμαχτ και περίμεναν τη μεταφορά τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στις χώρες τους. Επιπλέον, 280.000 Ιταλοί που μετά την κατάληψη της Ίστριας από τις δυνάμεις του Τίτο, πέρασαν μαζικά σε ιταλικό έδαφος. Γιατί συνολικά 600.000 Ιταλοί και Γερμανοί επαναπατρίστηκαν από τη Γιουγκοσλαβία, τις θέσεις των οποίων κατέλαβαν 400.000 Γιουγκοσλάβοι, που επίσης, μετακινήθηκαν από νότια Γιουγκοσλαβία, για να καλύψουν το κενό.

Οι Ρώσοι που στάλθηκαν από τα δυτικά εδάφη στη χώρα τους υπολογίζονται μεταξύ του 1945-1947 σε 2.272.000 πολίτες. Μέχρι τα 1953 πάνω από 5.500.000 ρώσοι πολίτες είχαν εκπατριστεί από δυτικές χώρες. Την ίδια περίοδο ένας απροσδιόριστος αριθμός από σοβιετικούς πολίτες μετακινήθηκαν από τις εστίες τους (Βεσσαραβία, Έλληνες του Καυκάσου και της Κριμαίας, Αρμένιοι, Λετονοί και Λιθουανοί, Τατάροι της Κριμαίας, μετακινήθηκαν στη Σιβηρία και της Λαϊκές Δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας (Αζερμπαϊτζάν, Τατζικιστάν, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν κλπ). Μόνο ο αριθμός των Ελλήνων που μετακινήθηκαν την περίοδο 1940-195 ξεπερνά πιθανά τις 150.000.

Σε αυτούς τους αριθμούς μετακινήσεων θα πρέπει να υπολογιστούν και περίπου 200.000 ξένοι εργάτες που κατέφυγαν αναζητώντας εργασία σε Αγγλία, Βέλγιο, Γαλλία από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες στα πλαίσια των σχεδίων ανοικοδόμησης που εφαρμόστηκαν στις χώρες αυτές.  Να σημειωθεί ότι ένας άλλος υπολογισμός ανεβάζει σε 1.500.000 Πολωνούς, Ούγγρους, Βούλγαρους, Ρουμάνους και Γιουγκοσλάβους που  αντιστάθηκαν στον εκπατρισμό και με τιτάνιες προσπάθειες παρέμειναν στα εδάφη που ζούσαν πριν από τον πόλεμο. Πολλοί από αυτούς ήταν «ξένοι» στον τόπο τους, υφιστάμενοι σειρά διακρίσεων και μια συνεχή πίεση να υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν τις χώρες τους.
 
Συμπέρασμα

Είναι ευνόητο ότι το επιχείρημα ότι η Ευρώπη δεν γνωρίζει από τέτοιες προσφυγικές ανθρωπιστικές κρίσεις μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει. Λαοί ολόκληροι, στο κέντρο της Ευρώπης, για δεκαετίες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μιας εκτεταμένης προσφυγιάς, τόσο εκείνοι που την υπέστησαν ως καθεαυτό θύματα, όσο και εκείνοι που πλήρωσαν και εργάστηκαν ώστε, μέσω των προϋπολογισμών των κρατών τους, να επιτευχθεί η πολύ δύσκολη αφομοίωση των πληθυσμών αυτών. Πράγματι, μεγάλο τμήμα των δημοσιών επενδύσεων πήγε στην αποκατάσταση και την επιβίωση των προσφύγων, ένας ολόκληρος μηχανισμός στήθηκε για να εξασφαλιστούν οι δομές κοινωνικής πρόνοιας που απαιτούσε η αποκατάσταση αυτή. Οι Ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να μη ξεχνούν ότι οφείλουν το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας που απολαμβάνουν και στην προσπάθεια που έγινε από τις εγχώριες, συνήθως αριστερές, πολιτικές δυνάμεις να υπάρξει και για τους πρόσφυγες μια πλήρης κοινωνική και εργασιακή αποκατάσταση.