Η περασμένη Κυριακή ξεκίνησε με λιακάδα για τους υποστηρικτές του ευρωπαϊκού σχεδίου. Στη Γερμανία, τα μέλη του σοσιαλδημοκρατικού SPD είχαν εγκρίνει με ευρεία πλειοψηφία τη συμμετοχή του κόμματός τους σε νέα κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού υπό την Αγκελα Μέρκελ. Υστερα από έξι μήνες καθήλωσης της Ε.Ε. σε νεκρό σημείο λόγω της κυβερνητικής παράλυσης στο Βερολίνο, τα φιλόδοξα σχέδια για μεταρρύθμιση - σταθεροποίηση της Ευρωζώνης από το φιλελεύθερο δίδυμο Μέρκελ - Μακρόν επανέρχονταν στην ημερήσια διάταξη.

Στην άστατη εποχή που ζούμε, όμως, οι εναλλαγές στην πολιτική ατμόσφαιρα είναι γρήγορες και απότομες. Λίγες ώρες μετά την ευφορία που προκάλεσαν στις Βρυξέλλες τα νέα από τη Γερμανία, ήρθε η ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα με το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών στην Ιταλία. Πρώτο κόμμα αναδείχθηκε η πιο ευρωσκεπτικιστική δύναμη της χώρας, το Κίνημα Πέντε Αστέρων (M5S) του Μπέπε Γκρίλο. Στον χώρο της Κεντροδεξιάς, τα πρωτεία έχει πλέον η ακροδεξιά Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι, με το σύνθημα «πρώτα η Ιταλία», κατά το «πρώτα η Αμερική» του Ντόναλντ Τραμπ. Τα δύο κόμματα του φιλοευρωπαϊκού Κέντρου, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι και η Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ήταν οι μεγάλοι ηττημένοι της αναμέτρησης. Ο Ρέντσι, διάττων αστέρας του ιταλικού πολιτικού στερεώματος, παραιτήθηκε χωρίς να έχει κερδίσει εθνικές εκλογές, ενώ ο Μπερλουσκόνι αναγκάζεται να συμβιβαστεί καθυστερημένα με την ιδέα της πολιτικής του συνταξιοδότησης.

Οι συσχετισμοί δύναμης στη νέα Βουλή καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή κάθε πρόβλεψη για τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Το βέβαιο είναι ότι η συμμαχία Ρέντσι - Μπερλουσκόνι, λύση που θα επιθυμούσαν οι Βρυξέλλες, είναι πλέον αδύνατη. Η όποια κυβέρνηση συνασπισμού (εάν προκύψει και δεν οδηγηθούμε σύντομα σε νέες εκλογές) θα είναι εύθραυστη, προϊόν ευκαιριακής σύμπραξης ιδεολογικά ασύμβατων δυνάμεων, με ισχυρό ρόλο των ευρωσκεπτικιστών – είτε της Λέγκας, είτε του M5S, είτε (λιγότερο πιθανό) και των δύο. Εν ολίγοις, το χειρότερο δυνατό σενάριο για την Ε.Ε. έγινε πραγματικότητα.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έκπληξη μόνο σε όσους δεν είχαν στοιχειώδη επαφή με την ιταλική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια. Το ότι η ιταλική Κεντροαριστερά βάδιζε στα χνάρια άλλων Δυτικοευρωπαίων συνοδοιπόρων της, όπως το γερμανικό SPD και το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (να ζήσουμε, να το θυμόμαστε), ήταν φανερό από τον Δεκέμβριο του 2016, όταν ο Ρέντσι ηττήθηκε κατά κράτος στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση. Γενικότερα, η Ιταλία πρόβαλε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη, ως ο επόμενος «αδύναμος κρίκος» της Ε.Ε., προειδοποιούσε ήδη από τον Αύγουστο του 2016 η γαλλική τράπεζα Société Générale.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Wall Street Journal εκτιμούσε ότι ενδεχόμενη ρήξη της Ιταλίας με την Ε.Ε. θα αποτελούσε ακόμη μεγαλύτερη απειλή και από το Brexit. Κι αυτό, γιατί η Βρετανία βρισκόταν πάντα με το ένα μόνο πόδι εντός Ευρώπης, ενώ η Ιταλία ήταν ιδρυτικό μέλος της ΕΟΚ, στον σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης και χώρα με μεγάλο πολιτιστικό - συμβολικό βάρος στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αλλά και από τη στενή σκοπιά του οικονομικού κόστους, η Ευρωζώνη, η οποία επιβίωσε σχετικά άνετα (άνετα γι’ αυτήν, όχι για μας) από την κρίση χρέους της Ελλάδας, θα αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα με την Ιταλία, την τρίτη σε μέγεθος οικονομία της, με το δεύτερο υψηλότερο χρέος (130% του ΑΕΠ) και τις άκρως προβληματικές τράπεζες.

Τα βαρόμετρα των δημοσκόπων είχαν αναγγείλει έγκαιρα το χαμηλό που ερχόταν από την Αδριατική. Ερευνα του Pew Research Center, τον Ιούνιο του 2017, έφερε το 57% των Ιταλών να επιθυμεί δημοψήφισμα για το ευρώ και το 35%, με τάσεις ανόδου, να τάσσεται υπέρ της εξόδου. Τέσσερις μήνες αργότερα, η ετήσια δημοσκόπηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Parlemeter) αναδείκνυε τους Ιταλούς ως τον πλέον ευρωσκεπτικιστικό λαό της ηπείρου, μπροστά και από τους Βρετανούς και από τους Ελληνες. Μόλις το 36% των Ιταλών θεωρούσε ότι η συμμετοχή στην Ε.Ε. είναι καλό πράγμα για τη χώρα τους, ενώ το ποσοστό όσων εκτιμούσαν ότι ωφελήθηκε από αυτήν ήταν 39%, έναντι 64% του πανευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς και γιατί μια χώρα-έπαλξη του ευρωπαϊσμού γνώρισε μια τόσο απότομη μεταστροφή προς τον ευρωσκεπτικισμό. Οι δύο βασικοί λόγοι είναι λίγο-πολύ γνωστοί. Πρώτα απ’ όλα, η οικονομική κρίση του 2008 και η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων που τη συνόδεψε. Αν και την τελευταία χρονιά η Ιταλία γνώρισε κι αυτή μια κάποια ανάκαμψη (ασθενέστερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου), το ΑΕΠ της παραμένει κατά 6% χαμηλότερο απ’ ό,τι ήταν προ δεκαετίας και το κατά κεφαλήν εισόδημα μικρότερο από το 1999, όταν η χώρα έμπαινε στο ευρώ. Με την ανεργία στο 11% και τους νέους να μεταναστεύουν μαζικά στη Βόρεια Ευρώπη για δουλειά, το όνειρο μιας ευρωπαϊκής dolce vita γίνεται εφιάλτης και η μαχητική κραυγή του Μπέπε Γκρίλο «tutti a casa!» (όλοι σπίτια τους) βρίσκει ευήκοα ώτα.

Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που το M5S, με το θολό, λαϊκιστικό του προφίλ και την υπόσχεση για εγγυημένο εισόδημα 780 ευρώ σε όλους, εργαζομένους και ανέργους, τα πήγε πολύ καλά στον πιο φτωχό Νότο. Αντίθετα, στον πλουσιότερο Βορρά, ηγεμόνευσε η ξενοφοβική Λέγκα, που εκμεταλλεύτηκε δημαγωγικά τις ανησυχίες πιο εύπορων στρωμάτων για τη μετανάστευση, τον δεύτερο βασικό παράγοντα που επώαζε το ιταλικό σοκ, σε μια χώρα που δέχθηκε 600.000 μετανάστες σε τέσσερα χρόνια. Ξενοφοβικούς τόνους, χαμηλότερους από τη Λέγκα, υιοθέτησε και το M5S, το οποίο άλλωστε ανήκει στην ίδια ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου με τη γερμανική AfD και το βρετανικό UKIP.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τις Βρυξέλλες το M5S και η Λέγκα αποτελούν δύο συγγενή κακά. Μεταξύ αυτών, όμως, η Λέγκα μάλλον προβάλλει ως το έλασσον. Εκφράζοντας ένα είδος «εθνικισμού των πλουσίων», το κόμμα του Σαλβίνι έχει αποσύρει τη θέση για δημοψήφισμα γύρω από το ευρώ, ενώ το οικονομικό του πρόγραμμα κινείται σε νεοφιλελεύθερη λογική, με δεσμεύσεις για περικοπές δημοσίων δαπανών και μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις.

Αλλωστε οι Βρυξέλλες δεν είχαν στο παρελθόν πρόβλημα να ανεχθούν ακροδεξιές δυνάμεις σε συμμαχικές κυβερνήσεις –τον προερχόμενο από τους νεοφασίστες Φίνι στην Ιταλία, τον ΛΑΟΣ στην Ελλάδα– εφόσον στήριζαν την οικονομική ορθοδοξία του Συμφώνου Σταθερότητας. Ούτε και σήμερα έχουν κανένα πρόβλημα με τη συμμετοχή της Ακροδεξιάς στη συντηρητική κυβέρνηση του Σεμπάστιαν Κουρτς, στην Αυστρία. Αντίθετα, το Μ5S, αν και έχει βάλει κι αυτό πολύ νερό στο κρασί του αναφορικά με το ευρώ, θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη αναστάτωση στη δημοσιονομική πειθαρχία της Ευρωζώνης.

Σε άνοδο ο ευρωσκεπτικισμός

Η νέα ιταλική κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει τις κοινωνικές πιέσεις, που εκφράστηκαν με τόσο θεαματικό τρόπο στην κάλπη. Στο οικονομικό πεδίο, θα είναι περισσότερο «ανυπάκουη» από την προηγούμενη κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς, πιέζοντας τις Βρυξέλλες για μεγαλύτερη ευελιξία στις κρατικές δαπάνες και τη διαχείριση του ελλείμματος, ενώ είναι βέβαιο ότι θα σκληρύνει τη στάση της στο θέμα του μεταναστευτικού. Οι προσπάθειες του διδύμου Μέρκελ - Μακρόν να δοθεί νέα ώθηση στο ευρωπαϊκό εγχείρημα μέσα από τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης (που παραμένει ομιχλώδης) θα προσκρούσουν σε πρόσθετες δυσκολίες.

Η νέα πολιτική γεωγραφία της Ιταλίας καθιστά περισσότερο ορατή μια εγγενή, παθολογική τάση που θέτει σε δοκιμασία το ευρωπαϊκό σχέδιο: Την προοδευτική διχοτόμηση της Ε.Ε. ανάμεσα σε έναν οικονομικά ισχυρό και πολιτικά φιλελεύθερο πυρήνα βορείων χωρών, γύρω από το γαλλογερμανικό ζεύγος, και σε μια ασταθή περιφέρεια ανατολικών και νοτίων χωρών, στην οποία τείνει να υποβιβαστεί και η Ιταλία, όπου οι άνεμοι των «αντισυστημικών», ευρωσκεπτικιστικών ρευμάτων πνέουν ισχυροί. Στην Ουγγαρία, ο εθνικολαϊκιστής πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν είναι πολύ πιθανό ότι θα επανεκλεγεί τον Απρίλιο. Στην Πολωνία, το κυβερνών, αντιδραστικό κόμμα PiS καλπάζει, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Στην Ελλάδα, η Χρυσή Αυγή παραμένει υπαρκτός και, πιθανώς, υποτιμημένος κίνδυνος, που ευνοείται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα έξαρσης των εθνικισμών στην περιοχή μας. Ολα δείχνουν ότι η δικαιολογημένη ανακούφιση για την ήττα της Μαρίν Λεπέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές ήταν πρόωρη.

Πηγή: Καθημερινή