Το ρωσικό εμπάργκο έφερε στην επικαιρότητα - με τον βαρύτερο τρόπο - το φορείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αν υπήρξε αυτή τα τελευταία χρόνια.  Η ελληνική κυβέρνηση, από την αρχή που ανέλαβε, μοναδικό της στόχο είχε την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονταν από τις συμφωνίες με την τρόικα. Κάθε τι άλλο έχει περάσει στον αυτόματο πιλότο (με μοναδική εξαίρεση τις ελαστικές σχέσεις εργασίας που υιοθέτησε το Ελληνικό Δημόσιο με τους μη εργαζόμενους - ωφελούμενους προγραμμάτων).

Η εξωτερική πολιτική συμπυκνώθηκε στην υποταγή όσων απαιτεί η τρόικα. Στην ουσία το Υπουργείο Εξωτερικών μετατράπηκε σε Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών. Τόσο ο Υπουργός όσο και ο Πρωθυπουργός αδυνατούσαν να αντιτάξουν μία αυτόνομη εξωτερική πολιτική προς όφελος της χώρας. Το αποτέλεσμα φάνηκε γρήγορα. Έρμαια των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων στην Ουκρανία και πιστός ακόλουθος του γερμανικού επεκτατισμού, ποτέ δεν εξέτασαν πιθανές συνέπειες για τη χώρα. Δεκάδες ελληνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Ουκρανία και τη Ρωσία, αλλά όπως φάνηκε ουδέποτε προσπάθησαν με τρόπο ουσιαστικό να τις προστατεύσουν. Και τούτα ενώ ακόμα συνεχίζεται ο εμφύλιος πόλεμος.

Αντίθετα, από νωρίς επέλεξαν να στραφούν εμφανώς στο πλευρό των αναγκών της γερμανικής ελίτ για αύξηση των σφαιρών επιρροής (που ήρθε σε σύγκρουση με τα ρωσικά ολιγαρχικά συμφέροντα). Σαφώς και ουδείς ενδιαφέρθηκε για το συμφέρον του ουκρανικού λαού ή του ρωσικού ή ακόμα και του γερμανικού. Ο Βενιζέλος υπερασπίστηκε διά της παρουσίας του τη νέα κυβέρνηση εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων χωρίς προηγουμένως να έχει επικοινωνήσει με τη ρωσική κυβέρνηση, βάζοντάς την απέναντί της (ακόμα κι αν μιλάμε για εκλεγμένη κυβέρνηση). Μάλιστα η Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή Προεδρία βρέθηκε συνυπεύθυνη, αν όχι κύριος υπεύθυνος.

Η Ελλάδα έπρεπε - και μπορούσε - από την αρχή να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο και να διεκδικήσει το ρόλο του ειρηνοποιού. Η Ευρωπαϊκή Προεδρία της επέβαλε αυτή την υποχρέωση. Οι παραδοσιακές σχέσεις (κοινωνικές, προσφυγικές και πολιτικές) με τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές επίσης θα επέτρεπαν κοινές συναντήσεις. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι ακόμα και μία -αδύναμη σχετικώς- χώρα μπορεί όταν θέλει να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες και να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών. Τα κέρδη από κάτι τέτοιο είναι ανυπολόγιστα και σε οικονομικό επίπεδο και σε πολιτικό (ακόμα και στο εσωτερικό της χώρας).

Ωστόσο, η κυβέρνηση είναι παραδομένη στον αγώνα της για την επιβολή των αντιλαϊκών μέτρων προσχωρώντας πλήρως στα συμφέροντα της γερμανικής ελίτ (μέρος της οποίας διαφώνησε με τις κυρώσεις). Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις αγροτικές εξαγωγές που είναι εποχική φαινόμενο, αλλά στο σύνολο των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία.  Δεν είναι μόνο τα οπωροκηπευτικά, αλλά οι παράλληλες επιχειρηματικές δράσεις (μεταποίηση, εμπορία, μεταφορές μέχρι και την φαινομενικά άσχετη τοπική αγορά από το μανάβη μέχρι το γεωπόνο και τον έμπορο λιπασμάτων ή συντηρητή μηχανημάτων). Και φυσικά την ίδια ώρα άλλες χώρες προσπαθούν να διαπραγματευτούν τις ελληνικές απώλειες (Τουρκία, λατινική Αμερική κλπ).

Αν και το πρωθυπουργικό επιτελείο είχε επενδύσει επικοινωνιακά στην ανάληψη της Προεδρίας, τελικά φάνηκε όχι μόνο κατώτερη των εξελίξεων, αλλά και αδιάφορη παντελώς μπροστά σε έναν πόλεμο ως θεατής θανάτων αμάχων, μπροστά στην αναβίωση του φασισμού σε μια χώρα που φλερτάρει με την ΕΕ, όπου τα πολιτικά και οικονομικά κεντροευρωπαϊκά συμφέροντα τίθενται υπεράνω των ευρωενωσιακών αξιών. Υποταγμένη στο άρμα του γερμανικού/ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού επέλεξε το δρόμο της γονυκλισίας.

Οι συνέπειες σήμερα πλέον γνωστές. Χάνονται πλέον όλα τα ερείσματα (οικονομικά ή πολιτικά) στη Ρωσία, και επισήμως η Ελλάδα είναι γρανάζι της γερμανικής επεκτατικής στροφής προς την ανατολή κλείνοντας τα μάτια στις -οικονομικές- συγκρούσεις που αναμφίβολα θα αυξηθούν, η ελληνική αγροτιά θα μαραζώσει. Μάλιστα η κυβέρνηση διαμηνύει ότι τη δική της αδυναμία να ασκήσει μία διαμεσολαβητική κι ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική θα την πληρώσουν όλοι οι Έλληνες. Επέλεξε να ενισχύσει τις πολεμικές αναμετρήσεις σε βάρος της ειρήνης και της σταθερότητας που μόνο οφέλη θα έφερναν. Η διπλωματία έγινε έρμαιο της ιδεοληψίας του Σαμαρά και της νεοφιλελεύθερης προσήλωσης του Βενιζέλου την ώρα που προσπαθούν να επιβιώσουν στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Σε μια εποχή που η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αρνητικών -οικονομικών και κοινωνικών- ειδήσεων και σε μία περιοχή που παντού γύρω της αναπτύσσονται πεδία πολεμικών συγκρούσεων, η ελληνική συγκυβέρνηση δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Δεν εκμεταλλεύτηκε τη θέση της στις συμμαχίες που συμμετέχει και τις σχέσεις με τη Ρωσία και την Ουκρανία ώστε να βοηθήσει (ή έστω να προσπαθήσει) για την κατάπαυση του πυρός.

* Κατεβάστε ελεύθερα το πολιτικό δοκίμιο Η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης του Δήμου Χλωπτσιούδη από εδώ ή διαβάστε το online