Η πραχτική και οι πολιτικές παρεμβάσεις των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς-συμπεριλαμβανομένου και του ελευθεριακού και αντιεξουσιαστικού χώρου- μέχρι τώρα , είχαν σαν βασικό αντικείμενο τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανθρώπινη φτώχεια και τις ανισότητες, τις ταξικές κοινωνικές-οικονομικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στα πλαίσια των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Τα περιβαλλοντικά πράσινα κόμματα αντίστοιχα, εκτός από τα παραπάνω που τα έβαζαν σε δεύτερη μοίρα, στόχευσαν κυρίως στα δικαιώματα της φύσης και των άλλων μορφών ζωής, κριτικάροντας το γεγονός ότι το ανθρώπινο παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα βάζει σε κίνδυνο τις συνθήκες ύπαρξης της ίδιας της ζωής-άρα και της ανθρώπινης- με τη ρύπανση-μόλυνση του περιβάλλοντος από τα απόβλητά του και την επερχόμενη κλιματική αλλαγή.

Από την οπτική των πρώτων ξεφεύγει σε μεγάλο βαθμό η επίλυση των παγκόσμιων και τοπικών οικολογικών προβλημάτων, από την οπτική των δεύτερων ότι η επίλυση των οικολογικών προβλημάτων συνδέεται άμεσα με την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και το ζήτημα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια των κοινωνιών και όχι στα πλαίσια των αγορών(αν π.χ. επιβληθεί το «πράσινο» κεφάλαιο). Από την οπτική και των δύο μορφών πολιτικής παρέμβασης σήμερα λείπει η οπτική που θα μπορούσε να τις ενώσει και να τις ομογενοποιήσει: η αντιμετώπιση της βιόσφαιρας-της οποίας μέρος είναι οι ανθρώπινες κοινότητες-σαν μιας σφαίρας, στην ουσία της αντικαπιταλιστική.  

Πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, εδώ και κάποια δις χρόνια, υπάρχει από τη βιόσφαιρα μια επιτυχής διαχείριση των φυσικών πλανητικών πόρων που διαθέτει ο «οίκος» γη-ενέργεια, υλικά, όντα, σχέσεις και νοήματα όλων αυτών . Αν το γήινο αυτό νοικοκυριό της βιόσφαιρας, στο οποίο μετέχουν σαν «νοικοκύρηδες» όλα τα είδη των ζωντανών οργανισμών, το ονομάσουμε εμείς οι άνθρωποι οικο-λογία (τι δηλαδή σκεφτόμαστε εμείς οι άνθρωποι, σαν ένας από τους νοικοκύρηδες του κοινού με τα άλλα είδη οίκου μας), τότε αυτό που ονομάσαμε εμείς πάλι οικονομία, δηλαδή το ανθρώπινο νοικοκυριό, εμπεριέχεται στο νοικοκυριό της βιόσφαιρας. Αυτό είναι που στην ουσία μας εξασφαλίζει την ύπαρξη και του δικού μας επί μέρους νοικοκυριού. Φως, οξυγόνο, νερό, κλίμα, έδαφος, πρώτες ύλες, ενέργεια κ.λπ., που χρειάζονται για το ανθρώπινο νοικοκυριό, είναι προϊόντα του βιοσφαιρικού νοικοκυριού.

Το πώς λειτουργεί επιτυχώς η  φύση και η βιόσφαιρα εδώ και εκατομμύρια χρόνια, σαν δηλαδή μια οικονομία των «κοινών» πόρων, θα πρέπει να είναι και το κατεξοχήν παράδειγμα για το πώς θα πρέπει να λειτουργεί και η ανθρώπινη οικονομία. Για πολύ καιρό στην ανθρώπινη ιστορία λειτούργησαν με αυτόν τον τρόπο και οι ανθρώπινες κοινότητες, στηριζόμενες ακριβώς στην οικονομία των «κοινών» συλλογικών αγαθών. Από κάποια στιγμή όμως και μετά αυτό άλλαξε. Άλλαξε από τότε που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία , εξημέρωσε τα ζώα και θεσμοθέτησε την ατομική ιδιοκτησία, μια διαδικασία που άρχισε πριν από περίπου 12 χιλ. χρόνια.

Στη συνέχεια επικράτησαν εξουσιαστικές σχέσεις στα πλαίσια των πολύπλοκα εξελισσόμενων ανθρώπινων κοινωνιών και οι εξουσιαστικές ελίτ για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους διαμόρφωσαν θεωρίες για θεϊκά στην αρχή σχέδια και στη συνέχεια επιστημονικά, σύμφωνα με τα οποία: αντί η κοινωνία και οι δράσεις της να εντάσσονται συμβατά στις λειτουργίες της φύσης και της βιόσφαιρας, οι θεωρίες και το μοντέλο που δημιούργησαν για τη φύση εξηγούσαν και νομιμοποιούσαν το μοντέλο της κρατούσας κάθε φορά κοινωνικής οργάνωσης.

Πριν από 200 χρόνια περίπου, μετά τον Δαρβίνο και τον Άνταμ Σμιθ , οι ιδέες για τη ζωή και τη φύση καθορίσθηκαν από τις ιδέες των κυρίαρχων οικονομικών σχέσεων της εποχής. Έτσι η ιδέα του Δαρβίνου για την «επιβίωση του ισχυρότερου» μεταφράσθηκε στα σιωπηλά στα φυσικά αξιώματα του τύπου: «αγώνας για την ύπαρξη», «ανταγωνισμός», «επέκταση», «μεγέθυνση», «επιδίωξη του βέλτιστου» κ.λπ. με διττή εφαρμογή, στη φύση και στην κοινωνία:

Στη Φύση-Βιόσφαιρα

Στην Οικονομία-Κοινωνία

Ανταγωνισμός ειδών

Ανταγωνισμός ατόμων-επιχειρήσεων

Εξασφάλιση ζωτικών χώρων

Εξασφάλιση αγορών

Επιδίωξη μέγιστης πιθανότητας επιβίωσης

Επιδίωξη μεγιστοποίησης περιθωρίων κέρδους

Οι «αδύνατοι» εξαφανίζονται

Οι αναποτελεσματικοί δηλώνουν πτώχευση

Κάθε εξέλιξη και πρόοδος, είτε βιολογική, είτε τεχνολογική, είτε κοινωνική, θεωρήθηκε ότι γεννήθηκε μόνο από το άθροισμα των δράσεων των μεμονωμένων εγωιστικών ατόμων. Στην μεταφυσική αυτή αντίληψη για τη  βιόσφαιρα και την ανθρώπινη κοινωνία-οικονομία στηρίχθηκαν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και αναδείχθηκαν κυρίαρχες την ίδια περίοδο.

Αλλά αυτή ακριβώς η αντίληψη δεν αφορά στην ουσία τη φύση, αλλά πρόκειται για την εικόνα και τη θεώρηση που είχε η καπιταλιστική κοινωνία για τον εαυτό της, όταν αναδυόταν από τα σπλάχνα του φεουδαρχισμού, και την πρόβαλε και στη φύση για να μπορεί να ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι πρόκειται για τη φυσική της εξέλιξη. Το παλιό: «αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε τη γη», οι φυσικές και οι κοινωνικές επιστήμες το έλεγαν τώρα με άλλα λόγια: «ο homo oeconomicus, ο ορθολογικός-ωφελιμιστικός  άνθρωπος –βιολογική μηχανή, θα θέσει στην υπηρεσία του όλη τη βιόσφαιρα, επιδιώκοντας μέσω της κατανάλωσης την ευμάρειά του».

Στη δε επιστημονική και φιλοσοφική κριτική που ασκήθηκε σε αυτή τη θεώρηση από ανεξάρτητους επιστήμονες και «αιρετικούς» φιλοσόφους, ότι δηλαδή ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή(αλλά κάτι παραπάνω), η εξέλιξή του δεν στηρίχθηκε στα μονωμένα άτομα του είδους(αλλά στην ομάδα και την κοινότητα), ότι δεν πρόκειται μόνο για βιολογική εξέλιξη(αλλά και για πολιτισμική και κοινωνική κατασκευή), ότι δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τον ανταγωνισμό(αλλά και από την συνεργασία, τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη), ούτε μόνο από τον εγωισμό(αλλά και από την ανάγκη αναγνώρισης από τους άλλους), η απάντηση ήταν: «τι να κάνουμε, έτσι είναι από τη φύση του ο άνθρωπος, η συμπεριφορά του καθορίζεται από το εγωιστικό γονίδιο που έχει μέσα του και κυριαρχεί».     

Ο καπιταλισμός λοιπόν πέρασε στην ατομική και τη κοινωνική συνείδηση την παραπάνω θεώρηση, σαν επιστημονικά κυρίαρχη. Δημιούργησε μια τεχνοεπιστήμη που στηρίχθηκε στο συνδυασμό της βιολογίας και της οικονομίας και την ανέδειξε σαν την καινούργια ιδεολογία (σχεδόν θρησκεία, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και «ιδεολογία της φυσικής οικονομίας»), που θα δώσει τις λύσεις σε όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ακόμα και σε αυτά που δημιούργησε η ίδια στον εαυτό της και στη βιόσφαιρα, σαν παρενέργειες.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα στη φύση και στη βιόσφαιρα και άρα και στον άνθρωπο σαν μέρος της;

Ας εξετάσουμε ένα- ένα τα βασικά αξιώματα στα οποία στηρίζεται ο καπιταλισμός:

1. Αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα:

Το «όλο και μεγαλύτερη βελτίωση του βαθμού απόδοσης», που είναι εκ των ουκ άνευ για τον καπιταλισμό, δεν ισχύει στη φύση και τη βιόσφαιρα. Η φύση-βιόσφαιρα δεν είναι αποδοτική. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα[1]. Να μερικά: Τα θερμόαιμα ζώα χρησιμοποιούν πάνω από το 97% της ενέργειάς τους για συντήρηση-ευχαρίστηση του σώματος. Η φωτοσύνθεση έχει ένα πολύ χαμηλό βαθμό απόδοσης που δεν ξεπερνά το 7%. Ψάρια, αμφίβια και έντομα συχνά θα πρέπει να ωοτοκούν εκατομμύρια αυγά για να αφήσουν έναν απόγονο.

Αντί να είναι αποδοτική, η φύση επιτρέπει στον εαυτό της να είναι «χουβαρντάς». Μπορεί να έχει απώλειες, γιατί τις αντισταθμίζει με ατελείωτη προσφορά και αφθονία που σου κόβει την ανάσα. Δεν είναι «σπαγκοραμμένη» γιατί η βάση για τις «δουλειές» της είναι η ηλιακή ενέργεια, που πέφτει «δωρεάν» από τον ουρανό. Αντίθετα οι κοινότητες των ανθρώπων,  έχοντας σαν είδος αποκτήσει λογική, φροντίζουν από τη δική τους μεριά, με όσα λιγότερα από κείνα που τους αντιστοιχούν, να πετύχουν τα περισσότερα για αυτές και τα όλο και περισσότερα μέλη τους(αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού). Αυτό το αξίωμα του ανθρώπινου νοικοκυριού, στην ουσία του κληροδοτήθηκε από τη φύση, μέσω της ευφυΐας.   

2. Ταχύτητα:

Το «όλο και πιο γρήγορα», που είναι ένα άλλο επίσης μότο του καπιταλισμού, δεν ισχύει για τη φύση, η οποία είναι αργή και «τεμπέλα», με την έννοια ότι «πειραματίζεται» με τις διάφορες μορφές ζωής για πάρα πολλά για την αντίληψή[2] μας χρόνια, μέχρι να παραχθεί ένα νέο είδος ή μια νέα ποικιλία ή μια ράτσα. Αυτό που συμβαίνει στη βιόσφαιρα πραγματικά, περιγράφεται καλύτερα στη ρήση του Λάο Τσε: «Η φύση δεν βιάζεται, κι όμως πάντα φθάνει στον προορισμό της». Το ίδιο εκφράζει και ο μύθος του Αισώπου για τον λαγό και τη χελώνα, όπου η επιτυχία του στόχου δεν είναι ζήτημα ταχύτητας, αλλά του ιδιαίτερου από τη φύση του χρόνου που χρειάζεται ο καθένας για την επιτυχία. Αλλά και ο Χριστός, στην «επί του όρους ομιλία» λέει: «Δες τε τα κρίνα του αγρού, πως μεγαλώνουν, δεν δουλεύουν, δεν κινιούνται, και όμως σας λέω ότι ούτε ο Σολομών με όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ήταν τόσο όμορφα ντυμένος».

Η επιτυχία στη φύση δεν στηρίζεται στην ταχύτητα. Είναι ζήτημα χρόνου, τον οποίο διαθέτει άφθονο, χωρίς να βιάζεται. Και ο άνθρωπος έχει «δικαίωμα στην τεμπελιά», έγραψε ο  Πωλ Λαφάργκ που ήταν γαμπρός του Καρλ Μαρξ και απαντούσε στην προτεσταντικής προέλευσης  προτροπή των καπιταλιστών προς την εργατική τάξη για περισσότερη δουλειά, απόδοση και ταχύτητα στη παραγωγή, την εποχή του. Αλλά το «δικαίωμα στη δουλειά», που από τη μεριά των εργατικών οργανώσεων σήμερα αποβλέπει στην εξασφάλιση εισοδήματος για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, στην ουσία δεν αντιβαίνει στον τελικό στόχο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης, που δεν είναι άλλος από τη μεγιστοποίηση του κέρδους.
 
3. Ανάπτυξη-Μεγέθυνση:

Η βιόσφαιρα δεν μεγεθύνεται. Η συνολική ποσότητα της βιομάζας δεν αυξάνει. Η συνολική απόδοση δεν ανεβαίνει: η οικονομία της φύσης είναι μια «οικονομία σταθερής κατάστασης»( steady-state economy)[3], όπως λένε οι οικονομολόγοι. Ακόμα και ο αριθμός των διαφορετικών ειδών δεν αυξάνει απαραίτητα, σε κάποιες περιόδους αυξάνει, σε κάποιες λιγοστεύει. Μόνο ο άνθρωπος την τελευταία περίοδο απειλεί να σπάσει την ισορροπία και να μειώσει αισθητά κάποια άλλα είδη. Αυτό πάντως που αυξάνει είναι η διαφορετικότητα: τα είδη αισθήσεων-εντυπώσεων, τα είδη έκφρασης, οι παραλλαγές στην εμφάνιση και την ύπαρξη, η βιοποικιλότητα. Με αυτούς όμως τους τρόπους η φύση δεν κερδίζει σε βιομάζα, αλλά σε βάθος και ποιότητα. Δεν αυξάνει την ποσότητα, αλλά την ποιότητα.

4. Ανταγωνισμός:

Ποτέ δεν υπήρξε αποδεδειγμένα η εμφάνιση ενός νέου είδους σαν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού για κάποιον πόρο. Τα είδη γεννιούνται τυχαία: με ξαφνικές μεταλλάξεις, με την απομόνωση κάποιας ομάδας από το υπόλοιπο του είδους, με απρόσμενες συμβιώσεις, δηλαδή μέσω συνεργασίας και αλληλοεπίδρασης. Η υψηλή ανταγωνιστικότητα-π.χ. για έναν περιορισμένο πόρο-οδηγεί συνήθως σε βιολογική ερήμωση και εξαφάνιση.  

5. Σπανιότητα:

Ο βασικός ενεργειακός πόρος στη φύση είναι η ηλιακή ενέργεια και αυτή βρίσκεται σε αφθονία και σχεδόν παντού. Αυτή μετατρέπεται σε όλες τις άλλες μορφές ενέργειας(αιολική, βιομάζας, χημική κ.λπ) και αποθηκεύεται στα οικοσυστήματα, ώστε να είναι στη διάθεση όλων των ειδών της βιόσφαιρας. Ένας άλλος βασικός πόρος που δεν έχει όριο προς τα πάνω, είναι ο αριθμός των συμβιοτικών-οικολογικών σχέσεων και των νέων ζωτικών χώρων, η βιοποικιλότητα. Ο μεγάλος αριθμός διαφορετικών ειδών και οι σχέσεις μεταξύ τους στα επί μέρους και στο πλανητικό οικοσύστημα, οδηγούν στη διαμόρφωση ζωτικών χώρων, που χαρακτηρίζονται όχι από την όξυνση του ανταγωνισμού και την «επικράτηση του ισχυρότερου», αλλά από την πολυπλοκότητα και την δημιουργία όλο και περισσότερων σχέσεων μεταξύ των ειδών και άρα στην αύξηση της ελευθερίας επιλογών, βασισμένης στην αύξηση της αλληλοεξάρτησης. Αυτό μετατρέπει τη σπατάλη που υπάρχει στη φύση, στην ουσία σε μεγαλύτερο πλούτο. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για αφθονία των βιολογικών «κοινών»

6. Ιδιοκτησία:

Στη βιόσφαιρα δεν υπάρχει ιδιοκτησία. Ακόμα και το ίδιο το σώμα ενός ατόμου κάποιου είδους δεν ανήκει στο άτομο. Το υλικό από το οποίο αποτελείται το σώμα αλλάζει και αντικαθίσταται συνεχώς από οξυγόνο, διοξείδιο ή τροφή. Η ομιλία και η γλώσσα ομιλίας π.χ. στον άνθρωπο προήλθε από την κοινότητα των ομιλητών αυτής της γλώσσας. Η άγρια φύση, η οποία μπορεί να μη φαίνεται στο εξελιγμένο άτομο, διατρέχει την εσωτερική του ταυτότητα. Κάθε ατομικότητα, κάθε, μέσω άλλων ζωών επιτυχής ατομική ζωή, οφείλεται τόσο στα βιολογικά «κοινά»(“commons”), όσο επίσης και στα πολιτιστικά και συμβολικά «κοινά»(φαντασθείτε να ιδιωτικοποιούνταν τα γράμματα μιας αλφαβήτου κάποιας γλώσσας).
 
Τα «κοινά»(“commons”) είναι τα βασικά στοιχεία στη βιόσφαιρα

Όπως αναφέραμε ήδη, η φύση σαν μια ολότητα είναι μια οικονομία των κοινών πόρων. Δεν υπάρχει κανένα μονοπώλιο σε αυτήν, όλα είναι «ανοικτού κώδικα». Η πεμπτουσία του οργανικού κόσμου δεν είναι το «εγωιστικό γονίδιο», αλλά ο ανοικτός κώδικας, πηγή κάθε γενετικής πληροφορίας. Ακόμα και τα γονίδια που πατεντάρονται σήμερα, από τη φύση τους δεν είναι ανταγωνιστικά, ούτε αποκλειστικά , μόνο έτσι μπορούν να φέρουν μαζί τους κάτι νέο. Αυτό το νέο μπορεί να εκφρασθεί μόνο με τη συνεργασία των διπλανών γονιδίων, δηλαδή από το γονιδίωμα σαν σύνολο. Το DNA μπόρεσε και διακλαδώθηκε σε τόσα πολλά διαφορετικά είδη, επειδή όλα τα άτομα κάθε είδους μπορούσαν να κάνουν χρήση του ανοικτού κώδικά και το καθένα μπορούσε να συναρμολογήσει το βέλτιστο για τον εαυτό. Έτσι το ανθρώπινο γενετικό υλικό αποτελείται π.χ. κατά το ένα πέμπτο περίπου από γονίδια ιών.

Από την άλλη, όπως δεν υπάρχει ιδιοκτησία στη φύση, έτσι δεν υπάρχει ούτε και απόβλητο. Όλα τα προϊόντα αποσύνθεσης κάποιων οργανισμών είναι τροφή για άλλους οργανισμούς. Κάθε άτομο ενός είδους, όταν πεθαίνει, προσφέρεται σαν δώρο σε άλλα άτομα διαφορετικού είδους, όπως ακριβώς η ίδια η ύπαρξή του ήταν κατά βάθος δώρο της ηλιακής ακτινοβολίας. Μεταξύ αυτού του «δώσε και πάρε» της φύσης επικρατεί μια σχέση που καθορίζεται από τη διαλεκτική απώλειας-παραγωγικότητας.

Στα φυσικά «κοινά» υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ειδών και ατόμων τους που βρίσκονται σε πολλαπλές σχέσεις- συνεργασίας και ανταγωνιστικότητας, συνεταιρικότητας και καταναγκασμού, παραγωγής-σύνθεσης-ζύμωσης και αποσύνθεσης-διάλυσης, δημιουργικότητας και καταστροφής. Όλες αυτές οι σχέσεις υπακούουν σε μια ανώτερη αναγκαιότητα της φύσης: μακροπρόθεσμα μπορεί να σταθεί μόνο τέτοια συμπεριφορά, η οποία προσφέρει δυνατότητες παραγωγικότητας-δημιουργικότητας για το οικοσύστημα και δεν καταστρέφει απότομα τον πλούτο του δικτύου αυτών των πολλαπλών σχέσεων.  

Το άτομο σαν στοιχείο σε αυτές τις σχέσεις, μπορεί να πραγματωθεί, όταν πραγματώνεται το υπερσύνολο και το υποσύνολο των σχέσεων που ανήκει(οι μαθηματικοί θα λέγανε: η λύση στην ειδική περίπτωση σε μια εξίσωση είναι αποδεκτή, όταν υπακούει στη γενική λύση της). Η ελευθερία π.χ. του ανθρώπινου ατόμου έχει οικολογικά χαρακτηριστικά και μπορεί να υπάρξει όταν υπακούει στην παραπάνω αναγκαιότητα. Η ατομική αυτονομία π.χ., το ολοκληρωμένο πρόσωπο, όπως διατυπώνεται από κάποιους πολιτικούς φιλοσόφους, είναι αποτέλεσμα ισορροπίας μεταξύ του αυτοπροσδιορισμού του ατόμου και της ένταξής του στην κοινότητα που ανήκει. Αυτή η διαδικασία ισορροπίας της αυτονομίας του ατόμου στα πλαίσια των δυνατοτήτων του τοπικού και πλανητικού περιβάλλοντος και των ιστορικών καταβολών(κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών) της τοπικά οργανωμένης κοινωνίας, είναι δημιουργική ως προς την αύξηση των δυνατοτήτων της κοινότητας μέσω της αυτοπραγμάτωσης των μελών της και το αντίστροφο. Αρκεί να έχουν βρεθεί κάθε φορά τα σημεία ισορροπίας που θα πρέπει να διατυπώνονται καθαρά από την θεσμικά δημοκρατική οργανωμένη κοινότητα. Η ατομική ελευθερία δε μπορεί να σταθεί μακροπρόθεσμα, αν η υλοποίησή της καταστρέφει τις πολλαπλές σχέσεις μεταξύ των μελών μιας κοινότητας, που με αυτή την έννοια αποτελεί το τοπικό κοινωνικό οικοσύστημα.

Όσο πιο βαθιές είναι οι αναφορές στο όλον και το τοπικό οικοσύστημα λοιπόν, τόσο περισσότεροι δημιουργικοί ζωτικοί χώροι προσφέρονται από αυτά στα άτομα –συμμέτοχούς τους. Μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομίας της βιόσφαιρας μπορεί να μας κάνει να μιλάμε για μεγάλο πλούτο των σχεσιακών βιολογικών αγαθών στο πλανητικό οικοσύστημα. Το ίδιο μπορούμε να μιλάμε και για μεγάλο πλούτο που μπορούν να προσφέρουν σε κάθε ανθρώπινη κοινότητα οι πολλαπλές σχέσεις των μελών της. Αυτό θα εκφράζεται και στο νοικοκυριό της, στην οικονομία της. Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν και για τον πλούτο των κοινωνικών- οικονομικών σχεσιακών αγαθών.

Η έννοια των λεγόμενων «κοινών»(“commons”), προσφέρει τη δυνατότητα σύνδεσης των φυσικών κοινών αγαθών-δηλαδή του κόσμου της αυτοπραγμάτωσης των διάφορων όντων και ειδών-και των κοινών κοινωνικών ή πολιτιστικών αγαθών της σφαίρας της ανθρώπινης δραστηριότητας(σύμβολα και κώδικες, γνώσεις, παραγωγή σχέσεων και αντικειμένων, βίωση συναισθημάτων και δικαιωμάτων κ.π). Προσφέρει στους ανθρώπους-πολίτες που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία των κοινών, να αντιληφθούν εκ νέου και στην βαθιά της ουσία, την ίδια την ποιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στα πλαίσια της βιολογικής και κοινωνικής ζωής. Προσφέρει τη δυνατότητα για επιλογή ενός ανθρώπινου νοικοκυριού που θα στηρίζεται στην αφθονία των συλλογικών αγαθών, των βιολογικών, των σχεσιακών και των κοινωνικών αγαθών.  

 Τα «κοινά» (“commons”) είναι η βάση για μια ανθρώπινη οικονομία στηριγμένη στα συλλογικά βιολογικά και κοινωνικά αγαθά.

Γιώργος Κολέμπας
   

[1] Αναφέρονται και στο Βιβλίο: Commons, für eine neue Politik jenseits von Markt und Staat, εκδόσεις transcript, σελ. 34

[2] Χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια χρόνια, για τον άνθρωπο, μπορεί να είναι μια στιγμή για τη φύση

[3] Μια κατάσταση της οικονομίας, όπου όλες οι σχετικές μεταβλητές έχουν σταθερή μεταξύ τους σχέση. Αν μεταβάλλεται η μία, μεταβάλλονται και οι άλλες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να είναι σταθερό. Με απλά λόγια: αν κάπου χάνει, κερδίζει κάπου αλλού.