Η αποξένωση είναι έννοια που εισήχθη από τον Χέγκελ, αποκτώντας ουσιαστικό νόημα με τον Μαρξ και τους ύστερους μαρξιστές. Αυτή αφορά στην απόσχιση και στην απομάκρυνση του ανθρώπου από το αποτέλεσμα της δουλειάς του. Παρόλο που υποστηρίζεται ότι ο άνθρωπος μέσα από την εργασία του στοχεύει στην κοινωνικοποίησή του, στην ολοκλήρωση και επιδιώκει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, ο υφιστάμενος τρόπος παραγωγής, αναδιανομής του εισοδήματος και καταμερισμού εργασίας, οδηγούν σε αντίθετα αποτελέσματα.

Τι αισθάνεται ο αποξενωμένος άνθρωπος; Έχει αίσθημα αδυναμίας, βιώνει την ανομία και την έλλειψη κανόνων, δε βλέπει νόημα στην εργασία και στη ζωή του, εμφανίζει πολιτισμική αποξένωση, βιώνει αυτοαποξένωση και εν τέλει, οδηγείται στην κοινωνική αποξένωση.

Αυτός ο άνθρωπος, είναι η θολή σκιά του εαυτού του. Απουσιάζει από τα καθημερινά δρώμενα. ζει μέσα στον φόβο και το άγχος. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει μέλλον και ελπίδα, ενώ αποδέχεται τις εξελίξεις και τα δρώμενα μοιρολατρικά και τελεολογικά. Ουσιαστικά οδηγείται στο κενό. Εκπαιδεύεται να δέχεται δίχως αντίρρηση τις αποφάσεις και τις επιλογές αυτών που πιστεύει ότι είναι ανώτεροι και πιο ισχυροί από εκείνον. Είναι ένας συνειδητός «υπηρέτης» του συστήματος. Δεν αντιλέγει, δε διαμαρτύρεται, ούτε αντιστέκεται. Είναι μια καλοκουρδισμένη άψυχη και απρόσωπη μηχανή, κενή από συναισθήματα. Οι μοναδικοί αριθμοί που προσδιορίζουν την ταυτότητα των εργαζομένων, είναι ένα ενοποιητικό στοιχείο για την εμφάνιση της αποξένωσης. Έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν τον έναν από τον άλλον και ταυτόχρονα, λειτουργούν ως μοναδικό προσωπικό στοιχείο.

Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της, έχουν κλονίσει τα θεμέλια και το σώμα του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς όμως τον κίνδυνο της βίαιης ανατροπής του. Στο πλαίσιο αυτό, η αποξένωση αποκτά μεγαλύτερη και καθοριστικότερη διάσταση. Δεν είναι μια κατάσταση, απόρροια συγκεκριμένων παραγωγικών σχέσεων και οργάνωσης της εργασίας, αλλά μια επώδυνη καθημερινή συνθήκη που επιβαρύνει τους ανθρώπους και καταβαραθρώνει τη ζωή τους. Μια συνθήκη που βίαια έχει εισέλθει στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Αυτή δημιουργεί, σε συνάρτηση με τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, ένα συνολικά αρνητικό πλαίσιο. Τα κατ’ επίφαση κοινωνικά όντα, απομονώνονται. Εγκλωβίζονται και εν τέλει, αποξενώνονται ως ανθρώπινες υποστάσεις. Η κρίση απομακρύνει τον άνθρωπο από τη θεμελιώδη φύση του – την παραγωγική λειτουργία και τη δημιουργία. Τόσο οι εργαζόμενοι που δουλεύουν υπό συνθήκες πίεσης, απειλής ανεργίας και άδηλου μέλλοντος, όσο και οι άνεργοι που συνθλίβουν τα όνειρα και τις ζωές τους στην ανέχεια και στην κοινωνική απομόνωση, ζουν ως ακραία αποξενωμένα όντα.

Ο άνθρωπος, καλείται να επιβιώσει μέσα από αυτές τις έντονα κρισιακές καταστάσεις. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι μεταμορφώνεται από μέρος του κοινωνικού συνόλου σε ξένο σώμα. Η κρίση αλλάζει την ταυτότητά μας. Γινόμαστε απρόσωποι και μοναδικοί αριθμοί. Η ζωή περνάει από μπροστά μας, ως εικόνες του σελιλόιντ. Τα γεγονότα αντιμετωπίζονται ως συμβάντα που έρχονται και φεύγουν. Η συνάντηση με τον άλλον παραμένει ένας ευσεβής πόθος, που ενοχοποιείται από τις κοινωνικές συμβάσεις. Η βίαιη αποξένωση είναι το μαρτύριο του σημερινού ανθρώπου.

Τι χειρότερο πρέπει να αναμένουμε, με στωικότητα, να συμβεί για να αποφασίσουμε να αντιδράσουμε; Κάποιοι παραμένουν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Άλλοι εθελοτυφλούν. Οι πολλοί αναμένουν. Για πόσο καιρό;