Όταν ο βασικός σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ για θέματα διεθνούς εμπορίου έχει γράψει ένα βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Θάνατος διά Κίνας" καταλαβαίνει κανείς με το τι έχει να κάνει. Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν είναι ο μόνος που πιστεύει ότι οι εμπορικοί πόλεμοι "είναι καλοί και κερδίζονται εύκολα".

Η απόφαση του Τραμπ να επιβάλει υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου όχι μόνο εκφράζει τη σκληρότερη πτέρυγα της σημερινής κυβέρνησης, αλλά προκαλεί σήμερα μία ακόμη σύγκρουση στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου. Η έντονη αντιπαράθεση βγήκε με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια αυτή την εβδομάδα με την παραίτηση του Γκάρι Κον, οικονομικού συμβούλου της αμερικανικής προεδρίας.

Ο πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs είχε προειδοποιήσει ότι θα εγκατέλειπε τον Λευκό Οίκο αν ο Τραμπ έκανε πράξη την απειλή του να επιβάλει τους δασμούς. Όπως και μια σειρά άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ο Κον προσπαθούσε να μεταπείσει τον Τραμπ στρέφοντάς τον σε μια κατεύθυνση «στοχευμένων δασμών» εις βάρος της Ρωσίας και της Κίνας.

Στο πλευρό του Κον φαίνεται να συμπαρατάσσονται όλοι οι εκπρόσωποι της Γουόλ Στριτ στο σημερινό υπουργικό συμβούλιο: Οι πιο προβεβλημένοι ανάμεσά τους είναι ο υπουργός Οικονομικών και επίσης προερχόμενος από την Goldman Sachs Στίβεν Μνούτσιν, όπως και ο πρώην πρόεδρος της ExxonMobil και σημερινός υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον.

Η πτέρυγα της Γουόλ Στριτ έχει τη βάσιμη ανησυχία ότι οι δασμοί του Τραμπ θα μπορούσαν να προκαλέσουν έναν ανεξέλεγκτο εμπορικό πόλεμο, ο οποίος με τη σειρά του θα έφερνε μια νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Μαζί τους σε αυτή τη φάση έχουν και τον υπουργό Άμυνας Τζέιμς Μάτις, που φοβάται για τις επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια αναμέτρηση στις σχέσεις των ΗΠΑ με μια σειρά βασικούς συμμάχους, ιδίως την Ευρώπη, τον Καναδά και την Ιαπωνία.

Σύμφωνα με τα αμερικανικά ΜΜΕ η αντιπαράθεση ξέσπασε τον Ιανουάριο, όταν, στη διάρκεια μιας ιδιαίτερα τεταμένης συζήτησης στο Οβάλ Γραφείο, ο Κον και ο τότε προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Ρομπ Πόρτερ -παραιτήθηκε επίσης τον προηγούμενο μήνα- προειδοποίησαν τον Τραμπ ότι η επιβολή των δασμών θα δυναμίτιζε το αμερικανικό χρηματιστήριο και ουσιαστικά θα εξαφάνιζε τα τεράστια κέρδη που εξασφαλίζουν στις μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις οι πρόσφατες φοροαπαλλαγές που πέρασαν οι Ρεπουμπλικανοί από το Κογκρέσο.

Προστατευτισμός εναντίον παγκοσμιοποίησης

Ο Τραμπ απέρριψε τα επιχειρήματα και αποκάλεσε τους δύο συμβούλους του... «διεθνιστές» έχοντας στο πλευρό του τον υπουργό Εμπορίου, Γουίλμπορ Ρος και τον σύμβουλό του για θέματα διεθνούς εμπορίου Πίτερ Ναβάρο, τους δύο δηλαδή βασικότερους εκφραστές της πολιτικής προστατευτισμού στη σημερινή κυβέρνηση. Ο Τραμπ και οι δύο συνεργάτες του υποστήριξαν, από την πλευρά τους, ότι οι δασμοί είναι απαραίτητοι για να προστατευτεί η αμερικανική βαριά βιομηχανία.

Ο Ναβάρο θεωρείται ο ιδεολογικός «γκουρού» του οικονομικού προστατευτισμού. Πιστεύει ότι οι πολυμερείς συμφωνίες για την απελευθέρωση του εμπορίου που υπογράφτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες έπληξαν σοβαρά τον αμερικανικό κατασκευαστικό τομέα επιτρέποντας σε χώρες όπως η Κίνα, το Μεξικό και ο Καναδάς να εκμεταλλεύονται τις ΗΠΑ.

Και κάπως έτσι ο επιχειρηματίας Ντόναλντ Τραμπ διαμόρφωσε το βασικό επιχείρημα που τελικά τον έφερε στο Λευκό Οίκο: Οι Αμερικανοί εργάτες χάνουν τις δουλειές τους επειδή η Αμερική είναι ο μεγάλος χαμένος του διεθνούς εμπορίου.

Δεν είναι βέβαια έτσι. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις ευημερούσαν όλα αυτά τα χρόνια μεταφέροντας τις μονάδες παραγωγής τους στο εξωτερικό, ενώ το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, το οποίο επικαλείται διαρκώς ο Τραμπ για να αποδείξει πόσο «ριγμένη» είναι η χώρα του, τελικά δεν επηρεάζεται τόσο από τους δασμούς όσο από μια σειρά μακροοικονομικούς παράγοντες, όπως η δημοσιονομική πολιτική και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, παρά το μένος της κυβέρνησης Τραμπ κατά της «κίτρινης απειλής», δεν είναι η Κίνα εκείνη που θα υποφέρει περισσότερο από τους δασμούς. Μόλις το 1% του χάλυβα που εισάγεται σήμερα στις ΗΠΑ προέρχεται από εκεί. Αντίθετα τα θύματα της πολιτικής Τραμπ θα είναι κυρίως φίλοι και σύμμαχοι: η Βραζιλία, η Ε.Ε., η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Ο Καναδάς και το Μεξικό εξαιρούνται μεν προσωρινά, αλλά η κίνηση φαίνεται να αποτελεί περισσότερο έναν μοχλό πίεσης προκειμένου οι δύο χώρες να υποχωρήσουν στις αμερικανικές απαιτήσεις για την αναθεώρηση της NAFTA.

Το αντίθετο αποτέλεσμα

Δεν είναι τυχαίο ότι, τη στιγμή που ο Αμερικανός Πρόεδρος ετοιμαζόταν να εξαπολύσει τον «καλό» και τόσο «εύκολο» να κερδηθεί εμπορικό του πόλεμο, η πραγματικότητα διέψευδε για μία ακόμη φορά πανηγυρικά τη ρητορική του. Ένα χρόνο ακριβώς μετά την είσοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και παρά τα σκληρά μέτρα του με στόχο «τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ», το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας του αυξανόταν ακόμη περισσότερο φτάνοντας τον Ιανουάριο τα 56,6 δισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο, δηλαδή, επίπεδο των τελευταίων εννέα ετών.

Όπως αποδείχτηκε, η επιθετική και αλλοπρόσαλλη πολιτική Τραμπ πέτυχε τελικά το εντελώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Με το να προαναγγείλει τους δρακόντειους δασμούς του το μόνο που κατάφερε ο Αμερικανός Πρόεδρος ήταν να ενθαρρύνει τους βιομήχανους της χώρας του να αγοράσουν άρον - άρον τεράστιες ποσότητες αλουμινίου και χάλυβα διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.

Η αμερικανική κυβέρνηση παίζει διαρκώς με τη φωτιά, αλλά μέχρι σήμερα έχει κατορθώσει να αποφύγει την καταστροφή. Τίποτε όμως δεν αποκλείει ένα «δυστύχημα» στο άμεσο μέλλον. Ο χάλυβας και το αλουμίνιο ενδέχεται τελικά να αποδειχτούν μόνο τα πρώτα προειδοποιητικά πυρά μιας ανελέητης σύγκρουσης. Δεν είναι μόνο το ύψος των δασμών αυτό που προκαλεί εντύπωση: 25% για τον χάλυβα και 10% για το αλουμίνιο.

Εκείνο που πραγματικά τρομάζει είναι το σκεπτικό του Λευκού Οίκου. Το γεγονός ότι τα μέτρα επιβάλλονται για λόγους «εθνικής ασφάλειας», μια αιτιολόγηση που συνήθως χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις πολέμου ή εθνικών κρίσεων. Υπογράφοντας άλλωστε το σχετικό διάταγμα την Πέμπτη, ο Αμερικανός Πρόεδρος έκανε λόγο για μια «επίθεση» που δέχεται η χώρα του.

«Με το να επικαλεστεί την εθνική ασφάλεια προκειμένου να επιβάλει νέους δασμούς, ο κ. Τραμπ πέρασε μια διαχωριστική γραμμή στο διεθνές εμπορικό σύστημα» σημειώνει χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Financial Times». Πρόκειται ουσιαστικά για τη διάλυση του ίδιου συστήματος που διασφάλισε μεταπολεμικά τόσο την κυριαρχία της Ουάσιγκτον όσο και την αποφυγή των καταστροφικών πολέμων που σημάδεψαν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Η αποδιάρθρωση ενός συστήματος

Το διεθνές σύστημα εμπορίου που στήθηκε γύρω από το Μπρέτον Γουντς και τη συνθήκη GATT είχε την υπογραφή της Ουάσιγκτον. Σήμερα είναι η Ουάσιγκτον εκείνη που πρώτη το δυναμιτίζει υπό τον φόβο που προκαλεί η ανερχόμενη δύναμη των ηττημένων του πολέμου και μιας χώρας που ελάχιστοι υπολόγιζαν ως διεθνή παράγοντα τη δεκαετία του 1940, της Κίνας. Και το πιο ανησυχητικό σε όλα αυτά είναι ότι η όξυνση των οικονομικών ανταγωνισμών συμβαδίζει με την εκρηκτική αύξηση των αμυντικών δαπανών σε όλες τις πλευρές της αντιπαράθεσης.

Η άλλη όψη είναι ακόμη πιο τρομακτική. Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν παρουσίασε πρόσφατα τα «αόρατα» πυρηνικά όπλα που θα απαντήσουν στα «εύχρηστα» πυρηνικά του Ντόναλντ Τραμπ. Στις ΗΠΑ Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί κατέληξαν σε συμφωνία για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που αυξάνει τα αμυντικά κονδύλια κατά 160 δισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη διετία. Τις αμυντικές της δαπάνες αυξάνει δραματικά και η Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν, ενώ κάτι ανάλογο προβλέπει και η συμφωνία για τη συγκρότηση νέας γερμανικής κυβέρνησης.

Εν αρχή, όμως, ην το εμπόριο. Η κατάρρευση του μεταπολεμικού πλαισίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι που όλοι φοβούνται να φανταστούν. Οι “New York Times” κάνουν λόγο για «τον πιο εκτεταμένο εμπορικό πόλεμο που έχει δει ο πλανήτης από την εποχή του κραχ». Για τον Μάρτιν Γουλφ, βασικό οικονομικό αναλυτή των “Financial Times” όλα αυτά ισοδυναμούν με τη «βαλκανοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας».

Κατά τα άλλα η ρητορική Τραμπ περί της ανοχύρωτης υπερδύναμης της οποίας ηγείται βασίζεται ως συνήθως στα fake news με τα οποία αρέσκεται να τροφοδοτεί την αμερικανική κοινή γνώμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το επίπεδο των δασμών στις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου βρίσκεται σήμερα σε παρόμοια επίπεδα: κατά μέσον όρο για το 2015 έφταναν το 2,1% στην Ιαπωνία, το 2,4% στις ΗΠΑ και το 3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η «ανορθογραφία» του 4,4% της Κίνας αποτελεί προϊόν συλλογικής διαπραγμάτευσης. Όταν έγινε δεκτή στον ΠΟΕ το 2001, εθεωρείτο ακόμη αναπτυσσόμενη χώρα.

Πηγή: Αυγή