Φέτος είναι η συμπλήρωση 100 χρόνων του παγκόσμιου συστήματος ελέγχου των ναρκωτικών ουσιών. Ξεκίνησε με τη Σύμβαση της Χάγης του 1912 και τελικά οδήγησε στο σύστημα που έχουμε σήμερα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών. Αρχικά είχε σχεδιαστεί ως μέσο διαχείρισης και ελέγχου των ουσιών, καθώς και περιορισμού της χρήσης τους μόνο για ιατρικούς σκοπούς. Στην πραγματικότητα όμως μετατράπηκε σε ένα σύστημα πλήρους απαγόρευσης που ασκεί πίεση στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ποινικό έλεγχο, ανεξάρτητα από το εάν αυτό είναι συμβατό με τον πολιτισμό τους, ή ακόμη, αν μια τέτοια προσέγγιση στην πραγματικότητα λειτουργεί. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι δεν έχει λειτουργήσει. Διαβάστε εδώ την τοποθέτηση της Συμμαχίας 'Αλλάξτε πολιτική για τα ναρκωτικά', με αφορμή σχετική συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη.

Του Carel Edwards
Πρώην επικεφαλής της μονάδας συντονισμού της πολιτικής για τα ναρκωτικά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά και πολλές άλλες χώρες υπάρχει μια τάση απομάκρυνσης από αυτό το λεγόμενο πόλεμο κατά των ναρκωτικών, προς μια προσέγγιση βάσει επιστημονικών δεδομένων, η οποία δίνει έμφαση στην πρόληψη, τη μείωση των επιβλαβών συνεπειών, καθώς και την εκπαίδευση πάνω σε ζητήματα κοινωνικής επανένταξης και υγιεινής σχετικά με ναρκωτικά. Βλέπουμε, επίσης, ένα αυξανόμενο βαθμό ανοχής της κάνναβης, η οποία είναι πλέον η πιο διαδεδομένη ουσία στον κόσμο. 

Με ένα στους πέντε Ευρωπαίους να κάνουν χρήση κάνναβης είτε τώρα είτε στο παρελθόν, πολλές χώρες διαπιστώνουν ότι η αποποινικοποίηση - επίσημα ή με όποιο άλλο τρόπο - είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή. Υπάρχει μια αυξανόμενη αίσθηση σε πολλές κοινωνίες, ότι οι αυθαίρετες συλλήψεις για κατοχή μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών για προσωπική χρήση, δεν είναι πλέον συναφής με την εποχή που ζούμε και είναι όλο και περισσότερο απαράδεκτη για το ευρύ κοινό.

Η ιδέα ότι μπορείς να δημιουργήσεις μια κοινωνία χωρίς ναρκωτικά μέσω δικαστικών και κατασταλτικών μέσων δεν έχει καμία βάση σε οποιοδήποτε είδος ανάλυσης. Η ίδια η ιδέα αυτή αμφισβητείται πλέον όλο και περισσότερο στην βάση των προσωπικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών ουσιών (πάνω από 90%) δεν είναι «προβληματικοί» χρήστες, είναι δηλαδή «κανονικοί» άνθρωποι. Η δικαστική παρέμβαση στις ζωές αυτών των ανθρώπων είναι όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί, ιδιαίτερα σε μια εποχή σοβαρής οικονομικής κρίσης και με βαθιές περικοπές των δημόσιων οικονομικών.

Δεδομένης της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, περισσότερο από ποτέ, θα πρέπει να επικεντρωνόμαστε στο να βοηθάμε τους προβληματικούς χρήστες μέσω της πρόληψης, της θεραπείας και της μείωσης της βλάβης και όχι μέσω της δίωξης και της φυλάκισης.

Η εξοικονόμηση για την κοινωνία και τα δημόσια οικονομικά είναι πολύ σημαντική και φαίνεται σε μελέτες ότι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες αυτή η αποποινικοποίηση κοστίζει μέχρι και πέντε φορές λιγότερο από το κόστος της ποινικοποίησης αυτών των ανθρώπων.

Τα χρήματα που εξοικονομούνται με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμηση των πιο πιεστικών θεμάτων δημόσιας τάξης και να παρέχουν το είδος της κοινωνικής προστασίας που ο λαός περιμένει από το κράτος.