«Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε
την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο
φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ» Giordano Bruno
 
«Η πίστη είναι για τον άνθρωπο ό,τι και η
άμμος για τη στρουθοκάμηλο» Τοιχογράφημα
 
«Καμιά ψευτιά δεν είναι τόσο καταστροφική
όσο εκείνη που γίνεται αντικείμενο πίστης» Thomas Paine, αμερικανός φιλόσοφος.
 
«Όλες οι μεγάλες αλήθειες ξεκινούν ως βλασφημίες» George Bernard Shaw Νόμπελ Λογοτεχνίας
 
* Ένας άνθρωπος που στοχάζεται κι εργάζεται κάνει περισσότερα θαύματα, από χίλιους που προσεύχονται σε ανύπαρκτους ‘θεούς’
 
«Οι κάτοικοι της γης είναι δύο ειδών: εκείνοι με μυαλά, αλλά χωρίς θρησκεία, και εκείνοι με θρησκεία, αλλά χωρίς μυαλά» Al-Ma’arri Άραβας φιλόσοφος
 
«Μία από τις πιο θλιβερές διδαχές της ιστορίας», έγραφε ο διάσημος Αμερικανός αστρονόμος και αστροφυσικός Carl Sagan «είναι η εξής: Αν μας έχουν κοροϊδέψει για αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, τείνουμε να απορρίπτουμε κάθε ένδειξη της κοροϊδίας. Δεν μας ενδιαφέρει πλέον να μάθουμε την αλήθεια. Η κοροϊδία μας έχει καταστήσει δέσμιους. Απλά, παραείναι οδυνηρό να παραδεχθούμε, ακόμα και στους εαυτούς μας, ότι υπήρξαμε τόσο ευκολόπιστοι» [1].

Υπάρχουν θέματα ταμπού το άγγιγμα των οποίων θεωρείται ασέβεια, αμαρτία, ‘έγκλημα καθοσιώσεως’ που επισύρει τις ανάλογες τιμωρίες, που κλιμακώνονται από την τιμωρία και την φυλακή μέχρι την ‘κόλαση’, την πυρά και την αγχόνη, τις οποίες επιβάλλουν οι φύλακες των ταμπού, τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, στους ασεβείς, στους αμαρτωλούς, στους αντικαθεστωτικούς και στους ‘αναρχικούς’. Παράλληλα υπάρχουν καταστάσεις που προκαλούνται από τα ταμπού των θρησκειών και των εξουσιών που επιφέρουν την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, το ξεκλήρισμα, τον εκτοπισμό και το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των οποίων αποτελεί χρέος ύψιστο των επιστημών και των επιστημόνων, πράγμα που επιβάλλει το άγγιγμα, το ξεκλείδωμα και την απομυθοποίηση των θρησκευτικών και των εξουσιαστικών ταμπού.

Κάποιοι, ταυτισμένοι με τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία αφορίζουν, ή καταδικάζουν και φυλακίζουν, ακόμα και δολοφονούν, σκοτώνουν και καίνε όσους ξεπερνούν τον εξουσιαστικό Φόβο και συνεπείς στην επιστημονική και κοινωνική συνείδησή τους τολμούν να αναζητήσουν την αλήθεια, τις ρίζες των αιτιών της κακοδαιμονίας, με κίνδυνο να χάσουν, όχι μόνο την όποια βολή τους, αλλά την ίδια τη ζωή τους. Σ’ αυτούς, στους τολμηρούς χρωστάμε άνθρωποι και ανθρωπότητα, όλες τις κατακτήσεις που μας οδήγησαν μέσα από αγώνες στη σημερινή πραγματικότητα που υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας.

Σεβαστές οι δοξασίες και η πίστη του καθενός, φτάνει να είναι δικές τους και ‘μετά Λόγου Γνώσεως’ και όχι από φόβο και από άγνοια και να μην τον καθιστούν υποχείριο των θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων και αντικείμενο οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής εκμετάλλευσης. Επειδή όμως κανένας δεν επέλεξε την θρησκεία και την πίστη του, αλλά του επιβλήθηκε από τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, σε ηλικία που δεν μπορούσε να κρίνει, να συγκρίνει και να επιλέξει να πιστεύει ή να μην πιστεύει σε κάτι, γι αυτό η αναζήτηση της αλήθειας για την κακοδαιμονία της ύπαρξης και της συνύπαρξης ανθρώπων και Λαών, αποτελεί σήμερα, στον 21ο αιώνα της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης και της απελευθερωτικής τεχνολογίας, πρώτη προτεραιότητα η αναζήτηση της εξόδου από τους μύθους και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Όσον αφορά στο παραμύθι των επαγγελματιών θεολόγων, των παπάδων, των ιδεολόγων-φιλοσόφων της εξουσίας και μερικών μονοδιάστατων και παρτάκηδων ‘επιστημόνων’ για τον υποτιθέμενο παρηγορητικό ρόλο των θρησκειών που τάχα ανακουφίζει τους αδύναμους, τους φτωχούς και τους πάσχοντες, πράγμα που τάχα τις καθιστά χρήσιμες και αναγκαίες, οφείλουμε να ρωτάμε για τη συμβολή των θρησκειών στην διαίρεση των κοινωνιών σε πιστούς και απίστους, σε ισχυρούς και αδύναμους σε πλούσιους και φτωχούς, σε έχοντες και μη έχοντες σε βολεμένους και σε πάσχοντες. Οφείλουμε να ρωτάμε γιατί άραγε όλες οι θρησκείες διαπλέκονται με τις εκάστοτε εξουσίες, η ύπαρξη των οποίων προϋποθέτει την κοινωνική ανισότητα, δηλαδή την ύπαρξη φτωχών, αδύναμων και πασχόντων.

Ρωτώντας θα κατανοήσουμε ότι ο παρηγορητικός ρόλος των θρησκειών, των Εκκλησιών και των ιερατείων λειτουργεί ως αφιόνι, ως παυσίπονο απέναντι στη βαρβαρότητα των εξουσιών και συνεπώς θα κατανοήσουμε ότι εκείνο που χρειάζονται οι αδύναμοι, οι φτωχοί και οι πάσχοντες είναι η πραγματική βοήθεια της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης, η ισονομία και η κοινωνική ισότητα και όχι ψέματα και ψευδαισθήσεις. Και συνεπώς, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές και αντικειμενικοί και χωρίς κούφιους συναισθηματισμούς, όπως ο δικαστής που αρνείται την επιείκεια στον πατροκτόνο που επικαλείται το ελαφρυντικό της ορφάνιας του, γιατί αυτό κάνουν οι θρησκείες και οι εξουσίες, πρώτα καταδικάζουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα στη φτώχεια, στη δυστυχία και στην αρρώστια για να πλουτίζουν οι λίγοι και μετά έρχονται να προσφέρουν παρηγοριά με φόβο και ‘δωρεάν μεταθανάτιο παράδεισο’ στους ‘πιστούς’, δυσμένεια, φυλακές, ζωή-κόλαση και θάνατο στους ανυπότακτους και στους ‘απίστους’.

Με αφετηρία αυτές τις σκέψεις έγραψα το βιβλίο ‘Θεός και κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας’, που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, ως συμβολή στον σχετικό δημόσιο διάλογο, από τον οποίο ποτέ και κανένας δεν ζημιώθηκε εκτός από εκείνους που μας θέλουν βωβούς, κωφούς, τυφλούς και δούλους ανύπαρκτων θεών και υπαρκτών αφεντάδων. Το βασικό συμπέρασμά του είναι ότι οι θεοί και οι θρησκείες αποτελούν σκόπιμα κατασκευάσματα των εξουσιών και εργαλεία εξαπάτησης και εκμετάλλευσης των εργαζόμενων ανθρώπων και των Λαών. Οι θρησκείες λειτουργούν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες για να κρύψουν τη βαρβαρότητα των εξουσιών και να τη φορτώσουν στα εκάστοτε φετίχ των εκάστοτε εξουσιών. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος αυτού του βιβλίου και αποσκοπεί στην πρόκληση αυτού του ζωτικής σημασίας δημόσιου διαλόγου σε συνθήκες έξαρσης της θρησκευτικής απάτης, ταυτόχρονα και αυταπάτης.
 
Τα προβλήματα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού. ‘Πίστευε και μην ερευνάς’;
 
«Δεν κάνει να διερευνούμε το ζήτημα της θρησκείας πολύ
στενά, καθώς έχει την τάση να οδηγεί στην απιστία.»
Abraham Lincoln πρόεδρος των Η.Π.Α.
 
Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, ως αντανάκλαση στο πνευματικό επίπεδο, της πίεσης των δυνάμεων που σε οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο εξέφραζαν την απαίτηση ανατροπής της δουλοπαροικίας, προκάλεσαν την εμφάνιση και τη δυναμική ανάπτυξη του καπιταλισμού, αμφισβητώντας έντονα τον ρόλο του χριστιανισμού, του βασικού στυλοβάτη της φεουδαρχίας. Στο πλαίσιο αυτής της αμφισβήτησης βγήκαν στην επιφάνεια πολλά στοιχεία που αποδείχνουν τον σκοταδιστικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα των θρησκειών και ειδικότερα του ρωμαιο-ιουδαιο-χριστιανισμού, στοιχείο καταλυτικής αμφισβήτησης του οποίου αποτελεί η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του ίδιου του Ιησού Χριστού [2]. Βέβαια, ο χριστιανισμός που τιμώρησε την ανθρωπότητα με τον φρικτό Μεσαίωνα για να σώσει από τις αμέτρητες αγροτικές εξεγέρσεις τον φεουδαρχισμό δεν δυσκολεύτηκε, όπως όταν εγκατέλειψε τη δουλοκτησία για λογαριασμό της φεουδαρχικής εξουσίας, να προσφέρει διαπλεκόμενος τις υπηρεσίες του στη νέα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, η οποία, όμως, φαίνεται πως, για ν’ αντιμετωπίσει τη δική της αμφισβήτηση, ψάχνει τώρα για καινούργια, πιο εκτυφλωτικά σκοταδιστικά ‘δεκανίκια’.

Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού στηρίζεται στο γεγονός πως «κανένας ιστορικός της περιόδου που φέρεται να έζησε ο Ιησούς Χριστός δεν αναφέρεται στην ύπαρξή του και μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποια αρχαιολογική απόδειξη αποδεκτή ευρέως [3] για την ιστορικότητα του Ιησού, και ό,τι πραγματικά γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τον Ιησού Χριστό είναι μέσα από την αφήγηση των Ευαγγελίων. Ο Ιησούς Χριστός είναι ένας φανταστικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας και όχι ένα ιστορικό πρόσωπο» [4]. Άλλοι ισχυρίζονται πως τον Ιησού των ευαγγελίων τον ‘ανακάλυψε’ ως ‘μυθιστορηματικό χαρακτήρα’ ο λεγόμενος Απόστολος Πέτρος [5]. Το γεγονός μάλιστα ότι δεν υπάρχει ούτε μια εβραϊκή ιστορική μαρτυρία του 1ου αιώνα για Χριστό, χριστιανούς και χριστιανισμό αποτελεί μια πολύ σοβαρή απόδειξη της ανυπαρξίας του Ιησού, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων [6] να εντοπίσουν ιστορικές μαρτυρίες πίσω από ασαφείς, ατεκμηρίωτες και έντονα αμφισβητούμενες πλαστές αναφορές μη σύγχρονων, του υποτιθέμενου προσώπου, ιστορικών.

Οι δυο υποτιθέμενες σχετικές αλλά ασαφείς αναφορές του Φλάβιου Ιώσηπου έχουν καταγγελθεί ως κακόβουλες πλαστογραφήσεις απ’ τη στιγμή που διατυπώθηκαν. Τέσσερις μη χριστιανοί ιστορικοί του 1ου και 2ου αιώνα κάνουν μόνο έμμεση αναφορά σε κάποιον Χριστό [7] που δρούσε στη Ρώμη. Αυτοί είναι ο Ιώσηπος, ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος [8] και ο Πλίνιος ο νεώτερος. Οι αναφορές αυτές αφορούν κυρίως στο κίνημα των χρηστών [9] της Ρώμης και όχι στην ύπαρξη του Ιησού, ενώ καμία απ’ αυτές τις αναφορές δεν είναι σύγχρονη με τον υποτιθέμενο Χριστό. Η πλέον σημαντική αναφορά θεωρείται αυτή του Ιωσήπου, η οποία προέρχεται από το ιουδαϊκό περιβάλλον, είναι η πλησιέστερη προς τη χρονολογία του υποτιθέμενου θανάτου του Ιησού και γράφτηκε περί το 93-94 μ.Χ. «Η γνησιότητα της αναφοράς του ακόμα και σήμερα αμφισβητείται από μέρος των ιστορικών, αν και η επικρατέστερη γνώμη ανάμεσα στους μελετητές είναι πως ο Ιώσηπος στο εν λόγω κείμενο έγραψε κάτι σχετικό για κάποιον Ιησού, αλλά το κείμενό του παραμορφώθηκε τόσο από παρεμβάσεις χριστιανών που δεν μπορούμε να το αποκαταστήσουμε αξιόπιστα» [10].

Η αποδιδόμενη αναφορά στον Ιώσηπο λέει συγκεκριμένα τα παρακάτω: «Εκείνη την περίοδο περίπου έζησε ο Ιησούς, ο σοφός άνθρωπος, αν βέβαια μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει άνθρωπο. Ήταν εκείνος που έκανε απίστευτα πράγματα και ήταν ο δάσκαλος ανθρώπων που δέχονται την αλήθεια ευχαρίστως. Προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους αλλά και πολλούς Εθνικούς. Ήταν ο Χριστός. Όταν ο Πιλάτος, έπειτα από πρόταση που του έκαναν οι επιφανέστεροι ανάμεσά μας, τον καταδίκασε να σταυρωθεί, εκείνοι που από την αρχή τον αγάπησαν δεν έπαψαν να τον αγαπούν. Διότι εμφανίστηκε σε αυτούς την τρίτη ημέρα πάλι ζωντανός, όπως οι προφήτες του Θεού το είχαν προφητεύσει μαζί με πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα για αυτόν. Και μέχρι σήμερα η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκαν από αυτόν, δεν έχει εκλείψει»[11]. Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα σκοτεινό σημείο του μύθου, αφού σ’ αυτήν την προσθήκη χρησιμοποιείται η έκφραση «τον καταδίκασε να σταυρωθεί», και δεν γίνεται καμιά αναφορά για σταύρωση και ανάσταση, κενό που από κάποιους ερμηνεύτηκε ως απελευθέρωση του φυγόδικου Ιησού και εμφάνιση μετά από τρεις μέρες σε μερικούς έμπιστους πριν φυγαδευτεί σε άλλη χώρα. Όσο για τη ‘φυλή των χριστιανών’, αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει όσο θα υπάρχουν εξουσίες που θα κατασκευάζουν φύλαρχους και φυλές των ισλαμιστών, των βουδιστών, των Γιεχβιστών κ.λπ. κ.λπ. για να κρύβουν πίσω από αυτές τα συγκρουόμενα συμφέροντά τους.
 
Ιστορικά πρόσωπα χωρίς ιστορικές αποδείξεις δεν υπάρχουν
 
«Τίποτα δεν είναι πιό ενάντιο στη θρησκεία και στο
ιερατείο από την κρίση και την κοινή λογική» Voltaire
 
Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος γράφει σχετικά με την αξιοπιστία των χριστιανικών γραφών:«Όπως ξέρουμε, η Νέα Διαθήκη έχει παρμένα πολλά χωρία από την Παλαιά Διαθήκη και ο Ιουστίνος μας πληροφορεί πως στα χρόνια του, οι Εβραίοι δεν αναγνώριζαν σαν έγκυρα αυτά τα χωρία και γενικά χαρακτήριζαν την προφητολογία και χριστολογία της Νέας Διαθήκης ως πλαστή»[12]Πολλοί ιστορικοί, από όλον τον κόσμο, θεωρούν την σχετική αναφορά του Ιώσηπου πλαστή, ως εκ των υστέρων προστεθείσα, για ευνόητους λόγους. Μεταξύ αυτών και ο επίσης ιστορικός ερευνητής Γιάννης Ρούσσος, ο οποίος αποκρούει τη γνησιότητα της αποδιδόμενης στον Ιώσηπο παραπάνω αναφοράς, παραπέμποντας στη δεοντολογία της ιστορικής επιστήμης[13]. «Ο Ιησούς Χριστός και οι άλλοι ΔΕΝ είναι εξ ορισμού ιστορικά πρόσωπα, διότι ιστορικά πρόσωπα είναι όσα ρητώς αναφέρονται στις κατάλληλες πηγές»[14].

Παρά το μέγεθος της προσπάθειας να ενταχθούν εκ των υστέρων κατασκευασμένα γεγονότα στην πραγματική ιστορία της κρίσιμης περιόδου, προκειμένου να τεκμηριωθεί ως πραγματικό γεγονός ο μύθος του Χριστού και του χριστιανισμού, οι αντιφάσεις, οι αντιθέσεις, οι λαθεμένες αναφορές, οι σκόπιμες παρεμβάσεις και οι πλαστογραφήσεις που χαρακτηρίζουν τα ευαγγέλια[15], αλλά και όλα τα άλλα λεγόμενα ‘ιερά κείμενα’ του χριστιανισμού είναι τόσες που δεν μπορούν να αποφευχθούν και να αποκρυφτούν[16], ούτε και να δικαιολογηθούν, ακόμα και αν οι νεότεροι απολογητές του χριστιανισμού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα που αποκαλύπτει τον μυθικό και απατηλό[17] χαρακτήρα του, αντιλέγουν με το επιχείρημα πως «τα Ευαγγέλια δεν κάνουν ιστορία, μα συμβολική μεταφυσική»[18]. Δηλαδή λένε ψέματα και μύθους αναπόδεικτους, αλλά τότε το ερώτημα είναι: Γιατί και για ποιο λόγο;

Αντικειμενικά, το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού αρχίζει από το γεγονός πως όσοι σοφίστηκαν τον μύθο του και έγραψαν για την υποτιθέμενη ζωή και δράση του, ξέχασαν να αναφέρουν πότε ακριβώς γεννήθηκε και συνεπώς πότε ακριβώς ‘σταυρώθηκε’, αφού καμιά σχετική ιστορική μαρτυρία δεν υπάρχει και σε κανένα κείμενο των ‘ευαγγελιστών και των αποστόλων’ δεν αναφέρεται τίποτα αξιόπιστο και σχετικό με την ημερομηνία γέννησής του, πράγμα που άφηνε περιθώριο για σχόλια και αμφισβήτηση του μύθου. Εκείνο όμως που περιπλέκει περισσότερο το θέμα της γέννησης του Χριστού, σε βαθμό μάλιστα που να την αναιρεί ως πραγματικό γεγονός, είναι η διαφωνία μεταξύ των λεγόμενων ευαγγελιστών Λουκά και Ματθαίου, αφού κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς γεννήθηκε την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου, δηλαδή το 5, το 6, το 7 παλιάς χρονολογίας (π.χ.), ή και νωρίτερα, αφού ξέρουμε ότι ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.χ., ενώ κατά τον Λουκά (2. 1-7) γεννήθηκε την εποχή της απογραφής που διέταξε ο κυβερνήτης της Συρίας, Κυρήνιος, δηλαδή το 6 νέας χρονολογίας (ν. χ)., με άλλα λόγια τουλάχιστον 11 χρόνια αργότερα[19].

Διάφορες πηγές μάς αποκαλύπτουν τις σκοπιμότητες που κρύβονται πίσω από τις πράξεις και τις παραλείψεις των ανερχόμενων αγχομένων θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων, τα οποία ετεροχρονισμένα και αυθαίρετα αποφάσισαν να εκδώσουν πιστοποιητικό γέννησης ενός ιστορικά ανύπαρκτου προσώπου, που το ήθελαν ‘θεό’-εργαλείο τους, χωρίς ληξιαρχική πράξη γέννησης, στη θέση ενός άλλου παλιότερου ανύπαρκτου θεού-εργαλείου παρακμασμένων εργαλειοποιών. «Το έτος γέννησης του Χριστού ως ανοιχτό πρόβλημα έχει απασχολήσει κατά καιρούς επιστήμονες[20] και ιστορικούς […]. O καθορισμός της 25ηςΔεκεμβρίου ως ημερομηνίας γέννησης του Χριστού έγινε όταν η Καθολική Εκκλησία έψαχνε ένα τρόπο για να καταργήσει, χωρίς να δημιουργήσει μεγάλο θόρυβο, τις γιορταστικές τελετές μιας ειδωλολατρικής θρησκείας, η οποία απειλούσε τότε όχι μόνο την ύπαρξη, αλλά και την εξάπλωση του Χριστιανισμού. Η Καθολική Εκκλησία αποφάσισε να καθορίσει, τις ίδιες μέρες που οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν, με απώτερο σκοπό η ειδωλολατρική γιορτή να αρχίσει σιγά-σιγά να εκλείπει. […] Συγκεκριμένα ο πάπας Ιούλιος Α' γύρω στο 335 ν. χ. επέβαλε στους Χριστιανούς να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα ανά έτος την 25η Δεκεμβρίου»[21]

Μια δεύτερη πηγή μάς πληροφορεί ότι το πρόβλημα πίεζε, οπότε: «Διακόσια χρόνια αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (150-215 ν. χ.) συγκέντρωσε όλες τις πολλές απόψεις και αποφάνθηκε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 3 π. χ. Άλλοι τοποθετούν την γέννηση στις 19 Απριλίου και άλλοι στις 20 Μαΐου. Στην αρχή, η γέννηση γιορταζόταν την 6η Ιανουαρίου. Στα 354, η Ρώμη και άλλες εκκλησίες της Δύσης επέλεξαν την 25η Δεκεμβρίου. Η ανατολική εκκλησία κατηγόρησε τις δυτικές για παραχωρήσεις στην ειδωλολατρία αλλά περί τα τέλη του αιώνα προσχώρησαν κι αυτές στην 25η Δεκεμβρίου. Υπήρχε λόγος: Η χριστιανική θρησκεία είχε να παλέψει και με τις βαθιά ριζωμένες αρχαίες δοξασίες που αποδεικνύονταν πολύ πιο επικίνδυνος εχθρός από τους παλιούς αυτοκράτορες των εποχών των διωγμών [...] Ο κύριος αντίπαλος του χριστιανισμού, ο Μίθρας, ήταν ο ανίκητος θεός Ήλιος, του οποίου τη γέννηση γιόρταζαν οι πιστοί του στις 25 Δεκεμβρίου»[22].

Βέβαια, πολλοί και από πολύ νωρίς αμφισβήτησαν ότι «κάποτε έζησε στην Παλαιστίνη άνθρωπος που δίδαξε όσα βάζουν στο στόμα του οι Ευαγγελιστές. Γι’ αυτούς ο χριστιανισμός είναι παραλλαγή ή αναβίωση ανατολικών θρησκειών και ο Ιησούς είναι ένα φανταστικό πρόσωπο»[23].
 
Ο Ιησούς Χριστός σε ρόλο Αντι-Σπάρτακου
 
«Η θρησκεία είναι η αιτία της κάθε ανοησίας και διαταραχής που μπορεί να σκεφτεί κανείς,·είναι η μητέρα του φανατισμού και της διχόνοιας,· είναι ο εχθρός της ανθρωπότητας» Voltaire Γάλλος φιλόσοφος
 
Επειδή οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι χριστιανοί βρίσκουν υπερβολική τη θρησκευτική εκδοχή για τον Χριστό-θεό, γι αυτό, με τη βοήθεια κάποιων υποτίθεται προοδευτικών γραφιάδων της εξουσίας, υιοθετούν τον μύθο που θεωρεί ότι ο πραγματικός Χριστός ήταν ένας επαναστάτης που αγωνίστηκε για τα δίκαια των φτωχών και την απελευθέρωση των σκλάβων, αλλά τον χάλασαν οι παπάδες, άποψη που έρχονται να ενισχύσουν καινούργιες ‘έρευνες’, που έμμεσα ενισχύουν τον άλλο μύθο τού υποτίθεται ιστορικά υπαρκτού Χριστού-θεού[24]. Είναι προφανές ότι ένας τέτοιος επαναστάτης, σαν τον Χριστό που δίδασκε την υποταγή στο θεό-σύμβολο της ρωμαϊκής εξουσίας, στους κοσμικούς αφέντες και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, αποδείχτηκε ένα χρήσιμο εργαλείο αναθεματισμού του ιστορικά υπαρκτού επαναστάτη Σπάρτακου, του συμβόλου της επανάστασης των σκλάβων της ρωμαϊκής εξουσίας, που για αιώνες ξεσήκωνε και συνεχίζει να εμπνέει τους δούλους ενάντια στα συστήματα της δουλείας.

Αλλά τέλειοι μύθοι, ακόμα και για ‘θεούς’ δεν μπορούν να υπάρξουν, αφού και εκείνοι που έχουν λόγους να υποστηρίζουν την ύπαρξη του Χριστού, διαφωνούν τόσο, ώστε ακυρώνουν τον ισχυρισμό τους, αφού οι ιουδαίο-χριστιανοί τον θέλουν Εβραίο, άμεσο απόγονο του Δαυίδ, υιό του Ιωσήφ και άνθρωπο-μεσσία αποκλειστικό προστάτη των Εβραίων, αλλά όχι θεό, γιατί θεό τους έχουν τον Γιαχβέ. Ενώ για τους υποταγμένους στην ρωμαϊκή εξουσία Παυλιστές, ο Ιησούς δεν ήταν άνθρωπος αλλά θεός και σωτήρας όλων των ανθρώπων και μάλιστα από παρθενογένεση υιός του θεού και της Μαρίας, όπως ακριβώς το ήθελε η εξουσιαστική παράδοση για το Βούδα, τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον αυτοκράτορα Αύγουστο και για μια σειρά άλλων φαντασμένων εξουσιαστών, σύμφωνα με την οποία αυτοί και πολλοί άλλοι ήταν παιδιά θεών από παρθενογένεση[25].

Με το τέλος του σκοταδιστικού Μεσαίωνα, η Αναγέννηση των επιστημών και το κίνημα του Διαφωτισμού ενθάρρυνε πολλούς ανεξάρτητους ερευνητές, που είναι γνωστοί ως ‘κίνημα των μυθικιστών’[26], που από το 1760 περίπου και μετά κρίνει ότι ‘η όποια προσέγγιση του προσώπου του Ιησού πρέπει να γίνεται μόνο σε μυθολογικό επίπεδο’, γιατί θεωρούν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ[27], αφού καμιά αξιόπιστη ιστορική μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξή του[28]. Βέβαια, η ‘αυτοκρατορία του Βατικανού’, κληρονόμος-συνεχιστής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και το συμπλήρωμά της, το ‘Φανάρι της Ανατολικής Ορθοδοξίας’, ο υποτιθέμενος κληρονόμος-συνεχιστής του Βυζαντίου αντέδρασαν στην αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού, με αποτέλεσμα άλλοι να ανακαλύπτουν τον ‘τίμιο σταυρό’[29], άλλοι την ‘ιερά σινδόνη’[30], κάποιοι τρίτοι τον ‘τίμιο τάφο’, οι Εβραίοι ‘το ρόδι του Σολομώντα’ και τη ‘σαρκοφάγο του αδερφού του Ιησού’ και διάφοροι άλλοι μυστήριοι ανακαλύπτουν κάθε τόσο στην έρημο ‘αρχαίους’ παπύρους και διάφορα ‘απόκρυφα ευαγγέλια’ που τάχα βεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιησού. Για κάποιους άλλους, όμως, ο Ιησούς ‘τελικά δεν πέθανε στον σταυρό’[31], αλλά παντρεύτηκε και φυγαδεύτηκε στην Ινδία[32] ή στο Κασμίρ[33] όπου και έκανε οικογένεια.

Εκεί, όμως, που οι πληροφορίες για τον Ιησού είναι τόσο σκόπιμα συγκεχυμένες, είναι στα λεγόμενα ‘ιερά’, αλλά πειραγμένα, όπως άλλωστε όλα τα λεγόμενα ιερά, κείμενα του ιουδαϊσμού που αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ και Ταλμούδ της Βαβυλώνας κ.ά.), σύμφωνα με τα οποία ο Ιησούς έζησε γύρω στο 100 π. χ., δεν σταυρώθηκε αλλά λιθοβολήθηκε, σφάχτηκε, κρεμάστηκε, τον σκότωσε ο ληστής Φινέας, ήταν ραβίνος ή φυγαδεύτηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου[34]. Η απόλυτη αντιφατικότητα και σύγχυση που επικρατεί γύρω από την ιστορικότητα του Ιησού Χριστού, δεν προβληματίζει μόνο, αλλά και δεν πείθει, και λογικά αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη πως δεν υπήρξε και συνεπώς πρόκειται για ένα υψηλής σκοπιμότητας κακοκατασκευασμένο μύθο.
 
Άκαρπες απόπειρες εκσυγχρονισμού του μύθου του Ιησού
 
«Αν δεν ήμουν άθεος, θα πίστευα σε έναν θεό που επιλέγει να σώζει ανθρώπους με βάση τις ζωές τους συνολικά και όχι δείγματα από τα λόγια τους. Νομίζω πως θα προτιμούσε έναν ειλικρινή και δίκαιο άθεο από έναν τηλε-ευαγγελιστή του οποίου η κάθε λέξη είναι Θεός, Θεός, Θεός, και κάθε πράξη είναι ατιμία, ατιμία, ατιμία» Isaac Asimov, Χημικός και συγγραφέας Επιστημονικής
 
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα η απόπειρα της ιστορικής τεκμηρίωσης της ύπαρξης του Ιησού φαίνεται πως ξέφυγε από τα ανυπόληπτα ιερατεία και πέρασε στις αρμοδιότητες της άμεσης, της πραγματικής εξουσίας, γι’ αυτό και άλλαξε ύφος και στυλ. Έτσι, εγκαταλείποντας τις άμεσες αναφορές στον Ιησού που τον θεωρούν υπαρκτό πρόσωπο καθώς επίσης και τις ανύπαρκτες και χαλκευμένες πηγές και ευρήματα που καταπέφτουν, μετακινήθηκε σε έμμεσες αναφορές από διάφορους μυθομανείς γραφιάδες και καλοπληρωμένους μυθιστοριογράφους που ανάλαβαν εργολαβικά να ξεκλειδώσουν μυστικούς κώδικες και να ‘αποδείξουν’ ότι, όχι μόνο υπήρξε ο Ιησούς, αλλά φυγαδεύτηκε στη Γαλλία με τη Μαρία τη Μαγδαληνή και μάλιστα άφησε και απογόνους. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που η γραμμή αίματος του μυθιστορηματικού Ιησού, του υποτιθέμενου ‘βασιλιά των βασιλιάδων’, δεν χάθηκε κάπου σε υγρά και ταπεινά υπόγεια, (θα ήταν κακό παραμύθι με κακό τέλος και δεν θα είχε καλές πωλήσεις), αλλά φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Οι περισσότεροι μάλιστα από τους απογόνους του ανύπαρκτου Ιησού, σύμφωνα με αυτήν τη χυδαία προπαγάνδα, είναι γαλαζοαίματοι και κάποιοι άλλοι είναι οι προφήτες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και του αμερικανισμού, όπως οι πρόεδροι των Ε.Π.Α. Μπους και Κλίντον. Για σκεπτόμενους ανθρώπους, ακόμα και για σκεπτόμενους χριστιανούς, θα έπρεπε να είναι αρκετή αυτή η σύνδεση του ανύπαρκτου Ιησού με υπαρκτούς μακελάρηδες της ανθρωπότητας και νεκροθάφτες του ανθρώπινου πολιτισμού, για να καταλάβουν ότι αυτή η ιστορία είναι από την αρχή μέχρι το τέλος στημένη για την εξαπάτηση και την υποδούλωση της ανθρωπότητας. Είναι, όμως, πολύ ενδεικτική για το ποιοι και για ποιο λόγο κατασκεύασαν τον μύθο του Χριστού και γιατί οι σημερινοί ‘απόγονοί’ τους θέλουν να νεκραναστήσουν αυτόν τον εξουσιαστικό μύθο.

Δεν είναι, όμως, μόνο η ανυπαρξία αξιόπιστων ιστορικών στοιχείων για το πρόσωπο του Ιησού που θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξή του, αλλά και όσα αναφέρονται από τους υποτιθέμενους μαθητές, ευαγγελιστές και αποστόλους για τη ζωή και τη διδασκαλία του τα οποία βρίθουν αντιφάσεων, ανακριβειών και δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά. Ο πρώτος που στους νεότερους χρόνους επιχείρησε μια ολοκληρωμένη κριτική αντιμετώπιση των χριστιανικών κειμένων και κατάληξε, μέσα από τις έρευνές του, στην απόλυτη άρνηση της ύπαρξης του Χριστού ήταν ο Γάλλος Charles François Dupuis Dupuis (1742-1809)[35]. Ο Γερμανός θρησκειολόγος David Friedrich Strauss (1808-1874) με το βιβλίο του Η ζωή του Ιησού (Das Laben Jesu ) που εκδόθηκε το 1835 απέδειξε σημείο προς σημείο πως τα υποτιθέμενα θαύματα του Ιησού, που αναφέρονται στα ευαγγέλια, δεν είναι παρά μύθοι που επινοήθηκαν μεταγενέστερα από τους ευαγγελιστές και όσους είχαν λόγο και τη δυνατότητα να παρέμβουν στα λεγόμενα ‘ιερά ευαγγέλια’[36].

Ακολουθεί ο επίσης Γερμανός Bruno Bauer (1809-1882) φιλόσοφος και ιστορικός, που «είναι ο πρώτος που τεκμηριωμένα αμφισβήτησε την αυθεντικότητα των Επιστολών του Παύλου (στις οποίες διέκρινε την επιρροή της Στωικής φιλοσοφικής σχολής) και το ρόλο του Φίλωνα στο νεοσύστατο Χριστιανισμό. Ο Bauer ήταν από τους πρώτους που στάθηκε στην ιστορικότητα του Ιησού, απορρίπτοντάς την κατηγορηματικά. ‘Όλα όσα είναι γνωστά για τον Ιησού ανήκουν στον κόσμο της φαντασίας’, υποστήριξε χαρακτηριστικά. Οι απόψεις του είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο του Tübingen το 1842»[37]Ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του 1840 όλοι οι λαοί της Ευρώπης βρίσκονταν σε γενική επαναστατική εξέγερση ενάντια στην θεοκρατική απολυταρχία των μοναρχιών διεκδικώντας δημοκρατία και κοινωνική ισότητα. Από τότε μαίνεται ένα ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ εκείνων που επιμένουν να ερευνούν, κι’ όχι μόνο ‘τις Γραφές’, και να αποκαλύπτουν τη μυθικότητα των εξουσιαστικών θρησκειών και εκείνων που έχουν λόγο να θεωρούν τους μύθους αναγκαίους και να τους εκλαμβάνουν ως πραγματικότητα.

Η ίδια η Εκκλησία έχει παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς και πότε έγραψε τα Ευαγγέλια και τις φερόμενες ως Επιστολές των Αποστόλων, ομολογώντας ότι όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης αρχικά κυκλοφορούσαν ανώνυμα. Άλλωστε, όπως προκύπτει από σύγκριση των σημερινών με τα παλιότερα ευαγγέλια, οι τίτλοι τους διαφέρουν, και όσο πάμε προς τα πίσω, διαφέρουν όλο και περισσότερο από τους αντίστοιχους των υποτιθέμενων συγγραφέων αυτών των συγγραμμάτων. Γνωστό είναι επίσης ότι αυτά έχουν υποστεί πολλές επεμβάσεις. Για παράδειγμα στο φερόμενο ως ευαγγέλιο του Λουκά διαπιστώνεται ότι συγκρινόμενο το σημερινό με το αρχαιότερο ευαγγέλιο του κόσμου, το ευαγγέλιο του Σινά, που χρονολογείται γύρω στο τέλος του τέταρτου αιώνα, της νέας χρονολογίας, δηλαδή μετά τα μαγειρέματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα, του λεγόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου με αρχιμάγειρα τον Ευσέβιο της Καισαρείας, έχουν προστεθεί τουλάχιστον δέκα χιλιάδες (10.000) λέξεις[38]. Αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει πολλούς στην αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους. Μάλιστα ο διακεκριμένος Γερμανός καθηγητής θεολογίας και ειδικός επί της Βιβλικής παλαιογραφίας, στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, που ανακάλυψε τον Codex Sinaiticus[39], ο Constantin von Tischendorf (1815-1874), έφτασε να δηλώσει ότι «οι σύγχρονες εκδόσεις της Καινής Διαθήκης έχουν αλλοιωθεί σε πολλά σημεία και συνεπώς (τα ευαγγέλια) δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αληθινά»[40]Η ιστορία μάλιστα καταγράφει ακόμα και το γεγονός ότι ο μεγιστάνας του πλούτου Ροκφέλερ «ίδρυσε εταιρεία για την έκδοση της Βίβλου σε εκλαϊκευμένη μορφή, στην οποία όμως δεν περιλαμβάνονται οι διαμαρτυρίες εναντίον των αδικιών που διαπράττουν οι πλούσιοι και οι κραυγές ζηλόφθονης οργής εναντίον της σκανδαλώδους καλοτυχίας τους» [41]314.

Με όλα αυτά και παρά το γεγονός ότι η επιστήμη, αμφισβητώντας την ύπαρξη θεού ή θεών, δεν αφήνει περιθώρια για θρησκευτικούς μύθους και με την αμφισβήτηση της ύπαρξης του Ιησού Χριστού καταφέρνει βαρύ πλήγμα κατά του ιουδαιοχριστιανικού μύθου, εντούτοις οι θρησκείες υπάρχουν και καταδυναστεύουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα, με τον ιουδαιοχριστιανισμό να επηρεάζει άμεσα τη ζωή του 33-34% του παγκόσμιου πληθυσμού και έμμεσα την πορεία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει με την αμέριστη και πολυεπίπεδη βοήθεια των κοσμικών εξουσιών στην καλλιέργεια αυτών των μύθων, προφανώς επειδή οι μύθοι έχουν αρχίσει να χάνουν την πειστικότητά τους όσο η έρευνα και η επιστήμη προχωράνε ρίχνοντας άπλετο φως στις φυσικές δυνάμεις, στους νόμους κίνησης των κοινωνιών και στους όρους υπέρβασης των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων για μια ομαλή πορεία προς το μέλλον.

Αυτή η εξέλιξη προς το μέλλον είναι αργή, αλλά δεν ανακόπτεται και οδηγεί τον ανθρώπινο πολιτισμό στο λυκόφως των εξουσιών και θρησκειών, και όσο οι θρησκείες για να επιβιώσουν σφιχταγκαλιάζονται με τις εκάστοτε φασιστικές εξουσίες και την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση που οδηγεί στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, τόσο η επιστήμη και η ανθρωπότητα επιταχύνουν το βηματισμό τους.

Παραπομπές

[1] Sagan Carl, The Demon-Haunted World: Science as a Candle in the Dark, (Ο δαιμονοστοιχειωμένος κόσμος. Η επιστήμη σαν ένα κερί στο σκοτάδι), Ballantine Books, Paperback, New York 1997

[2] Το όνομα Ιησούς (Γιωσούα ή Γιεχωσούα που σημαίνει ‘ο Γιαχβέ Είναι Σωτηρία’), είναι συνηθισμένο μεταξύ των Εβραίων και αποδίδεται στη μνήμη του Ιησού του Ναυή, ηγέτη των Εβραίων και διαδόχου του υποτιθέμενου γενάρχη τους του Μωυσή. Μάλιστα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, της υποτιθέμενης ύπαρξης του Ιησού Χριστού, πολλοί και μάλιστα ραβίνοι έφεραν το όνομα Ιησούς. Το προσωνύμιο Χριστός προήλθε από το εβραϊκό (Μασίαχ), που σημαίνει Μεσσίας ‘Χρισμένος’, από την ελληνική λέξη Χρίσμα.

[3] Βέβαια, οι πλαστογράφοι της ανθρώπινης ιστορίας προσπαθούν να κατασκευάσουν ευρήματα και αποδείξεις της δήθεν ύπαρξης του Ιησού. Έτσι, τα τελευταία χρόνια το Μουσείο του Ισραήλ ‘απέκτησε’ «το ρόδι, το μοναδικό αντικείμενο που σώθηκε από τον περίφημο ναό του Σολομώντα ..., πάνω στο οποίο υπήρχε η επιγραφή: ‘Άγιο για τους ιερείς. Ανήκει στο ναό του Θεού’». Αλλά απέκτησε και κάτι ακόμα σημαντικότερο, δηλαδή «ένα οστεοφυλάκιο με την επιγραφή: ‘Ιάκωβος, γιος του Ιωσήφ και αδελφός του Ιησού’», για το οποίο μάλιστα η ‘Επιθεώρηση Βιβλικής Αρχαιολογίας’ του Ισραήλ έκανε επίσημες ανακοινώσεις το 2002 στην Ουάσιγκτον. Η χαρά των ιερατείων, όμως, δεν κράτησε πολύ, γιατί κάποια μέλη της ισραηλινής σπείρας, που κατασκεύαζε, προφανώς κατά παραγγελία του ιερατείου και ‘πωλούσε’ ‘τις αδιάψευστες αποδείξεις’, ήταν φλύαρα και έτσι οι μεγάλες ‘ανακαλύψεις’, με τους πολύ προφανείς ‘ιερούς’ στόχους, αποδείχτηκαν πλαστές και στημένες απάτες. Βλ. στο περιοδικό Science, τεύχ. 18, Σεπτέμβρης 2006.

[4] Atwill Joseph, Caesar‘s Messiah: The Roman Conspiracy to Invent Jesus (Ο Μεσσίας του Καίσαρα: H Ρωμαϊκή Συνωμοσία για την Εφεύρεση του Ιησού), Ulysses Press Charleston USA 2011. Βλ. σχετικά, Παπαγεωργίου Μηνάς, Το Πρόβλημα της Ιστορικότητας του Ιησού. Το ρεύμα των Μυθικιστών, εκδ. Δαιδάλεος, Θεσσαλονίκη 2013.

[5] Σπεκ Ντιμίτρι, Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού. Πώς ανέκυψαν οι θρύλοι των θαυμάτων, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013.

[6] Διαμαντόπουλος Λεωνίδας, Αρχιμανδρίτης, Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, Εκδόσεις «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήνα 1979.

[7] «Ο Ιώσηπος καταγράφει μετά από τον Ηρώδη και μέχρι την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, δηλαδή σε διάστημα 107 χρόνων, είκοσι οκτώ (28) ραβίνους, αρχιερείς, μεταξύ των οποίων και οι: Ο Ιησούς, γιος του Phabet. Ο Ιησούς, γιος του Damneus. Ο Ιησούς, γιος του Γαμαλιήλ. Ο Ιησούς, γιος του Sapphias. Ο Ιησούς, γιος του Thebuthus...». McKinseyDennis, Did Jesus of Nazareth exist? (Δεν υπήρξε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ;), Bible Studies, τεύχος 141, Σεπτέμβριος 1994, στο: http://www.skeptically.org/bible/id4.html

[8] Η μόνη αναφορά σε πρόσωπο με το όνομα Χριστός που υπάρχει από σύγχρονο ιστορικό είναι αυτή που κάνει ο Σουητώνιος: «Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantes Romae expulsit» (Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει τού Chresto εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμην, [ο Κλαύδιος] τους εξόρισεν), [Σουητώνιου, Βίοι των Καισάρων (De Vita Caesarum), Ρώμη 122 μ.Χ.]. Με δεδομένο, όμως, ότι οι Βίοι των Καισάρων γράφτηκαν εκατό χρόνια μετά από τον θρυλούμενο θάνατο του Ιησού των ευαγγελίων και αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν στη Ρώμη περίπου στο 50 μ.Χ., προκύπτει πως δεν πρόκειται για τον Χριστό των ευαγγελίων, γιατί όπως είναι γνωστό αυτός φέρεται να έχει πεθάνει 17 χρόνια πριν από τα γεγονότα και συνεπώς θα ήταν αδύνατο να βρεθεί ως ταραξίας στη Ρώμη, εκτός και αν δεχτούμε ότι ο πρωταγωνιστής του μύθου δεν πέθανε και δεν ‘αναστήθηκε’, αλλά φυγαδεύτηκε στη μητρόπολη, και μάλιστα ως Παύλος, όπως αναφέρουν άλλες πηγές, οπότε καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα του ιουδαιο-χριστιανικού μύθου. phttp://anazitiseis-hh.blogspot.gr/2008/12/blog-post_29.html

[9] Το κίνημα των χρηστών, δηλαδή των έντιμων, με καθαρά κοινωνικά χαρακτηριστικά, αποσκοπούσε στην κατάργηση της δουλείας και της κοινωνικής ανισότητας, γι αυτό η αυτοκρατορική εξουσία βιάστηκε να το εξουδετερώσει ενσωματώνοντάς το στο πολύ μεταγενέστερο θρησκευτικό δημιούργημά της το λεγόμενο χριστιανικό κίνημα.

[10] Ανώνυμου, Ιστορικότητα του Ιησού, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9.

[11] Ιώσηπος Φλάβιος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, Βιβλίο XVIII, κεφ. 3, 63-64.

[12] Κορδάτος Γιάνης, Η Παλαιά Διαθήκη στο φως της κριτικής, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973, σ. 7.

[13] Αντιφατικοί και αλληλοσυγκρουόμενοι μύθοι δεν μπορούν να εκληφθούν ως ιστορία, γιατί η ιστοριογραφία υπόκειται στους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας, των πηγών και των αποδείξεων: