Ήλθε ο καιρός, που τα κοινωνικά κινήματα για την αποανάπτυξη-τοπικοποίηση, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της ριζοσπαστικής οικολογίας και προστασίας του κλίματος, της αυτοδιαχείρισης και της άμεσης δημοκρατίας, θα χρειασθεί να γίνουν και πολιτικά, και συνδεόμενα μεταξύ τους να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες . Σε ένα κίνημα δηλαδή που θα διεκδικήσει από τις πολιτικές εξουσίες σε κάθε χώρα την αλλαγή πορείας «εδώ και τώρα». Δεν υπάρχει χρόνος για μετάθεσή της στο απώτερο μέλλον.

Αυτή η στροφή μπορεί να ξεκινήσει από την Ελλάδα, όχι μόνο επειδή είναι ο «ναυαγός» του σημερινού μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γιατί βρίσκεται προ των πυλών της πολιτικής εξουσίας μια κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ[2].  
Σήμερα αμφισβητείται η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το δυτικό μοντέλο «ανάπτυξης» που προωθεί.  Ταυτόχρονα αμφισβητείται και η δυνατότητα της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας-η οποία συμμετείχε αν δεν πρωτοστάτησε στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης- να επιστρέψει στο εθνικό κράτος και μέσω αυτού ξανά στον «δημοκρατικό καπιταλισμό».

Από δε το κίνημα για την προστασία του κλίματος, που εξελίσσεται σε κίνημα «αλλαγής του συστήματος και όχι του κλίματος», αμφισβητείται συνολικά η δυνατότητα του καπιταλισμού να απογαλακτοποιηθεί από τα ορυκτά καύσιμα και να συγκρατήσει τις εκπομπές διοξειδίου, ώστε να μην έχουμε κλιματική καταστροφή. Οι πρώτες καταστροφές εξαιτίας της, δεν μειώνουν μόνο την ποιότητα της ζωής μεγάλων μερίδων πληθυσμού σε διάφορα μέρη του πλανήτη-προς το παρόν κυρίως στο Νότο, που δεν φταίει καθόλου ή πολύ λίγο-αλλά απειλούν και την ίδια την ύπαρξή τους.

Είναι λοιπόν φανερό ότι για να επιτευχθεί ένα βιώσιμο- στα πλαίσια αυτού του μοναδικού πλανήτη που έχει στη διάθεσή της η ανθρωπότητα-επίπεδο ευζωίας των ανθρώπινων κοινοτήτων, θα χρειασθεί να αλλάξουν πορεία και κατεύθυνση. Και στο επίπεδο της ιδεολογίας, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο των κοινωνικών και οικονομικών τους σχέσεων και κυρίως στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής και των πολιτικών δομών διακυβέρνησης. Είναι υποχρεωμένη η ανθρωπότητα σαν σύνολο, αλλά και σαν επί μέρους κοινότητες και κοινωνίες, από την περατότητα του πλανητικού συστήματος, να αλλάξουν στάση και πολιτικές και να διαχειρισθούν με έναν άλλο νέο τρόπο την οικονομία τους, χωρίς να παραιτηθούν από τον στόχο της ευζωίας.

Θα χρειασθεί να διαμορφωθεί ένα νέο είδος πολιτικής, η οποία να είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και σε τοπικό και σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα μπορεί όμως πιο εύκολα να ξεκινήσει τοπικά όπου και αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες. Και θα πρέπει να έχει μια νέα πυξίδα.

Η πυξίδα που καθοδηγούσε τις πολιτικές των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, αλλά όχι μόνο, μέχρι τώρα, ήταν η οικονομική ανάπτυξη με κριτήριο μέτρησής της το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ). Αυτό καθόρισε τη λογική όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά ολόκληρων των κοινωνιών και των πολιτών-καταναλωτών. Όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις προγνώσεις για την ανάπτυξη σε κάθε χώρα εσωτερικά, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα προγράμματα όλων των κομμάτων, ακόμα και αυτών που δεν πήραν ποτέ την εξουσία, ήταν και είναι ακόμα γεμάτα με προτάσεις για πολιτικές μεγαλύτερης κάθε φορά ανάπτυξης[3]

Όσο η ποιότητα της ζωής σε μια χώρα συνδεόταν στενά με το ΑΕΠ, ήταν ακόμα σωστό να θεωρείται αυτό σαν μέτρο σύγκρισης. Όσο όμως στη συνέχεια αυτό δεν ισχύει για την πραγματικότητα κάποιων χωρών ή περιοχών, όπου παρατηρήθηκε το «Easterlin-Paradox»[4], είναι αναγκαίο να βρεθεί μια νέα πυξίδα για την πολιτική πρακτική σε αυτές τις χώρες ή περιοχές

Αυτή η πολιτική θα ξεκινά από την αποαποικιοποίηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης από το φαντασιακό και την ιδεολογία της «ανάπτυξης» σαν μεγέθυνση της παραγωγής και κατανάλωσης, από την αντίσταση στην χωρίς όρια εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης, από την προστασία έναντι της ετερονομίας στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, μέσω της αυτοδιαχείρισης των πόρων, της παραγωγικής διαδικασίας και της εξουσίας, από την προστασία των «κοινών» και του περιβάλλοντος μέσω της επιδίωξης του μικρότερου δυνατού οικολογικού αποτυπώματος.

Αυτή η πολιτική για μια πιο αξιοβίοτη ζωή, μπορεί να συνοψισθεί στα εξής απλά συνθήματα με τα οποία μπορούμε να ζούμε καλύτερα: διαφορετικά και πιο αργά, λιγότερα είναι συνήθως αρκετά, πιο κοντά και τοπικά, καλύτερα και πιο ωραία, για τον καθένα και προσωπικά!

Και αυτά τα συνθήματα δεν αφορούν μόνο στα εισοδήματα και το ΑΕΠ, αλλά και στον χρόνο, τον χώρο, την ιδιοκτησία και την αγορά. Κατευθυντήρια γραμμή τα 4 Ε:  στον χρόνο Επιβράδυνση, στον χώρο Εγγύτητα( με την έννοια των μικρών αποστάσεων και Τοπικοποίησης-Εντοπιότητας), στην ιδιοκτησία Εκκαθάριση(με την έννοια ότι κρατάμε δικά μας τα απαραίτητα και χαρίζουμε τα υπόλοιπα) , στην αγορά Έξοδος (με την έννοια της απεξάρτησης). Τα 4 Ε είναι χρήσιμα για την αλλαγή στην ατομική στάση και τον τρόπο ζωής μας, αλλά και σαν πυξίδα στη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση. 

Δεν χρειάζεται να τρέχουμε πίσω από τις τυχόν ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας, γιατί αυτό μπορεί να μας οδηγεί κάθε άλλο παρά σε μια «καλή ζωή», που ούτως ή άλλως είναι πεπερασμένη και αν δεν τη ζήσουμε καλά, αλλά «αρρωστημένα», «τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε»(όπως λέει και το λαϊκό άσμα). Αυτό που χρειάζεται είναι να εξασφαλίσουμε καταρχήν την ικανοποίηση των βιοτικών μας αναγκών με όσο το δυνατόν λιγότερη ποσοτική κατανάλωση υλικών και χρόνου. Η ποιοτική ικανοποίησή τους, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση περισσότερου χρόνου για την ικανοποίηση των μη υλικών και πνευματικών αναγκών μας, θα μας κάνει να είμαστε πιο ευχαριστημένοι-από ότι είμαστε σήμερα- από τη ζωή μας. Αν γίνει αυτό κατανοητό από τον «μέσο άνθρωπο», τότε δε θα τρέχει για την απόκτηση άχρηστων πραγμάτων και για μια κακώς εννοούμενη «ευημερία» των αριθμών και του ΑΕΠ.   

Όλες οι παραπάνω επιδιώξεις μπορούν να διεκδικηθούν από την υπάρχουσα ήδη κεντρική πολιτική εξουσία ή την επερχόμενη κάποιων ευνοϊκών κυβερνήσεων της αριστεράς ή της οικολογίας, που έχουν στο πρόγραμμά τους την προώθηση της κοινωνικής ισότητας, της κοινωνικής οικονομίας, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστασίας των «από κάτω», καθώς και της ουσιαστικής δημοκρατίας(με αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς) . Μπορούν επίσης να διεκδικηθούν όπου είναι δυνατόν και από τις τοπικές εξουσίες σε όλους τους βαθμούς αυτοδιοίκησης, μέσα από τη δημιουργία τοπικών κινήσεων πολιτών με τους παραπάνω στόχους.

Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, όπου το αδιέξοδο του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της καθημερινής ζωής είναι ολοφάνερο, δε μπορεί μια επερχόμενη κυβέρνηση της αριστεράς να επιδιώκει επιστροφή στην προ κρίσης φαινομενική «ευημερία» των ανθρώπων και των αριθμών. Δε μπορεί να επιδιώξει το ίδιο είδος και ρυθμούς «ανάπτυξης», ούτε τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, ώστε να πληρώσει έστω και το «κουρεμένο» ή  μη ειδεχθές χρέος. Αυτό θα απαιτήσει τέτοια εκμετάλλευση της εργασίας και των πόρων που έχει η χώρα, που δε θα μπορούμε να μιλάμε πια για ευζωία του πληθυσμού. Σε αυτό το επίπεδο θα πρέπει να επιδιώξει καταρχήν τη σεισάχθεια με αποανάπτυξη(βλέπε την αντίστοιχη ανάρτησή μας στο: http://www.topikopoiisi.com/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/36) και να συγκρουσθεί με τους πιστωτές.

Σε επόμενα άρθρα θα διατυπώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για τη νέα αυτή πολιτική με βάση τα 4 Ε που αναφέραμε…


[1] Χρησιμοποιούμε τον όρο ευζωία για να τον διακρίνουμε από τον όρο ευημερία, γιατί άλλο να περνάς τη μέρα σου καλά(ευ ημέρα), και άλλο να έχεις μια ποιότητα συνολικά σε όλη τη ζωή σου(ευ ζωή)

[2] Όπως υποστηρίζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, που μάλλον θα είναι και η επόμενη κυβέρνηση

[3] Τα συνθήματα που επικρατούσαν και επικρατούν ακόμα: πιο γρήγορα, περισσότερα, εμπορικότερα, πιο παγκοσμιοποιημένα κ.λπ.

[4] Από την δεκαετία του `70 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το φαινόμενο ότι η παραπέρα ανάπτυξη και αύξηση του εισοδήματος για κατανάλωση- από ένα ορισμένο επίπεδο και μετά-δεν οδηγεί και σε αύξηση της ικανοποίησης των ανθρώπων-καταναλωτών(«Easterlin-Paradox»,1974).