«… Σε αντίθεση με τα πλήθη των ανθρώπων που χαιρέτιζαν ενθουσιασμένα τις δυνάμεις των Συμμάχων στη Γαλλία, ο κόσμος που συνάντησε στην Ελλάδα ήταν ανήσυχος κι εξαντλημένος. Τα ρούχα κρέμονταν στα κορμιά τους, ενώ πολλοί ήταν ξυπόλητοι. Έβρισκε παντού σημάδια υποσιτισμού, αρρώστιας και καταστροφής. Επειδή τα σχολεία στα χωριά είχαν γίνει αποκαΐδια, τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα στο ύπαιθρο, χρησιμοποιώντας τους βράχους για θρανία. (…) Βλέπει κανείς γυναίκες που προσπαθούν να ετοιμάσουν φαί μέσα στα ερείπια ενός σπιτιού, ανάμεσα σε καρβουνιασμένα δοκάρια και σωρούς από χαλάσματα. Στα καφενεία, η κάμερα ακολουθεί σειρές από κάτισχνα και ανέκφραστα πρόσωπα. (…) Μια σειρά από μαυροφορεμένες γυναίκες κατηφορίζει αργά ένα δρόμο που τον σκιάζουν κυπαρίσσια.». (Μαζάουερ Μ. Στην Ελλάδα του Χίτλερ – Η εμπειρία της Κατοχής. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα  1994, σελ. 15).

Τα παραπάνω στιγμιότυπα αμερικανικού κινηματογραφικού συνεργείου είναι από τα μαρτυρικά Καλάβρυτα, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, το φθινόπωρο του 1944. Θα μπορούσαν όμως να είναι από τα χωριά της Βιάννου, το Δίστομο, το Κομμένο, τη Μουσιωτίτσα, τα Κερδύλλια, τα χωριά της Εορδαίας, το Χορτιάτη, το Δοξάτο και εκατοντάδες άλλα χωριά και πόλεις που μαρτύρησαν και καταστράφηκαν από τη ναζιστική και φασιστική λαίλαπα. Η φυσική, ηθική και οικονομική εξόντωση των Ελλήνων από τις κατοχικές δυνάμεις, οι οποίες μετήλθαν όλα τα μέσα για να θέσουν υπό την κυριαρχία τους και στη συνέχεια να εκδικηθούν το λαό μας για την μεγαλειώδη Αντίστασή του, πήρε διαστάσεις γενοκτονίας, οι συνέπειες της οποίας σημάδεψαν γενιές και γενιές. Δυστυχώς όμως η Θυσία της Ελλάδας δεν αναγνωρίστηκε εμπράκτως, στο βαθμό που το γερμανικό κράτος, ο κυρίως υπεύθυνος για τα δεινά μας, με την ανοχή των Συμμάχων μας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υιοθέτησε και ακολουθεί, έως και σήμερα, μία ακατανόητα εχθρική, άδικη και αγνώμονα συμπεριφορά έναντι της Ελλάδας. Αντίθετα, το κοινωνικό και οικονομικό Ολοκαύτωμα που υπέστη η χώρα μας στη διάρκεια της Κατοχής αλλά και τα εγκληματικά λάθη της εγχώριας πολιτικής τάξης είχαν ως αποτέλεσμα την καίρια υπονόμευση της μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας και τη βίαιη εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Τον φοβερό Χειμώνα 1941-1942, την ώρα που οι κατακτητές και οι δωσίλογοι απολάμβαναν όλα τα αγαθά, η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού λιμοκτονούσε, στερούμενη και των ελάχιστων θερμίδων και θρεπτικών συστατικών για την επιβίωσή της. Η εικόνα σκελετωμένων ανθρώπων που πέθαιναν εν μέση οδώ, εξαντλημένοι από την ασιτία και τις ασθένειες, η αγωνιώδης αναζήτηση τροφής και το αίσθημα της διαρκούς πείνας είναι από τα πιο χαρακτηριστικά του ανθρώπινου δράματος της Κατοχής και σημάδεψαν για δεκαετίες τη συλλογική μνήμη. Στη χώρα της Αντιγόνης, που αποτελεί μέγιστη ύβρη να μην κηδέψεις το νεκρό, οι πολίτες απέκρυπταν το θάνατο των οικείων τους προσώπων, προκειμένου να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα δελτία τροφίμων και να σώσουν, έστω, τα παιδιά. Έτσι, αντί να πενθήσουν τους νεκρούς τους και να λυτρωθούν με την κηδεία, ο πόνος παρέμενε, κι επιπροσθέτως τους βασάνιζαν και οι τύψεις για την ασεβή συμπεριφορά τους απέναντι στους αγαπημένους τους ανθρώπους.

Όμως, παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός έδωσε προτεραιότητα στην επιβίωση των παιδιών του, εντούτοις δεν κατάφερε να αποτρέψει τις βαρύτατες συνέπειες στην υγεία τους: για παράδειγμα, η έλλειψη βασικών θρεπτικών συστατικών στη διατροφή των πολιτών έθετε σε κίνδυνο τη ζωή των βρεφών που τα θήλαζαν μητέρες, οι οποίες επί έξι και πλέον μήνες στερούνταν τη βιταμίνη Α, καθώς δεν είχαν φάει τις ανάλογες τροφές (αυγά, γαλακτοκομικά, ψάρια). Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, πολλά βρέφη υπέφεραν από ξηροφθαλμία και τυφλώθηκαν. Συνολικά, τα εμπόδια που ορθώθηκαν λόγω του υποσιτισμού στην ομαλή σωματική και πνευματική ανάπτυξη των παιδιών, αποδείχθηκαν, συχνά, ανυπέρβλητα.

Παρά τη φιλότιμη προσπάθεια των οργανώσεων αρωγής του ΕΑΜ, της Εκκλησίας και άλλων, που πρόσφεραν πολλά, η έλλειψη οργανωμένου κράτους πρόνοιας την περίοδο της Κατοχής αποδείχθηκε μοιραία.  Η φυματίωση, η ελονοσία, η πνευμονία, τα νοσήματα του πεπτικού και γαστρεντερικού συστήματος και τα καρδιακά νοσήματα, σε συνδυασμό με τον λιμό, αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Κατά την περίοδο της Κατοχής  πολλαπλασιάσθηκε ο αριθμός των θανάτων, ενώ παράλληλα μειώθηκε δραματικά ο αριθμός των γεννήσεων. Αποτέλεσμα αυτού, όπως σημειώνει ο Μανώλης Γλέζος, ήταν ότι η Ελλάδα κατέστη η μόνη χώρα που στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου υπέστη μείωση, σημαντική μάλιστα, του πληθυσμού της!

Αν και το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού υπέφερε τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής, εντούτοις ένα μεγάλο τμήμα του πλήρωσε το βαρύτερο φόρο αίματος λόγω του υποσιτισμού και των ασθενειών: ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού (π.χ. επαίτες, άποροι, άνεργοι, τρόφιμοι ιδρυμάτων, ηλικιωμένοι χωρίς οικογένεια), κάποιες επαγγελματικές ομάδες (οι εργάτες, οι τεχνίτες, οι ακτήμονες πρόσφυγες, οι συνταξιούχοι, που έβλεπαν τη σταθερή τους σύνταξη να εξανεμίζεται από τον θηριώδη πληθωρισμό, αλλά και άλλοι, όπως ψαράδες, δημόσιοι υπάλληλοι κτλ), και οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Ακόμα όμως και επαγγελματικές ομάδες (όπως οι αγρότες και οι έμποροι) που φάνταζαν προνομιούχες λόγω της πρόσβασής τους στα παραγόμενα τρόφιμα, επλήγησαν δραματικά από τις επιτάξεις και λεηλασίες τροφίμων, το κάψιμο χωριών, τις μαζικές εκτελέσεις στην ύπαιθρο, το χωρισμό της χώρας σε διαφορετικές ζώνες κατοχής κλπ.

Το ελληνικό δράμα συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωση: είναι ενδεικτικό ότι μετά τη λήξη της Κατοχής η ατροφικότητα των παιδιών ξεπέρασε το 75%, και το 60% των παιδιών (720.000 παιδιά) υπέφερε από αδενοπάθεια. Η καθημαγμένη Ελλάδα είχε επείγουσα ανάγκη παραγωγικής, διοικητικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Οι προϋποθέσεις όμως για ένα νέο ξεκίνημα δεν υπήρξαν: η Ελλάδα δεν χάρηκε τα αγαθά της ειρήνης, αντίθετα βυθίστηκε στον αδελφοκτόνο Εμφύλιο. Στο κλίμα της εποχής, το Σχέδιο Μάρσαλ, που υπό τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις θα μπορούσε να συντελέσει στην ανοικοδόμηση της χώρας, ροκανίστηκε από τους καρχαρίες του εγχώριου οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου (αρκετοί εκ των οποίων είχαν συνεργαστεί και με τους Γερμανούς), σε πλήρη εναρμόνιση με τις σκοπιμότητες των Η.Π.Α. για τον έλεγχο της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής.

Το ζήτημα της δικαίωσης της Θυσίας της Ελλάδας δια της απόδοσης των γερμανικών οφειλών παραμένει ανοικτό και επίκαιρο. Σε μια περίοδο, εξάλλου, που αρκετοί, ζαλισμένοι από την κρίση και χωρίς γνώση της ιστορίας, αλληθωρίζουν προς ακροδεξιά, δήθεν «αντισυστημικά» και βαθύτατα αντιδημοκρατικά μορφώματα, η αποκατάσταση του δικαίου και η επιστροφή στη νέα γενιά της Ελλάδας του κλεμμένου μέλλοντός της αποτελεί δικλείδα ασφαλείας για μια ειρηνική και δημοκρατική πορεία τόσο της Ελλάδας, όσο και της Γερμανίας και συνολικά της Ευρώπης, μακριά από υβριστικές και ανιστόρητες συμπεριφορές, που χύνουν νερό στο μύλο του φασισμού.

Το κίνημα διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών, ένα κίνημα ιδιαίτερα ανθηρό πλέον στην Ελλάδα και ενεργό στη Γερμανία, ένα κίνημα που συνεχώς διευρύνεται, συνεχώς ωριμάζει και γίνεται πιο αποφασιστικό, είναι έτοιμο από καιρό για να υπερβεί τις χρόνιες παθογένειες της χώρας και να αγωνιστεί σκληρά για τη δικαίωση του ελληνικού λαού. Η κυβέρνηση και ο πολιτικός κόσμος της χώρας μας μπορεί να ακολουθήσει; Το ευχόμαστε με όλη μας την καρδιά αλλά μένει να αποδειχθεί! 

* Αριστομένης Ι. Συγγελάκης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος της Γραμματείας του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και της Ένωσης Θυμάτων Ολοκαυτώματος Δήμου Βιάννου