Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, κι ενώ δεν είχαν προηγηθεί παρά ελάχιστες ώρες από τα αιματηρά επεισόδια που προηγήθηκαν του τελικού κυπέλλου, κανείς δεν έδειχνε έστω να προβληματίζεται από την κατάσταση που αντίκρισε. Ο Ιβάν Σαββίδης μετέβαινε στην εξέδρα των οπαδών του ΠΑΟΚ προκειμένου να αποθεωθεί, ο Δημήτρης Μελισσανίδης «τα είχε» με το δεύτερο επόπτη για το οφσάιντ γκολ του Ενρίκε, το οποίο έκρινε την αναμέτρηση, ενώ η ΕΠΟ ετοιμαζόταν να δεχτεί συγχαρητήρια για «γιορτή του ποδοσφαίρου» που με τόση επιτυχία διοργάνωσε. Πιθανότατα θεώρησαν πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθούν, από τη στιγμή που δεν είχαμε θρηνήσει νεκρό (από καθαρή τύχη βέβαια) στις συγκρούσεις μεταξύ των «συντεταγμένων οπαδικών στρατών» στο Πανθεσσαλικό γήπεδο.

Όχι πως δεν είχαμε πάρει πρέφα αρκετά νωρίτερα που πάει το πράμα. Εδώ και μέρες άλλωστε, από τη στιγμή που «έκλεισε» το ζευγάρι του τελικού, ήταν δεδομένος ο κίνδυνος να γίνει ο Βόλος «πεδίο μάχης». Ήταν επίσης γνωστό, πως οι ορδές των κάφρων θα κατέβαιναν «ενισχυμένες» στη θεσσαλική πόλη, καθώς υπήρχαν διασταυρωμένες πληροφορίες για την παρουσία και ξένων χούλιγκαν στην Ελλάδα. Τίποτα από τα παραπάνω όμως δε στάθηκε ικανό να κάνει το αυτί των «υπεύθυνων» να ιδρώσει. Αντιθέτως, κόντεψαν να φάνε ζωντανό τον υφυπουργό Αθλητισμού, όταν αυτός επιχείρησε να αναβάλει τη διεξαγωγή του τελικού, αντιλαμβανόμενος τον θανάσιμο κίνδυνο που υπήρχε. Είναι ακριβώς οι ίδιοι, που τώρα ρίχνουν όλες τις ευθύνες στην αστυνομία, επειδή όπως λένε «δεν έκανε καλά τη δουλειά της». Προφανώς.
Ποιος θέλατε να τους έφταιγε δηλαδή; Οι μαχαιροβγάλτες που κατέβασαν (ή στους οποίους επέτρεψαν να κατέβουν) στον τελικό;

Το χειρότερο όμως είναι πως όλα τα παραπάνω έχουν σταματήσει προ πολλού να μας φαίνονται πρωτοφανή ή ανήκουστα. Είμαστε δε σε τέτοιοι βαθμό συνηθισμένοι στην επέλαση της αλητείας, ώστε δεν αποζητάμε πια ούτε τη στοιχειώδη τήρηση των προσχημάτων. Κανείς για παράδειγμα δε θα αναζητήσει ευθύνες σε όλους εκείνους τους πολιτικούς εκπροσώπους του ελληνικού λαού, οι οποίοι έσπευσαν προ ολίγων ημερών να δώσουν διαπιστευτήρια υπακοής στον Ολυμπιακό του Βαγγέλη Μαρινάκη.

Συμφωνούν άραγε όλοι τους με τις πρακτικές που ακολούθησε  ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας στα εφτά χρόνια της παντοδυναμίας του Ολυμπιακού; Δεν τους απασχολεί καθόλου το γεγονός ότι αρκετοί από εκείνους με τους οποίους συναγελάζονται εξακολουθούν να ελέγχονται για σοβαρές ποινικές υποθέσεις (πχ η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης), ενώ κάποιοι θεωρήθηκαν ύποπτοι ακόμη για ηθική αυτουργία στη δολοφονία Φιλόπουλου το 2007; Σε τελική ανάλυση, πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσει κανείς την πολιτική αξιοπρέπεια, ώστε να αρνηθεί να μπει σε αυτό το βούρκο συμφωνώντας στο «ο Ολυμπιακός πάνω απ’ όλα».

Σε κάθε περίπτωση, η συνέχεια είναι λίγο-πολύ αναμενόμενη. Ήδη οι «στρατευμένοι» δημοσιογράφοι κάθε οπαδικής απόχρωσης έχουν ήδη αναλάβει να δώσουν συνέχεια στον πόλεμο που έχει κηρυχθεί. Κι οι ίδιοι βέβαια γνωρίζουν πως κανένα από τα αφεντικά των μεγάλων ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιριών δεν εμφορούνται από αγνά αισθήματα για τις ομάδες τους. Άλλωστε έχουν αποδείξει πως, όσες φορές έχουν ταυτιστεί τα οικονομικά τους συμφέροντα, μια χαρά τα βρίσκουν και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Σε αντίθετη όμως περίπτωση, δε θα διστάσουν να δημιουργήσουν συνθήκες τυφλής σύγκρουσης, αδιαφορώντας για τις όποιες «παράπλευρες απώλειες».

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, δε νομίζω πως υπάρχουν πια περιθώρια για μεσοβέζικες λύσεις. Το μαγαζί δεν εξυγιαίνεται, ιδιαίτερα από τη στιγμή που όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι φορείς της ίδιας άρρωστης νοοτροπίας. Η απόσυρση από τις ευρωπαϊκές οργανώσεις φαντάζει ως το πρώτο, απαραίτητο βήμα σε έναν εξαιρετικά δύσκολο δρόμο προκειμένου να απαλλαγεί ο χώρος από τη σαπίλα που το κατακλύζει. Γιατί όσο δεν κόβεται αυτός ο ομφάλιος λώρος (τα εκατομμύρια της UEFA ντε), όλοι θα προσπαθούν να παίζουν με τη δική τους σημαδεμένη τράπουλα.