Πολύ αμφιβάλλω εάν ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιλήφθηκαν πόση πικρή αλήθεια κρυβόταν πίσω από το «χαριτωμένο» αλληλοτρολάρισμα τους το βράδυ της Τετάρτης, λίγη ώρα μετά τη λήξη του Μπαρτσελόνα-Παρί. Ακόμη δε περισσότερο, δε νομίζω ούτε ο Παύλος Χρηστίδης να το πολυσκέφτηκε, όταν παρεμβαίνοντας με επίσης χιουμοριστική διάθεση στην εν λόγω συζήτηση ισχυριζόταν πως ανατροπές, όπως αυτή που κατάφερε η ομάδα της Βαρκελώνης, «μόνο το ΠΑΣΟΚ πετυχαίνει».

Κάτι βέβαια που δεν απέχει μάλλον από την πραγματικότητα, με δεδομένο ότι το πάλαι ποτέ κραταιό κόμμα κατάφερε να φέρει κυριολεκτικά (με τρόπο μοναδικό) τα πάνω κάτω στη ζωή των περισσότερων Ελλήνων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επιβολή τριών μνημονίων.

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αφαιρέσει από τους πολιτικούς το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν σε αρκετές περιπτώσεις την επικαιρότητα με μια δόση χιούμορ. Από την άλλη όμως, δεν είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει ακόμη κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός πως είναι η μέχρι τώρα πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας, που φέρνει με μαθηματική ακρίβεια την επάνοδο της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εξουσία. Και μια τέτοια εξέλιξη δυστυχώς ούτε φαίνεται αναστρέψιμη, αλλά ούτε προσφέρεται ιδιαίτερα για αστεϊσμούς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τυχόν προνομοθέτηση σκληρών μέτρων για την περίοδο μετά το 2019 φαντάζει, σε τελική ανάλυση, ιδιαίτερα βολική για τον ίδιο τον επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Πολλοί εκτιμούν πως όλα τα παραπάνω ίσως και να μην είναι μέσα στις προτεραιότητες του Αλέξη Τσίπρα. Πιθανότατα ξέρει άλλωστε πως ο ίδιος δεν έχει καμιά δυνατότητα να κάνει πίσω στο δρόμο που έχει πάρει. Όχι επειδή πιστεύει πραγματικά ότι οποιοσδήποτε εναλλακτικός δρόμος εκτός μνημονίου θα οδηγούσε τη χώρα στον όλεθρο. Αλλά γιατί τόσο η απώλεια των κοινωνικών στηριγμάτων του όσο και οι νέες πολιτικές συμμαχίες, τις οποίες έχει συνάψει, εκ των πραγμάτων τον οδηγούν πια στο μονόδρομο της πλήρους αποδοχής, αργά ή γρήγορα, ακόμη και των πλέον ακραίων απαιτήσεων των δανειστών.

Όπως κι αν το δει κανείς άλλωστε, η χθεσινή συμμετοχή του (δίπλα στη Φώφη Γεννηματά) στην προπαρασκευαστική Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος είναι ενδεικτική του απόλυτου εγκλωβισμού του. Κι ο ίδιος πιθανότατα καταλαβαίνει πως η έκκλησή του για στήριξη της κυβερνητικής θέσης στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με τους δανειστές περί επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων έγινε ουσιαστικά σε «ώτα μη ακουόντων». Ή μήπως ξεχνάει πως τόσο ο Φρανσουά Ολάντ όσο κι ο Ματέο Ρέντσι, εξέχοντα στελέχη κι οι δυο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, επιχείρησαν να επιβάλουν κατά τη διάρκεια διακυβέρνησής τους τις πλέον αντεργατικές «μεταρρυθμίσεις»;

Δεν είναι η μόνη ένδειξη ότι στο σημείο που έχουν φέρει τα πράγματα τα συγκυβερνώντα κόμματα «το ματς δε γυρνάει». Όχι γιατί λείπουν από τη σύνθεσή τους κάποιος Μέσι, Νεϊμάρ ή Ινιέστα, αλλά επειδή λείπει η πολιτική βούληση, όπως ακριβώς συνέβαινε με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, να αμφισβητηθούν στοιχειωδώς κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες επανειλημμένα στο πρόσφατο αποδείχτηκαν όχι απλά λανθασμένες, αλλά καταστροφικές. Άσχετα αν πολλοί κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν πως έχουν φάει έξι πριν καν βγει το ημίχρονο..