Για πάνω από δέκα (10) μέρες παίζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου η παράσταση «Ισορροπία του Nash» της Πηγής Δημητρακοπούλου. Παρά την καθυστέρηση δεν έλειψαν οι κραυγές και οι ενστάσεις για την παράσταση κρυφών και φανερών- θαυμαστών της λογοκρισίας, ειδικά από τη στιγμή που εμπλέκεται το όνομα του Σάββα Ξηρού.  Και όπου εμπλέκεται ο Σάββας Ξηρός, είτε πρόκειται για ανθρώπινα δικαιώματα είτε για τέχνη, οι θύελλες ξεσπούν.

Βέβαια όταν μιλάμε για το Εθνικό Θέατρο η συζήτηση θα έπρεπε να κινηθεί γύρω από την τέχνη. Αλλά αλίμονο, στη χώρα των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας που υπαγορεύουν παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, νεοναζιστές φρουροί της ηθικής του λαού και χουντικά υπολείμματα, η επίθεση που βλέπουμε στο Εθνικό, δεν μας ξενίζει. Και ειδικά όταν εμφανίζονται θεσμικοί παράγοντες που ασκούν όχι κριτική επί της τέχνης, αλλά επί του αν πρέπει ή όχι να ανέβει η παράσταση.

Δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε τη συμφιλίωση με το τέρας, γιατί τότε θα του μοιάσουμε.

Αν και κάποιοι θα ήθελαν επιστροφή σε εποχές που πολιτικοί παράγοντες αποφάσιζαν τι αξίζει να παιχτεί και τι όχι, ποια είναι η σωστή τέχνη για το λαό και ποια όχι, εμείς οφείλουμε να υπεραμυνθούμε της ελευθερίας της τέχνης να κρίνει, να μεταχειριστεί όποια πηγή και ό,τι υλικό επιθυμεί αυτή.

Προφανώς για κάποιους ο μόνος αξιακός κώδικας για την τέχνη είναι η κομφορμιστική προβολή των δικών τους αρχών... Ενοχλούνται που το θέμα της τρομοκρατίας μπαίνει στο θέατρο και εκθέτει το κοινό στην αμφισβήτηση. Η ελευθερία όμως της τέχνης, υπερισχύει όλων των ατομικών εκδηλώσεων διαφωνίας με το περιεχόμενό της.

Και αυτό που έχει σημασία δεν είναι ο δικός μας αξιακός κώδικας, αλλά η υποχρέωση της Τέχνης να θέτει ζητήματα γύρω από τις αξίες, να προκαλεί συζητήσεις και στοχασμούς πάνω στις αξίες, τη ζωή, τον ίδιο τον Άνθρωπο και το περιβάλλον του -κοινωνικό ή φυσικό. Κάποιοι, φυσικά, προτιμούν το εύπεπτο θεατρικό σκυλάδικο. Γνωρίζουν καλά ότι η υποκουλτούρα ούτε γεννά σκέψεις ούτε θέτει ζητήματα.

Και για αυτό ακριβώς ενοχλεί η τέχνη (παρά την όποια κριτική της κάνουμε ως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα)…

Αντίθετα, η τέχνη αφυπνίζει· δε δίνει απαντήσεις, εγείρει όμως πολλά και σημαντικά ερωτήματα, όπως ακριβώς ο Αλμπέρ Καμύ στους «Δικαίους» του, που αποτελούν τη βασική πρώτη ύλη του θεατρικού. Εξάλλου, η Τέχνη απελευθερώνει το άτομο και το οδηγεί σε άλλους δρόμους συλλογικών συνειρμών. Συμβάλλει στην ανέλκυση και προβολή μιας σειράς προβλημάτων και προτάσεων που δεν είχαν πρόσβαση στη διατύπωση και στο δημόσιο χώρο και λόγο.

«Η παράσταση, όπως κάθε καλή παράσταση, θέτει στους θεατές δυο πολύ σημαντικά ερωτήματα: α) επιτρέπεται να σκοτώνει κανείς για μια ιδέα; Αυτό το ερώτημα θέτει στο τέλος της παράστασης ο αστυνομικός στον φυλακισμένο ήρωα-τρομοκράτη του Καμύ και του ζητά να το σκεφτεί, κάτι που ακούγεται και σαν αίτημα και στους θεατές της παράστασης και β) έχει το δικαίωμα το κράτος να χρησιμοποιεί κάθε μέθοδο εναντίον των τρομοκρατών; Εκεί παρουσιάζεται η αφήγηση του Ξηρού, αλλά την απάντηση θα τη δώσει ο καθένας θεατής χωριστά» (κριτική από διαδικτυακό συνομιλητή που είδε την παράσταση).

Η επίκληση του αίματος αθώων οδηγεί αυτομάτως στη λογοκρισία· άλλωστε η τέχνη δε γνωρίζει αίμα ενόχων ή αίμα αθώων. Δεν είναι, εξάλλου, λίγες οι δημιουργίες στην παγκόσμια τέχνη που εμπνεύστηκαν από το αίμα αθώων και ενόχων, είτε αναφέρονται σε πολιτικά ευαίσθητα ζητήματα και την τρομοκρατία. Πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε στον Αλμπέρ Καμύ που έγραψε μία τόσο ταραγμένες εποχές...

Αν και η Τέχνη είναι μια αφηρημένη έννοια, εμφανίζεται να υλοποιείται σε μια συγκεκριμένη μορφή, που χάρη σε ορισμένες ιδιότητές της διακρίνεται από τα άλλα δημιουργήματα του ανθρώπου, για να αποκτήσει τον επίζηλο τίτλο του έργου τέχνης.

Είναι επίσης γεγονός ότι η Τέχνη, ως ένα δημόσιο αγαθό, αποτέλεσε εξαρχής αντικείμενο ελέγχου στο όνομα επίκλησης κάποιας ηθικής.

* Ο κ. Δήμος Χλωπτσιούδης είναι κριτικός ποίησης - φιλόλογος