Ο «μετανάστης», από τα τέλη του 19ου αιώνα και ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ήταν, για την ελληνική κοινωνία, ο απόδημος Έλληνας. Ο «πρόσφυγας», επίσης για κάτι λιγότερο από έναν αιώνα, εκείνος που ήρθε μετά την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Στα τέλη του 20ού, ο μετανάστης είναι κυρίως πλέον ο Αλβανός, ενώ από το 2015 ο πρόσφυγας είναι ο εκτοπισμένος, κυρίως Σύρος, αλλά όχι μόνο. Τα περιεχόμενα αλλάζουν. Οι λέξεις όχι.

Έπειτα, σημασία δεν έχει η ταυτότητα του ανθρώπου που μετακινείται καθεαυτή. Σημασία κυρίως έχει ο τρόπος με τον οποίον αυτή η ταυτότητα γίνεται αντιληπτή στον περίγυρό της. Για να φύγει ο Γιάννης Αντετοκούνμπο για το NBA, χρειάστηκε άρον άρον να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια εν μια νυκτί, καθώς ο νόμος με τον οποίον θα μπορούσε το 2010 να γίνει πολίτης της χώρας μας είχε βρεθεί αντισυνταγματικός. Έτσι, ο τότε πρωθυπουργός Σαμαράς, από τους μεγάλους πολέμιους της μεταρρύθμισης του κώδικα της ελληνικής ιθαγένειας, αναγκάστηκε να παρακάμψει τις κανονικές διοικητικές διαδικασίες προκειμένου ο Αντετοκούνμπο να γίνει Έλληνας. Μαζί με αυτές, φυσικά, και τις ιδεολογικές αντιρρήσεις της συντηρητικής παράταξης, η οποία λίγα μόλις χρόνια πιο πριν θεωρούσε εθνική μειοδοσία το να αποκτά η δεύτερη μεταναστευτική γενιά ελληνική ιθαγένεια με τη γέννησή της.

Του έδωσε, λοιπόν, ιθαγένεια, μια εικόνα της Παναγιάς και του ευχήθηκε καλό κατευόδιο… Στις μέρες μας, που οι αδελφοί Αντετοκούνμπο βιώνουν το απόλυτο american dream και την καθολική αναγνώριση, τόσο ως παίκτες όσο και ως άνθρωποι, αυτά έχουν ξεχαστεί. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, πρακτικά άπατρις στην Ελλάδα μέχρι πριν από τρία χρόνια, σήμερα γίνεται σήμα κατατεθέν της επιτυχίας του Ελληνισμού στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Τα αδέλφια δεν άλλαξαν σε τίποτε συνείδηση τα τρία χρόνια που λείπουν. Η συνείδηση του περίγυρου άλλαξε γι’ αυτά. Σε συνθήκες ομόψυχης ανάτασης, τα μπασκετικά τους άλματα βοήθησαν ώστε κι εμείς να κάνουμε τα δικά τους άλματα στη συνείδηση του «ποιος είναι Έλληνας». Κάποια στιγμή ο Θανάσης είπε ότι «στην Ελλάδα υπάρχει υποκρισία», αλλά κανείς δεν φάνηκε διατεθειμένος να τον ρωτήσει τι εννοεί.

H συμβολή της επιτυχίας των αδελφών Αντετοκούνμπο στον μετασχηματισμό της κυρίαρχης αντίληψης για την εθνική μας ταυτότητα δεν είναι διόλου ασήμαντη. Οι λαοί θέλουν καλές ιστορίες για να χαίρονται και να ενώνονται.

Η εθνική ταυτότητα όμως δεν είναι μόνο σενάρια με χάπι εντ· υπάρχουν και τα στενάχωρα. Τα δύσκολα. Υπάρχουν και τα παιδιά των προσφύγων στο hotspot που πέρσι στήθηκε στο προαύλιο του ψυχιατρείου στη Λέρο. Εγκλωβισμένα με τους γονείς τους εκεί, φοβούνται ακούγοντας τις φωνές των τροφίμων του ψυχιατρείου τη νύχτα. Δείχνουν τις εγκαταστάσεις και κάνουν λόγο για φαντάσματα. Αλήθεια, πόσο νοσηρή φαντασία κρύβει η ιστορία μας ώστε η πρώην παιδούπολη της Φρειδερίκης, ο χώρος εξορίας των αντιφρονούντων και εγκλεισμού των ψυχικά αρρώστων να γίνει τελικά το 2016 hotspot για πρόσφυγες;

Μεταξύ του αστραφτερού success story των αδελφών Αντετοκούνμπο και του τραυματικού βιοτικού αδιεξόδου των εγκλωβισμένων προσφυγόπουλων στη Λέρο και αλλού υπάρχει ο εν δυνάμει πλειοψηφικός, ο «κανονικός» δρόμος του σεβασμού της αξιοπρέπειας των εκατοντάδων χιλιάδων ανώνυμων ανθρώπων και, μέσω αυτού, της διαφύλαξης της συνοχής της κοινότητάς μας. Αυτός βρίσκεται στην απάντηση που είχε δώσει ένα κοριτσάκι με γονείς από τη Σρι Λάνκα που γεννήθηκε στην Ελλάδα στην καμπάνια της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για την ιθαγένεια το 2012: «Τι δεν σου αρέσει στην Ελλάδα;» το ρώτησε ο σκηνοθέτης κι αυτό δεν δίστασε να απαντήσει: «Δεν μου αρέσει το σπανακόρυζο…».

Ενσωμάτωση είναι να χαιρόμαστε, να αγαπάμε, να δυσφορούμε και να στενοχωριόμαστε όλοι για τους ίδιους, ανθρώπινους λόγους.

Τελικά, μάλλον ούτε τα περιεχόμενα αλλάζουν τόσο.

*Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

** Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 9/07/2017