Η Κύπρος «της αγάπης και του ονείρου» εισέρχεται στο 2017 με βάσιμες ελπίδες για την επίλυση του δυσεπίλυτου εθνικού της προβλήματος, που διαρκεί πολλές δεκαετίες, αφού το Κυπριακό προϋπήρξε του 1974, όταν το χουντικό πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Μακαρίου συνοδεύτηκε από την τουρκική εισβολή και κατοχή.

Πολύ λίγο κράτησε η ειρήνη στο νησί μετά την γέννηση της ανεξάρτητης και αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, αφού τα Χριστούγεννα του 1963 ξέσπασαν διακοινοτικές συγκρούσεις, που οδήγησαν στις πράσινες γραμμές και την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, από το 1964. Πολλοί έχουν αποδώσει εκείνες τις συγκρούσεις σε λάθος του Μακάριου να προτείνει τα λεγόμενα «13 σημεία» για την αναθεώρηση των συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου, κίνηση που εκμεταλλεύτηκαν οι γνωστοί για τις επιδόσεις τους σε πολιτικές του «διαίρει και βασίλευε» (divide and rule).

Υπενθυμίζω ότι έκτοτε ο πρόεδρος Μακάριος διεξήγαγε διακοινοτικές συνομιλίες με τον Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος επιθυμούσε την διχοτόμηση. Από την άλλη, κάποιοι στον χώρο των ελληνοκυπρίων εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την ένωση με την Ελλάδα  κατηγορώντας με τις πλάτες και της χούντας, τον Μακάριο για ενδοτισμό. Στάση που συνέπεσε τότε με διχοτομικά σχέδια διεθνών δυνάμεων, που ήθελαν τον πολιτικό θάνατο του Μακαρίου, τον οποίο χαρακτήριζαν «Κάστρο της Μεσογείου».

Αυτά τα λίγα για την ιστορία του προβλήματος, με του οποίου την επίλυση έχει ταυτιστεί η αριστερά, πολύ πριν η Κύπρος κερδίσει την ανεξαρτησία της από την βρετανική αποικιοκρατία. Τώρα παρουσιάζεται μια νέα ευκαιρία  λύσης,   με τις  συναντήσεις στην Γενεύη, από την ερχόμενη Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου μέχρι την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου.  

Η νέα ευκαιρία για την Κύπρο και τον λαό της –ελληνοκύπριους, τουρκοκύπριους, αρμένιους, μαρωνίτες και  λατίνους – δεν πρέπει να χαθεί.  Αυτό αφορά, όχι μόνο τους Αναστασιάδη και Ακιντζί, αλλά και τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, θα έλεγα και την ΕΕ, της οποίας πλήρες μέλος είναι ολόκληρη η Κύπρος.  

Η μέχρι τώρα πορεία των διακοινοτικών συνομιλιών υπήρξε επιτυχής, παρά τις εκκρεμότητες, διότι η βούληση για λύση είναι δεδομένη, τόσο εκ μέρους του προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, όσο και του ηγέτη των τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί. Κρίσιμα ερωτηματικά παραμένουν για το ποια τελικά θα είναι η στάση της Άγκυρας, πρέπει, όμως, να αναγνωρίσουμε στην κυβέρνηση Ερντογάν ότι από το 2002 απομακρύνθηκε από το δόγμα Ετσεβίτ ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974»,  δηλώνοντας  έκτοτε ότι επιθυμεί λύση στο πλαίσιο του ΟΗΕ, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος και για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.

Ωστόσο, αρνητικό είναι το γεγονός ότι στην παρούσα φάση, οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας δεν είναι και στα καλύτερά τους, είτε λόγω της στροφής Ερντογάν προς τον αυταρχισμό, είτε λόγω της ακινητοποίησης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της γείτονος.

Στο σημείο αυτό να τονίσουμε την σημασία της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, το 2004, διά της οποίας η Κυπριακή Δημοκρατία αναβάθμισε την διεθνή της θέση, καθιστάμενη ικανή να ασκεί πίεση στην Τουρκία σε σχέση με την δική της ενταξιακή πορεία. Υπενθυμίζω ότι το ΑΚΕΛ άλλαξε την θέση του που ήταν κατά της ένταξης στην ΕΕ, υιοθετώντας την ευρωπαϊκή προοπτική της Μεγαλονήσου, παρά την αναμενόμενη δυσαρέσκεια του ΚΚΕ και άλλων ΚΚ.

Οι ελληνοκύπριοι πάνε στην Γενεύη με εφόδιο     την συναίνεση  και βούληση  για λύση των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων, του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ. Επομένως,  αυτό μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα στις συνομιλίες υπέρ σχεδίου δίκαιης και βιώσιμης λύσης, η οποία θα  υποστηριχθεί από τις ηγεσίες των δύο αυτών κομμάτων, με πολύ μεγάλη πιθανότητα να υιοθετηθεί και από τον λαό.  Αντίστοιχη συναίνεση διαπιστώνεται και στην πλευρά των τουρκοκυπρίων.
Επειδή κάποιοι επικαλούνται  ως αρνητικό προηγούμενο το «όχι» των ελληνοκυπρίων στο σχέδιο Ανάν, υπενθυμίζω ότι εκείνο το σχέδιο είχε τεθεί σε χωριστά δημοψηφίσματα, το 2004, χωρίς να είναι συμφωνημένο από τις δύο πλευρές, αφού ο τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τ. Παπαδόπουλος, το είχε απορρίψει.  Προηγουμένως, όμως, ο ίδιος είχε κάνει το λάθος να αποδεχτεί επιδιαιτησία του ΟΗΕ στην αφετηρία της τότε διαδικασίας (2002), ελπίζοντας ότι ο Ραούφ Ντενκτάς, θα ήταν αρνητικός και θα υφίστατο το λεγόμενο «blame game».

Ορθότατα η σημερινή κυβέρνηση της Ελλάδας έχει τοποθετήσει το Κυπριακό στην κορυφή των εθνικών προτεραιοτήτων, επιδιώκοντας την συνεννόηση όλων των πολιτικών δυνάμεων για την αξιοποίηση της νέας ευκαιρίας για λύση. Προσβλέπουμε σε ενεργητική στάση, τόσο του νέου ΓΓ του ΟΗΕ, του πορτογάλου σοσιαλιστή Αντόνιο Γκουτέρες, όσο και της ηγεσίας της ΕΕ, που θα εκπροσωπηθεί στην Γενεύη στο ανώτατο επίπεδο. Για την Ελλάδα με τα τόσα προβλήματα, αλλά και ισχυρή διεθνή θέση, η λύση   του Κυπριακού θα είναι πολλαπλά ωφέλιμη, συμπεριλαμβανομένης και μιας   προοπτικής ειρήνης  στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

* Ο Πάνος Τριγάζης,  μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, συμμετέχει στο Διεθνές Κίνημα Ειρήνης με τον Κυπριακό Λαό