Διέρχομαι έξω από δημοτικό σχολείο με την έναρξη της σχολικής χρονιάς και πριν την πρωινή προσευχή ακούω από τα μεγάφωνα πρώτα το «imagine no religion» του Λένον και αμέσως μετά, καθώς απομακρύνομαι, την πρωινή προσευχή, το «Άγιος ο Θεός...». Μοναδικό μετανεωτερικό άκουσμα στις οκτώ το πρωί, που δεν ξέρω αν εντοπίζεται αλλού στον κόσμο. Με αυτό το περιστατικό κατά νου, σκέφτομαι το πολυσυζητημένο θέμα της απαλλαγής των μαθητών από τα θρησκευτικά, σε συνάρτηση και με άλλα ζητήματα, όπως η πρωινή προσευχή και γενικότερα ο λεγόμενος χωρισμός του κράτους από την (κρατική) Ορθόδοξη Εκκλησία. Έχοντας μια αριστερή (για δεύτερη φορά) κυβέρνηση πολλοί είναι εκείνοι που οραματίζονται ότι επιτέλους το κράτος (και όχι η κοινωνία) θα εκκοσμικευθεί, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να είναι αισιόδοξοι αν κρίνουμε από τα έργα και τις ημέρες της προηγούμενης σύντομης αριστερής διακυβέρνησης, ιδίως στο θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, αν και το χρονικό διάστημα ήταν πάρα πολύ μικρό.

Κατ’ αρχάς διευκρινίζω, όπως έχω ξανακάνει, ότι αυτό που επιβάλλεται να εκκοσμικευθεί είναι το κράτος, συμπεριλαμβανομένης και της παιδείας, διότι επιβολή της κοσμικότητας στην κοινωνία και στους ανθρώπους γίνεται μόνο σε αυταρχικά καθεστώτα. Αν κάποτε η κοινωνία εκκοσμικευθεί, δηλαδή αν οι άνθρωποι γίνουν άθεοι, αγνωστικιστές, θρησκευτικά αδιάφοροι, άθρησκοι ή ό,τι άλλο, έχει καλώς, αν όχι, αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμους και διατάγματα. Βέβαια, η Εκκλησία φοβάται ότι μέσω της εκκοσμίκευσης του κρατικού μηχανισμού, στον οποίον και η ίδια ανήκει, θα χάσει ένα εργαλείο θρησκευτικής γαλούχησης των νέων, διότι αν περιμένει από τα κατηχητικά σχολεία αποτέλεσμα δεν πρόκειται να έρθει. Η παιδεία, δηλαδή, αποτελεί για την Εκκλησία έναν μοναδικό ιδεολογικό μηχανισμό για την αναπαραγωγή του κυρίαρχου θρησκευτικού δόγματος και αυτό φοβάται μην απολέσει. Από την άλλη σκοπός του κράτους δεν είναι να προπαγανδίσει την αθεΐα, αλλά να αφήσει όλα τα λουλούδια να ανθίσουν.

Μόλις, λοιπόν, η νέα υφυπουργός Παιδείας τόλμησε να αναφερθεί στην απαλλαγή από τα θρησκευτικά, η Εκκλησία και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος αντέδρασαν άμεσα. Ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε απαξιωτικά για «κάποια κυρία που έχει ορισμένες ιδέες και της ήρθε στο μυαλό να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα» και μίλησε για «ανοησίες του ενός και του άλλου». Μάλλον, η Εκκλησία μιλάει πολιτισμένα μόνο σε όσους την επισκέπτονται προεκλογικά και φιλούν με σεβασμό το χέρι της. Οι άλλοι είναι ανόητοι. Στη συνέχεια μνημόνευσε το Σύνταγμα τονίζοντας την υποχρέωση που προκύπτει από αυτό για ελληνοχριστιανική παιδεία. Ελπίζω να θυμάται ο Αρχιεπίσκοπος ότι τα περί Ελληνοχριστιανισμού, τα οποία υποστήριξαν και άλλοι Μητροπολίτες, αναπτύχθηκαν στο μετά τον εμφύλιο κράτος και γνώρισαν άνθηση επί χούντας. Με αυτόν τον τρόπο ο Αρχιεπίσκοπος κρύβεται πίσω από το Σύνταγμα και εδώ έγκειται και το σφάλμα εκείνων των νομικών, κυρίως, που ενώ είναι υπέρ του χωρισμού εντούτοις θεωρούν ότι αυτός μπορεί να λάβει χώρα και χωρίς την αναθεώρηση του Συντάγματος. Επίσης, καλό είναι να θυμόμαστε ότι ιδέες είναι και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και κανείς δεν αντιλαμβάνεται γιατί θα πρέπει να θεωρούνται ανώτερες από άλλες ιδέες που αναπαράγονται σε μια κοινωνία, όπως οι πολιτικές, οι αθλητικές, και άλλες.

Από την άλλη μεριά θεολογικοί κύκλοι μίλησαν απαξιωτικά για κάποια Ένωση Αθέων που έχει 15-20 μέλη και θέλει να περάσει τις απόψεις της ζητώντας την αποχριστιανοποίηση της παιδείας. Δηλαδή, η θρησκευτική ελευθερία, σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι θέμα ποσοτικό και άρα η Ορθοδοξία πρέπει να συνεχίσει να κυριαρχεί. Φαίνεται, πάντως, πώς ούτε η Εκκλησία ούτε οι θεολόγοι μελετούν προσεκτικά τις διάφορες έρευνες καθώς το Πάσχα του 2015 δημοσιεύθηκε έρευνα της Καπα Research που έδειχνε τους αυτο-χαρακτηριζόμενους άθεους στο 14,7% και τους Ορθόδοξους 81,4%. Σε ελεύθερη πτώση από την προηγούμενη μέτρηση του 2006 (96,9%). Για να μην αναφέρουμε τις πεποιθήσεις των Ορθοδόξων, αν πιστεύουν δηλαδή σε θεμελιώδη δόγματα και διδασκαλίες της Εκκλησίας ή αγνοούν/ αδιαφορούν ακόμα και για τα βασικά. Επιπλέον, η μεγάλη πλειονότητα των ερωτώμενων είχε απαντήσει θετικά υπέρ του χωρισμού, έστω και αν δεν είμαι βέβαιος για το τι εννοούσε ο καθένας, αλλά ήταν και υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων. Συνεπώς, μάλλον η Εκκλησία δεν ακούει την κοινωνία και ιδίως τις νεότερες γενιές και επιμένει στην άσκηση ελέγχου δια της παιδείας.

Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Μπορεί η Εκκλησία να κατηχήσει από μόνη της την ελληνική κοινωνία, εφόσον το θέλει, ή χρειάζεται το δεκανίκι του κράτους; Και βέβαια είναι εντελώς ανυπόστατο ότι πρέπει να έχουμε ορθόδοξη παιδεία για να τιμήσουμε την ιστορία μας. Αρκετά με αυτές τις προφάσεις. Το πρόβλημα με την απαλλαγή από τα θρησκευτικά είναι ότι απαιτείται νομοθετική ρύθμιση και όχι εγκύκλιοι που θα αλλάζουν κατά το δοκούν, αναλόγως των πολιτικών μεταβολών, όπως υποστήριξε και σε πρόσφατη απόφασή της η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αν και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να θεσπιστεί κάτι αντίστοιχο χωρίς θυελλώδεις αντιδράσεις. Βεβαίως, υπάρχει και άλλη πρόταση όσο το σύστημα δεν αλλάζει. Τα παιδιά να πηγαίνουν στο μάθημα των θρησκευτικών και να υποβάλλουν ερωτήματα κριτικής σκέψης, να αμφισβητούν και να εκφράζουν αμφιβολίες για όσα τους πλασάρονται ως η μόνη και αυθεντική πίστη.

Η προσωπική πίστη του καθενός, οι ιδέες του, όπως λέει και ο Αρχιεπίσκοπος είναι σεβαστές, αλλά είναι διαφορετικό πράγμα ο σεβασμός και άλλο η επιβολή τους δια του κράτους. Ας διδάσκονται επιτέλους στο σχολείο όλες οι θρησκείες, πραγματικά, όχι εικονικά και από την αρχή, όχι σε μερικές μόνο τάξεις και αφού έχει προηγηθεί η Ορθόδοξη κατήχηση. Τα παιδιά δεν χρειάζονται τη θρησκευτική επιβολή των μεγάλων. Αν δεν τους πεις ότι στην εκκλησία μένει ο «χριστούλης» και ο «θεούλης» δεν πρόκειται να σου το πουν από μόνα τους και μπορεί να σου απαντήσουν ότι στην εκκλησία μένει η γιαγιά τους επειδή τη βλέπουν να πηγαίνει συνεχώς στην εκκλησία, συνεπώς δεν γεννιούνται με κάποια θρησκεία. Εμείς θα τους επιβάλλουμε τι θα πιστέψουν και μάλιστα δια του σχολείου; Δεν είναι απαράδεκτο αυτό; Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει δεν έλεγε ο Ιησούς; Πού πήγαν άραγε όλα αυτά; Μάλλον μπροστά στο συμφέρον τα διδάγματα εξαφανίζονται.

Και κάτι τελευταίο για τα πολιτικά κόμματα και ιδίως για ορισμένα λεγόμενα προοδευτικά, όπως το Ποτάμι, που δεν παίρνουν με σαφήνεια θέση για το θέμα, καλοπιάνοντας την Εκκλησία, για να θυμηθούμε και το άδειασμα του Νίκου Δήμου σχετικά με το «άγιο» φως. Πού χάθηκε το νέο και το προοδευτικό; Ενδεχομένως, στις προεκλογικές συναντήσεις με τον Αρχιεπόσκοπο. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα συνεχίζει σε κάθε προεκλογική περίοδο να σπεύδει να συναντήσει την Εκκλησία, Μητροπολίτες και Αρχιεπισκόπους, και ακόμα δεν έχω αντιληφθεί τον λόγο, πλην του πολιτικού οφέλους, διότι αν πρόκειται για πνευματικές επισκέψεις τι χρειάζονται οι κάμερες και οι φωτογράφοι; Από την άλλη μεριά ας μην τρέφουμε και αυταπάτες για τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ με πολύ ισχυρότερο λαϊκό έρεισμα τη δεκαετία του 1980 και ουδέποτε προχώρησε στον διακηρυγμένο χωρισμό και στην εθνικοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας. Οι εποχές είναι διαφορετικές, σίγουρα, αλλά ενδεχομένως η απόφαση για την εκκοσμίκευση του κράτους να πρέπει να γίνει από μια δεξιά κυβέρνηση που θα πείσει την Εκκλησία προς αυτήν την κατεύθυνση, διότι δεν έχουν μόνο οι αριστεροί αγκυλώσεις με τη θρησκεία, έχει και η Εκκλησία αγκυλώσεις με κάθε τι αριστερό και βλέπει παντού διώκτες. Το γεγονός ότι η κοινωνία μας μαστίζεται από πληθώρα κοινωνικο-πολιτικών προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει άμεσα, το επιχείρημα, όμως, ότι για το λόγο αυτό δεν είναι της παρούσης να συζητηθεί το θέμα των θρησκευτικών ή της εκκοσμίκευσης του κράτους ευρύτερα διότι έχουμε σοβαρότερα θέματα να ασχοληθούμε είναι σαθρό. Τότε να κλείσουμε όλα τα υπουργεία και τις υπηρεσίες και να ασχοληθούμε μόνο με τα οικονομικά θέματα και σε 4-5 χρόνια βλέπουμε. Σαφέστατα απαιτείται διάλογος, όπως οφείλει να κάνει η κάθε κυβέρνηση με κάθε κρατικό φορέα και η Εκκλησία είναι απλώς ένας ακόμα κρατικός φορέας, με αφύσικη πολιτική ισχύ δυστυχώς, την οποία απέκτησε διαχρονικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος θα αποφασίσει να της την αφαιρέσει;

* Αλέξανδρος Σακελλαρίου, Κοινωνιολόγος, Μετα-διδακτορικός ερευνητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη